Το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης είναι μία πάθηση που περιγράφηκε για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Εκείνη την εποχή, ωστόσο, δεν γνωρίζαμε τίποτα σχετικά με τους υποκείμενους μηχανισμούς της νόσου. Μάλιστα, καθώς τα αποτελέσματα των περισσοτέρων εργαστηριακών εξετάσεων ήταν φυσιολογικά, ορισμένοι γιατροί διαβεβαίωναν τους ασθενείς τους ότι «δεν υπάρχει κάτι παθολογικό». Η εξήγηση ήταν προφανώς ότι οι τυπικές εργαστηριακές εξετάσεις δεν μπορούσαν να ανιχνεύσουν τις παθολογικές εκδηλώσεις της νόσου.

Τα τελευταία 35 χρόνια, ωστόσο, χιλιάδες έρευνες από εργαστήρια σε αρκετές χώρες έχουν παρατηρήσει βιολογικές ανωμαλίες που επηρεάζουν αρκετά οργανικά συστήματα στους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, γεγονός που δείχνει ότι αποτελεί πραγματικό νόσημα. Οι περισσότερες από τις παραπάνω ανωμαλίες δεν μπορύν να διαπιστωθούν με τις τυπικές εργαστηριακές εξετάσεις. Το 2015, το Institute of Medicine of the National Academy of Sciences δήλωσε ότι το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης «αποτελεί μία σοβαρή, χρόνια, σύνθετη συστηματική νόσο που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη ζωή των ασθενών».

Τα τελευταία χρόνια, οι έρευνες για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης έχουν αυξηθεί σημαντικά. Τα αποτελέσματα και οι παρατηρήσεις τους παρουσιάστηκαν στο 2ήμερο συνέδιο που διοργάνωσε το NIH των ΗΠΑ τον Απρίλιο του 2019. Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν αρκετά από αυτά που γνωρίζαμε ήδη σχετικά με τη νόσο και προτείνουν νέα μοντέλα που εξηγούν αρκετούς από τους παθολογικούς μηχανισμούς της νόσου.

Κεντρικό και Αυτόνομο Νευρικό Σύστημα

Από την αρχή της δεκαετίας του 1990, αρκετές έρευνες που εξέτασαν ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης συγκριτικά με ομάδες ελέγχου, διαπίστωσαν διάφορες ανωμαλίες στο κεντρικό, αλλά και το αυτόνομο νευρικό σύστημα.

  • Οι νευροενδοκρινικές ανωμαλίες ήταν μεταξύ των πρώτων που παρατηρήθηκαν και περιλαμβάνουν διαταραχή στη λειτουργία του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων. Στους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης παρατηρείται αρνητική ρύθμιση του παραπάνω συστήματος, σε αντίθεση με τους ασθενούς που πάσχουν από μείζονα κατάθλιψη στους οποίους παρατηρείται θετική ρύθμιση.
  • Ένα άλλο σύμπτωμα που έχει παρατηρηθεί από αρκετές έρευνες είναι η έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών. Σε αυτή περιλαμβάνονται η μειωμένη ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών, καθώς και η έκπτωση της μνήμης και της προσοχής που δεν μπορούν να εξηγηθούν από άλλες ψυχιατρικές διαταραχές.
  • Με τη χρήση μαγνητικής τομογραφίας οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει αυξημένο αριθμό περιοχών με υψηλή σηματοδότηση στη λευκή ουσία. Η λειτουργική MRI έχει ανιχνεύσει διαφορετικές αποκρίσεις στα ακουστικά και οπτικά ερεθίσματα, καθώς και στη μνήμη με παράλληλη διαταραχή στη συνδεσιμότητα μεταξύ των περιοχών του εγκεφάλου.
  • Με την εξέταση PET έχει διαπιστωθεί ότι οι ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης βρίσκονται σε μία ευρεία κατάσταση νευροφλεγμονής (με ενεργοποίηση των μικρογλοιακών κυττάρων), ενώ έχουν επίσης αυξημένη αναλογία χολίνης/κρεατινίνης καθώς και αυξημένα επίπεδα γαλακτικού που σχετίζονται με την κόπωση. Το εγκεφαλονωτιαίο υγρό περιέχει επίσης υψηλά επίπεδα πρωτεϊνών που εμπλέκονται στην επιδιόρθωση των τραυματισμένων ιστών.
  • Οι διαταραχές του αυτονόμου νευρικού συστήματος έχουν παρατηρηθεί και παλαιότερα στο σύνδρομο χρόνιας κόπωσης. Συγκεκριμένα, έχουν διαπιστωθεί συστηματικές και αιμοδυναμικές αλλαγές που σχετίζονται με τη συμπτωματολογία της νόσου. Κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων στο διήμερο του NIH αναφέρθηκε ότι κατά τη μεγάλη διάρκεια παραμονής σε όρθια στάση παρατηρείται συχνά ταχυκαρδία και πτώση της αρτηριακής πίεσης. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου απουσιάζουν τα παραπάνω δύο συμπτώματα, παρατηρείται σημαντική μείωση της αιματικής ροής στον εγκέφαλο.

Μεταβολικές Αλλαγές

Προσφάτως, έγινε δυνατό να υπολογιστούν ταυτόχρονα αρκετές χιλιάδες μεταβολίτες σε ένα δείγμα αίματος ή άλλων σωματικών υγρών. Ορισμένες μεταβολομικές μελέτες αυτού του είδους έχουν δείξει ότι στους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, τα επίπεδα αρκετών μεταβολιτών είναι ιδιαίτερα χαμηλά, αντίστοιχα με αυτά που παρατηρούνται κατά τη χειμερία νάρκη στα ζώα. Η κυτταρική παραγωγή ενέργειας από όλες τις πηγές, μεταξύ των οποίων το οξυγόνο, τα σάκχαρα, τα λιπίδια και τα αμινοξέα, είναι μειωμένη. Με άλλα λόγια, ο οργανισμός νιώθει ότι στερείται «ενέργειας» καθώς υπάρχει διαταραχή στην παραγωγή και χρησιμοποίηση της ενέργειας από τα τελευταία. Επιπλέον, αρκετές έρευνες έχουν παρατηρήσει αυξημένους δείκτες οξειδωτικού στρες.

Ανοσολογικές Αλλαγές

Αρκετές φαινοτυπικές και λειτουργικές ανωμαλίες έχουν παρατηρηθεί επίσης στα λεμφοκύτταρα. Αυτές που αναφέρονται συχνότερα είναι η αύξηση στον αριθμό των ενεργοποιημένων CD8+ Τ κυττάρων και η διαταραχή της λειτουργίας των φυσικών κυττάρων-φονέων. Τα επίπεδα αρκετών κυτταροκινών στο αίμα είναι σημαντικά υψηλότερα στους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, ιδιαίτερα στα 3 πρώτα χρόνια της νόσου και, όπως φαίνεται, συνδέονται με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Παθολογικά επίπεδα κυτταροκινών έχουν παρατηρηθεί και στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Στο 2ήμερο αναφέρθηκε επίσης σύνδεση ανάμεσα στο αντιγόνο HLA και το σοβαρότητα των συμπτωμάτων του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης. Επιπλέον, ερευνητές που έκαναν ανάλυση των υποδοχέων στα Τ κύτταρα, ανέφεραν ότι αυτή τη στιγμή εξετάζονται διάφοροι αντιγονικοί στόχοι.

Έρευνες Πρόκλησης

Στους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, οι φυσικές, ορθοστατικές και γνωστικές ασκήσεις προκαλούν συνήθως έξαρση των συμπτωμάτων, τυπικά μετά από 12-48 ώρες, μία κατάσταση γνωστή ως δυσφορία μετά την άσκηση. Οι έρευνες πρόκλησης έχουν ως σκοπό να διαπιστώσουν αν οι παραπάνω ασκήσεις που προκαλούν επιδείνωση στους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης συνοδεύονται επίσης από βιολογικές ανωμαλίες. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε θα είναι πιο πιθανό να υπάρχει σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στις τελευταίες και τα συμπτώματα της νόσου.

Στο διήμερο συγκεντρώθηκαν δεδομένα από αρκετές έρευνες που έδειξαν ότι κατά τη διάρκεια της άσκησης, οι ιστοί των ασθενών με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν το οξυγόνο. Κατά την άσκηση, οι ασθενείς παρουσιάζουν μειωμένο καρδιακό ρυθμό και χαμηλότερη αρτηριακή πίεση, συμπτώματα που μπορεί να επιδεινωθούν αν η άσκηση επαναληφθεί μέσα σε 24 ώρες.

Πιθανά Μοντέλα για τη Νόσο

Μπορεί το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης να είναι αποτέλεσμα ενεργοποίησης ενός βιολογικά αρχαίου μηχανισμού απόκρισης σε τραυματισμούς, παθολογικής αδυναμίας απενεργοποίησης του μηχανισμού αυτού ή και τα δύο; Ορισμένες παρουσιάσεις στο συνέδριο, οι οποίες αναφέρθηκαν σε έρευνες με πειραματόζωα, έδειξαν ότι η χαμηλή νευροφλεγμονή ενεργοποιεί προστατευτικές συμπεριφορικές αλλαγές, όπως μειωμένη ενέργεια και όρεξη και αυξημένη επιθυμία για ύπνο. Τα παραπάνω βοηθούν τον οργανισμό να χρησιμοποιήσει την ενέργεια αυτή για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση ενός τραυματισμού. Οι αλλαγές αυτές προκαλούνται πιθανώς από ένα «πυρήνα κόπωσης» (μία ομάδα νευρώνων). Ο πυρήνας αυτός ενεργοποιείται με τη σειρά του από τις κυτταροκίνες που παράγονται εξ’αιτίας της νευροφλεγμονής.

Η νευροφλεγμονή προκαλείται πιθανώς από διαφορετικούς παράγοντες σε κάθε άτομο. Σε κάποιους ασθενείς μπορεί να είναι αποτέλεσμα λοίμωξης του εγκεφάλου (όπως για παράδειγμα μία χρόνια λοίμωξη από ερπητοϊό), αυτοαντισωμάτων, νευροτοξινών ή χρονίου στρες. Σε άλλους, μπορεί να σχετίζεται με φλεγμονή εκτός του εγκεφάλου και ενεργοποίηση του εμφύτου ανοσοποιητικού συστήματος μέσα στον εγκέφαλο μέσω σημάτων που διαπερνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και φτάνουν στον εγκέφαλο από το πνευμονογαστρικό νεύρο. Ορισμένοι ερευνητές παρουσίασαν δεδομένα που δείχνουν ότι η φλεγμονή στο έντερο μπορεί να ευθύνεται για τη νευροφλεγμονή. Το εντερικό μικροβίωμα των ασθενών με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης περιλαμβάνει συχνά μεγάλους πληθυσμούς προφλεγμονωδών και χαμηλό αριθμό αντιφλεγμονωδών βακτηρίων.

Η σχετικά υπομεταβολική κατάσταση που παρατηρείται στους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης μπορεί επίσης να σχετίζεται με μία δεύτερη και πιθανώς σχετική αρχαία βιολογική απόκριση στους τραυματισμούς. Αυτή η κατάσταση υπομεταβολισμού παρατηρείται στο σκώληκα Caenorhabditis elegans όταν βρίσκεται στο στάδιο της νύμφης ή σε πιο σύνθετα ζώα κατά τη διάρκεια της χειμερίας νάρκης. Οι παραπάνω καταστάσεις επιτρέπουν τα ζώα να αντιμετωπίσουν μία απειλή (όπως ο χειμώνας) περιορίζοντας μη απαραίτητες μεταβολικές διαδικασίες που καταναλώνουν ενέργεια, διατηρώντας την τελευταία για ζωτικές λειτουργίες. Είναι γνωστό ότι υπάρχουν διάφορα σήματα στα ζώα που ενεργοποιούν τη χειμερία νάρκη, ωστόσο οι ερευνητές αναζητούν αν στους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης παρατηρείται κάτι αντίστοιχο.

Συμπεράσματα

Σήμερα, γνωρίζουμε πλέον πολύ περισσότερα για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης απ’ότι 35 χρόνια πριν. Είναι σαφές ότι υπάρχουν υπολογίσιμοι βιολογικοί δείκτες που μπορούν να διαχωρίσουν τους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης από τα υγιή άτομα.

Ωστόσο, αρκετά πεδία έρευνας για το σύνδρομο αποτελούν ακόμα πρόκληση με αποτέλεσμα οι γιατροί να μην έχουν ακόμα δύο απαραίτητα εργαλεία. Πρώτον, δεν υπάρχει κάποια εγκεκριμένη θεραπεία για το σύνδρομο. Δεύτερον, αν και υπάρχουν διάφοροι βιολογικοί δείκτες που μπορούν να διαχωρίσουν τους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης από τα υγιή άτομα, δεν έχει αναπτυχθεί ακόμα κάποια διαγνωστική εξέταση με υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα. Μία μικρή έρευνα που παρουσιάστηκε στο συνέδριο (20 ασθενείς και 20 υγιείς για την ομάδα ελέγχου) ανέφερε τέλεια ευαισθησία αλλά η ειδικότητά της δεν έχει εξεταστεί ακόμα.

Καθώς οι γνώσεις μας σχετικά με τη νόσο αυξάνονται συνεχώς, είναι βέβαιο ότι δεν θα αργήσει η ανάπτυξη μίας αποτελεσματική θεραπείας.

Βιβλιογραφία: JAMA