Η επιβάρυνση από τις χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, στον εγκέφαλο είναι ένα θέμα για το οποίο δεν υπάρχουν σημερά αρκετά δεδομένα.

Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Nature Communications, ωστόσο, έρχεται να ρίξει φως στο παραπάνω ζήτημα.

«Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μία φλεγμονώδης και αυτοάνοση νόσος με αυξημένα επίπεδα φλεγμονής που μπορούν να επηρεάσουν τις αρθρώσεις αλλά τον υπόλοιπο οργανισμό προκαλώντας συμπτώματα όπως αίσθημα κόπωσης, υπνηλία και διαταραχές των γνωστικών λειτουργιών», είπε ο Andrew Schrepf, ένας από τους επικεφαλείς της έρευνας.

«Αν και είχαμε υποθέσει εδώ και αρκετό καιρό ότι η φλεγμονή που παρατηρούμε στο αίμα επηρεάζει τον εγκέφαλο, μέχρι σήμερα δεν γνωρίζαμε ακριβώς πού και πώς συμβαίνουν αυτές οι αλλαγές».

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι επιδράσεις της φλεγμονής είναι περισσότερο κατανοητές στις νόσους βραχείας διάρκειας, ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο για τα χρόνια νοσήματα.

«Όταν κάποιος νοσεί από γρίπη, για παράδειγμα, παρουσιάζει συμπτώματα της φλεγμονής που επηρεάζει τον οργανισμό, όπως αίσθημα ληθαργικότητας και αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος», είπαν. «Θέλαμε να διερευνήσουμε τι συμβαίνει σε παθήσεις που οι ασθενείς έχουν φλεγμονή για εβδομάδες, μήνες ή χρόνια, όπως για παράδειγμα στη ρευματοειδή αρθρίτιδα».

Εξαιρετική βάση δεδομένων

Η ερευνητική ομάδα χρησιμοποίησε δεδομένα από 54 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα τα οποία λήφθησαν από τον Neil Basu από το Πανεπιστήμιο του Aberdeen στο Ηνωμένο Βασίλειο.

«Έρευνες όπως η δική μας περιλαμβάνουν συνήθως υγιή άτομα στα οποία στη συνέχεια εμφανίζονται παθήσεις», είπε ο Schrepf. «Λαμβάνονται απεικονίσεις του εγκεφάλου πριν και μετά την προσβολή του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε πώς επηρεάζεται ο εγκέφαλος στους ασθενείς με χρόνιες παθήσεις, πρέπει να παρατηρήσουμε τον εγκέφαλο ενός ασθενούς με φλεγμονή για μεγάλη χρονική διάρκεια».

Με τη χρήση λειτουργικής και δομικής νευροαπεικόνισης στους εθελοντές στην αρχή της έρευνας και μετά από 6 μήνες, η ερευνητική ομάδα εξέτασε αν τα υψηλά επίπεδα περιφερικής φλεγμονής επηρεάζουν τη συνδετικότητα και τη δομή του εγκεφάλου.

«Εξετάσαμε τα επίπεδα φλεγμονής στο περιφερικό αίμα, ακριβώς όπως θα έκανε κλινικά ένας ρευματολόγος για να παρακολουθήσει τη σοβαρότητα της νόσου», είπε ο Schrepf. «Διαπιστώσαμε σταθερές αλλαγές σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με με ορισμένα εγκεφαλικά δίκτυα. Στη συνέχεια, εξετάσαμε εκ νέου τους ασθενείς 6 μήνες αργότερα και παρατηρήσαμε παρόμοια πρότυπα. Η επανάληψη αυτή των αποτελεσμάτων δεν είναι τόσο συχνή στις νευροαπεικονιστικές μελέτες».

Η Chelsea Kaplan, μία αναισθησιολόγος από το Michigan Medicine, εξέτασε στη συνέχεια τη λειτουργική συνδεσιμότητα 264 περιοχών του εγκεφάλου και παρατήρησε αυξημένα πρότυπα συνδεσιμότητας στους ασθενείς που παρουσίαζαν αυξημένα επίπεδα φλεγμονής.

«Σε μία ανάλυση του εγκεφαλικού δικτύου στο σύνολό του και εξετάζοντας παράλληλα τα επίπεδα της φλεγμονής, παρατηρήσαμε ισχυρή σχέση μεταξύ της τελευταίας και της συνδεσιμότητας στον κατώτερο βρεγματικό λοβό και το μεσαίο προμετωπιαίο λοβό», είπε η Kaplan.

«Το παραπάνω μας έδειξε ότι ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί σε απομόνωση. Έδειξε επίσης ότι η φλεγμονή στην περιφέρεια μπορεί να τροποποιεί τις λειτουργικές συνδέσεις του εγκεφάλου και να παίζει ρόλο σε ορισμένα από τα γνωστικά συμπτώματα που παρατηρούμε στη ρευματοειδή αρθρίτιδα».

Εφαρμόζοντας τα αποτελέσματα στο κλινικό περιβάλλον

Οι αντιφλεγμονώδεις θεραπείες έχουν εξελιχθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται επαρκώς η περιφερική φλεγμονή που ευθύνεται για τον πόνο και την αναπηρία στη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Παρά το γεγονός αυτό, ωστόσο, οι ασθενείς συνεχίζουν να αναφέρουν συμπτώματα όπως αίσθημα κόπωσης και διαταραχές της διάθεσης.

Τα παραπάνω δεδομένα υποστηρίζουν την υπόθεση ότι η φλεγμονή που σχετίζεται με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα στοχεύει και τον εγκέφαλο εκτός από τις αρθρώσεις. Σχετίζοντας τα παραπάνω νευροαπεικονιστικά ευρήματα με τα συμπτώματα των ασθενών, η έρευνα προσφέρει δεδομένα που δείχνουν ότι η στόχευση των κεντρικών φλεγμονωδών οδών μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα και πιθανώς άλλες χρόνιες φλεγμονώδεις διαταραχές.

Οι ερευνητές καταλήγουν, πάντως, ότι αυτή είναι μία από τις πρώτες έρευνες που εξετάζει τη φλεγμονή του εγκεφάλου στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, επομένως χρειάζονται περισσότερες μελέτες προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματά τους.

Βιβλιογραφία: Michigan Medicine