Αρχική Blog Σελίδα 6

JN.1: Τι Γνωρίζουμε για τη Νεότερη Παραλλαγή του SARS-CoV-2

Η παραλλαγή ΒΑ.2.86 δεν κατάφερε ποτέ να εξαπλωθεί σε μεγάλο βαθμό παγκοσμίως. Ωστόσο η νεότερη παραλλαγή του ιού SARS-CoV-2, γνωστή ως JN.1, πιθανώς θα προκαλέσει περισσότερες λοιμώξεις, ιδιαίτερα καθώς πλησιάζει ο χειμώνας. Τα πρώτα δεδομένα δείχνουν ότι η παραλλαγή αυτή έχει αυξημένη ανθεκτικότητα στην προϋπάρχουσα ανοσία, γεγονός που μπορεί να διευκολύνει την εξάπλωσή της στον πληθυσμό.

Προς το παρόν περιστατικά της παραλλαγής αυτής έχουν παρατηρηθεί σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Πορτογαλία.

Τον Αύγουστο, σε μία ανακοίνωση του CDC των ΗΠΑ, ο οργανισμός είχε υποστηρίξει ότι η παραλλαγή ΒΑ.2.86 φέρει περισσότερες από 30 μεταλλάξεις, επομένως πιθανώς θα εξαπλωθεί ευκολότερα σε σχέση με προηγούμενα στελέχη του ιού. Ευτυχώς, η εκτίμηση αυτή δεν επιβεβαιώθηκε, ωστόσο σήμερα η παραλλαγή JN.1 προκαλεί ξανά ανησυχία. Η τελευταία φέρει μία μετάλλαξη στο γονίδιο L455S, το οποίο επηρεάζει την ανθεκτικότητα στα μονοκλωνικά αντισώματα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, βέβαια, σε αυτή τη φάση δεν υπάρχει ακόμα λόγος ανησυχίας, ωστόσο ιδανικά θα πρέπει να παρακολουθήσουμε την πορεία του νέου στελέχους.

Αν και αυτή τη στιγμή έχουν καταγραφεί ήδη μερικά περιστατικά της παραλλαγή JN.1, δεν φαίνεται ότι υπάρχει ευρεία εξάπλωση, ούτε κάποια ένδειξη ότι αυτό μπορεί να συμβεί στο μέλλον. Σίγουρα οι χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα θα διευκολύνουν την εξάπλωση του παθογόνου, ωστόσο από τα μέχρι τώρα δεδομένα η νεότερη παραλλαγή δεν φαίνεται να διαφέρει σημαντικά από την BA.2.86, η οποία όπως γνωρίζουμε δεν κατάφερε να εξαπλωθεί σε μεγάλο βαθμό.

«Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι η παραλλαγή JN.1 μπορεί να εξελιχθεί σε κυρίαρχο στέλεχος. Επίσης δεν φαίνεται να εξαπλώνεται ταχύτερα σε σχέση με προηγούμενες παραλλαγές του ιού. Κανένας από τους δείκτες για τη νέα αυτή παραλλαγή δεν μας έχει προκαλέσει ανησυχία μέχρι σήμερα», αναφέρουν επιστήμονες του CDC των ΗΠΑ.

Αναφορικά με την αποτελεσματικότητα εμβολίων και φαρμάκων ενάντια στη νέα παραλλαγή, τα πρώτα δεδομένα δείχνουν ότι τα εμβόλια είναι ικανά να προστατεύσουν από τα σοβαρά συμπτώματα της τελευταίας, ενώ και τα αντιιικά φάρμακα που χορηγούνται για την COVID-19 θα είναι εξίσου αποτελεσματικά με τα προηγούμενα στελέχη της πανδημίας.

Σήμερα, κυρίαρχη παραλλαγή της πανδημίας είναι η HV.1 και ακολουθεί η EG.5. Όπως φαίνεται, ο ιός SARS-CoV-2 θα συνεχίσει να μεταλλάσσεται και θα ανιχνεύονται συνεχώς νέα στελέχη, ωστόσο η ανοσία του πληθυσμού στην παρούσα φάση φαίνεται ότι καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την εξάπλωση νέων στελεχών.

«Οι ιοί του αναπνευστικού συστήματος μεταλλάσσονται συνεχώς. Αρκεί να δούμε τι συμβαίνει κάθε χρόνο με τη γρίπη και τους ιούς του κοινού κρυολογήματος και έτσι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει και με τον SARS-CoV-2. Εφόσον ο αριθμός των νοσηλειών δεν παρουσιάζει αύξηση, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας», καταλήγει η ανακοίνωση του CDC.

Φωτογραφία: CDC

Ένα Κοινό Φάρμακο για τη Ρινική Συμφόρηση Δεν Μπορεί να Αντιμετωπίσει Αυτό το Σύμπτωμα Σύμφωνα με το FDA

Μία νέα ανάλυση από το FDA των ΗΠΑ έδειξε ότι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται ευρέως για την αντιμετώπιση της ρινικής συμφόρησης δεν είναι καθόλου αποτελεσματικό για αυτή την ένδειξη. Το φάρμακο αυτό είναι η φαινυλεφρίνη και όπως έδειξε η ανάλυση, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το παραπάνω σύμπτωμα όταν χορηγείται σε μορφή χαπιού, κάψουλας ή σε σιρόπι. Αντιθέτως, σε μορφή ρινικού σπρέι, το φάρμακο είναι αρκετά αποτελεσματικό.

Η φαινυλεφρίνη κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1970. Το φάρμακο προκαλεί σύσπαση των αγγείων της ρινός με σκοπό να βελτιωθεί η ροή του αέρα και κατά συνέπεια η αναπνοή συνολικά.

Η φαινυλεφρίνη βρίσκεται σήμερα σε αρκετά φάρμακα που χορηγούνται χωρίς συνταγή για την αντιμετώπισή των συμπτωμάτων του κρυολογήματος. Το φάρμακο εδραιώθηκε μάλιστα ακόμα περισσότερο όταν η χρήση ενός άλλου αποσυμφορητικού, της ψευδοεφεδρίνης, περιορίστηκε σε κάποιο βαθμό το 2008, εξ’ αιτίας μίας οδηγίας σχετικά με χρήση της.

Το 2007 Διατυπώθηκαν οι Πρώτες Αμφιβολίες για τη Φαινυλεφρίνη

Καθώς, όπως προαναφέρθηκε, το φάρμακο κυκλοφορεί από τη δεκαετία του 1970, πιθανώς προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι σχεδόν 50 χρόνια μετά ακούγονται για πρώτη φορά αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου. Στην πραγματικότητα ωστόσο, το 2007 άλλαξε ο τρόπος που εξετάζεται η αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου και τότε παρατηρήθηκε ότι το φάρμακο πιθανώς δεν είναι τόσο αποτελεσματικό όσο πιστεύαμε.

Όταν παίρνουμε οποιοδήποτε φάρμακο που χορηγείται από το στόμα (χάπι, κάψουλα ή σιρόπι), κάποια ποσότητα του φαρμάκου καταστρέφεται στο στομάχι και η υπόλοιπη ασκεί τη δράση που βλέπουμε στον οργανισμό μας. Πρώιμες μελέτες είχαν δείξει ότι περίπου το 1/3 της φαινυλεφρίνης που περιέχει το χάπι καταφέρνει τελικά να επιβιώσει από τη διάσπαση στο στόμαχο και να φτάσει στο αίμα. Η ποσότητα αυτή είχε θεωρηθεί επαρκής για την αντιμετώπιση της ρινικής συμφόρησης.

Πιο πρόσφατες μελέτες, ωστόσο, παρατήρησαν ότι τελικά λιγότερο από το 1% της ποσότητας του φαρμάκου καταφέρνει να φτάσει στο αίμα. Το ποσοστό αυτό προφανώς είναι εξαιρετικά χαμηλό και δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει τη ρινική συμφόρηση.

Καταλαβαίνουμε επομένως ότι η χορήγηση του φαρμάκου σε μορφή χαπιού δεν μπορεί να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα εξ’ αιτίας της αποδόμησης στο στόμαχο, κάτι που ωστόσο δεν συμβαίνει όταν η φαινυλεφρίνη χορηγείται ως ρινικό σπρέι.

Οι αναλύσεις που έκανε το FDA των ΗΠΑ επιβεβαίωσαν την παραπάνω θεωρία και έδειξαν ότι πράγματι το φάρμακο δεν είναι καθόλου αποτελεσματικό σε αυτή τη μορφή. Ως αποτέλεσμα, αυτή τη στιγμή στις ΗΠΑ έχουν αποσυρθεί σχεδόν όλα τα φάρμακα που περιέχουν φαινυλεφρίνη ως μοναδική ενεργή ουσία για την αντιμετώπιση της ρινικής συμφόρησης.

Αντίστοιχες ενέργειες γίνονται και σε άλλες χώρες και πλέον οι περισσότεροι φορείς υγείας συνιστούν ρινικά σπρέι φαινυλεφρίνης. Καθώς οι θερμοκρασίες μειώνονται συνεχώς και ο χειμώνας πλησιάζει, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ποιες είναι οι μορφές του φαρμάκου που θα μας βοηθήσουν περισσότερο να αντιμετωπίσουμε το ενοχλητικό αυτό σύμπτωμα.

Σε κάθε περίπτωση, ο γιατρός και ο φαρμακοποιός σας είναι αυτοί που θα σας προτείνουν το κατάλληλο φάρμακο.

Φωτογραφία: Anna Shvets

Φαινόμενο Raynaud: Επιστήμονες Ανακάλυψαν Δύο Νέα Γονίδια που Συνδέονται με Αυξημένο Κίνδυνο

Περίπου το 2-5% του παγκοσμίου πληθυσμού σήμερα πάσχει από φαινόμενο Raynaud. Το κύριο σύμπτωμα της παραπάνω νόσου είναι η σύσφιξη των μικρών αγγείων, γεγονός που τελικά προκαλεί ένα χαρακτηριστικό λευκό χρώμα στα δάχτυλα. Ο πρώτος επιστήμονες που παρατήρησε το παραπάνω φαινόμενο το 1862 ήταν ο Maurice Raynaud, ο οποίος τελικά έδωσε και το όνομά του στη νόσο. Σήμερα, δύο επιστημονικές ομάδες από τη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία κατάφεραν να ανακαλύψουν συγκεκριμένα γονίδια που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο για το φαινόμενο Raynaud.

«Όταν ο Raynaud εξέτασε για πρώτη φορά ασθενείς με τη νόσο, παρατήρησε ότι ορισμένοι ασθενείς έχαναν τα δάχτυλά τους εξ’ αιτίας του φαινομένου Raynaud. Σήμερα, αυτό συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια, ωστόσο ακόμα δεν υπάρχει κάποια εξαιρετικά αποτελεσματική θεραπεία που αντιμετωπίζει τα συμπτώματα της νόσου. Η ομάδα μας θέλησε να εξερευνήσει αν υπάρχουν γονίδια που αυξάνουν τον κίνδυνο του φαινομένου Raynaud», αναφέρουν οι επιστήμονες της νέας μελέτης.

Για τις αναλύσεις τους, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δεδομένα από τη μελέτη UK Biobank, στην οποία συμμετέχουν περισσότεροι από 500.000 εθελοντές. Περίπου 5.000 από τους παραπάνω εθελοντές είχαν διαγνωστεί στο παρελθόν με φαινόμενο Raynaud. Η επιστημονική ομάδα της έρευνας εξερεύνησε συγκριτικά τα γενετικά δεδομένα ανάμεσα σε αυτούς τους ασθενείς και τους υπολοίπους με σκοπό να διαπιστώσει αν υπάρχουν συγκεκριμένα γονίδια που εμφανίζονται μόνο σε αυτούς τους ασθενείς.

Από τις αναλύσεις που έκαναν οι επιστήμονες, διαπιστώθηκε ότι δύο συγκεκριμένα γονίδια συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο φαινομένου Raynaud. Το πρώτο από αυτά κωδικοποιεί έναν υποδοχέα που σχετίζεται με το στρες, τον ADRA2A, ο οποίος έχει συνδεθεί στο παρελθόν με τη σύσπαση των μικρών αγγείων. Το γονίδιο αυτό φυσιολογικά αυξάνει την αιμάτωση του κορμού, ωστόσο στους ασθενείς με φαινόμενο Raynaud φαίνεται ότι υπερλειτουργεί, γεγονός που μπορεί πιθανώς να εξηγήσει τα συμπτώματα που παρουσιάζονται.

Το δεύτερο γονίδιο που ανακάλυψε η ομάδα λέγεται μεταγραφικός παράγοντας IRX1, το οποίο σχετίζεται με την ικανότητα διαστολής των αγγείων. Παθολογικές μορφές του γονιδίου μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα των αγγείων να διαστέλλονται, γεγονός που μπορεί να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την κλινική εικόνα των ασθενών.

Η ανακάλυψη των παραπάνω γονιδίων έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς μας επιτρέπει να κατανοήσουμε βαθύτερα τους μηχανισμούς του φαινομένου Raynaud. Καταλήγοντας, η επιστημονική ομάδα της μελέτης υποστήριξε ότι οι εξετάσεις για τα συγκεκριμένα γονίδια θα μπορούσαν ίσως να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον για λόγους πρόληψης. Δηλαδή, αν ένας ασθενής διαπιστώσει ότι έχει τα παραπάνω γονίδια θα πρέπει ίσως να είναι πιο προσεκτικός κατά την έκθεσή του σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Φωτογραφία: Google DeepMind

Ένα Αντικαταθλιπτικό Δοκιμάζεται ως Συμπληρωματική Θεραπεία για το Σύνδρομο Ευερεθίστου Εντέρου

Η αμιτριπτυλίνη έχει χρησιμότητα στην αντιμετώπιση του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική θεραπεία, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της μελέτης ATLANTIS, οι οποίες δημοσιεύτηκαν πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό Lancet.

Σε όλους τους δείκτες που εξέτασε η επιστημονική ομάδα της μελέτης διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς με το σύνδρομο που πήραν αμιτριπτυλίνη, παρουσίασαν μεγαλύτερη βελτίωση από αυτή που παρατηρήθηκε στην ομάδα ελέγχου. Συγκεκριμένα, οι ασθενείς αυτοί είχαν χαμηλότερα σκορ στο δείκτη IBS-SSS που εκτιμά τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, καθώς υψηλότερα σκορ στην υποκειμενική αντίληψη της σοβαρότητας των συμπτωμάτων από τους ασθενείς.

«Η αμιτριπτυλίνη ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου. Επιπλέον, παρατηρήσαμε ότι το φάρμακο ήταν ασφαλές και είχε καλή ανοχή, εφόσον χορηγήθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες. Οι γιατροί θα πρέπει να εξετάζουν αν θα πρέπει να χορηγούν το φάρμακο σε συγκεκριμένους ασθενείς ως συμπληρωματική αγωγή στη θεραπεία πρώτης γραμμής», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Σήμερα, οι περισσότεροι γιατροί συνιστούν αλλαγές στη διατροφή και τον τρόπο ζωής στους ασθενείς τους μετά τη διάγνωση του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου. Παρά το γεγονός ότι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης έχουν δείξει θετικά δείγματα για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του συνδρόμου, σχεδόν κανένας γιατρός δεν χορηγεί τα παραπάνω φάρμακα όταν δεν επαρκούν οι αλλαγές στον τρόπο ζωής και τη διατροφή. Αυτό είναι κάτι που σίγουρα θα πρέπει να αλλάξει σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα.

Σε ένα άρθρο που συνόδευσε τα αποτελέσματα της έρευνας, οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση της μελέτης ήταν το γεγονός ότι και η ομάδα που πήρε placebo παρουσίασε κάποιου βαθμού βελτίωση των συμπτωμάτων. Ωστόσο, το placebo effect που παρατηρήθηκε ενδεχομένως αποδίδεται σε άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η τακτική επαφή των ασθενών με τους γιατρούς για την αντιμετώπιση της νόσου.

«Σε κάθε περίπτωση τα αποτελέσματα της μελέτης ATLANTIS είναι σαφή και δείχνουν ότι οι χαμηλές δόσεις τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών μπορεί να προσφέρουν οφέλη στους ασθενείς με σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου ως συμπληρωματική αγωγή. Η αντιμετώπιση της νόσου πρέπει να είναι εξατομικευμένη σε κάθε ασθενή και να λαμβάνει υπόψη το είδος των συμπτωμάτων, το ιστορικό θεραπειών και την ευαισθησία στις ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων», καταλήγουν οι συγγραφείς.

Φωτογραφία: Sora Shimazaki

Νέα Έρευνα: Η Έλλειψη Ύπνου Αυξάνει τον Κίνδυνο Κατάθλιψης

Η διάρκεια ύπνου κάτω από 5 ώρες κάθε βράδυ συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο συμπτωμάτων κατάθλιψης, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης από το University College London. Σήμερα είναι γνωστό ότι διάφορες ψυχιατρικές παθήσεις μπορεί να επηρεάσουν τον ύπνο, ωστόσο η παρούσα μελέτη δείχνει ότι η σύνδεση αυτή είναι αμφίδρομη.

Στην έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Translational Psychiatry, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από ασθενείς της μέσης ή τρίτης ηλικίας και διαπίστωσαν ότι αυτοί που είχαν τη μικρότερη διάρκεια ύπνου ήταν αυτοί που παρουσίαζαν επίσης συχνότερα συμπτώματα κατάθλιψης.

«Από προηγούμενες έρευνες αλλά και στην κλινική πράξη έχει διαπιστωθεί ότι οι ασθενείς με κατάθλιψη έχουν συνήθως μειωμένη διάρκεια ύπνου. Ωστόσο, αυτό που δεν γνωρίζαμε είναι αν η έλλειψη ύπνου προκαλεί συμπτώματα κατάθλιψης ή το αντίστροφο. Στη μελέτη μας κάναμε γενετικές αναλύσεις από τις οποίες δείξαμε ότι οι διαταραχές του ύπνου συνήθως προηγούνται της κατάθλιψης», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Η ομάδα χρησιμοποίησε δεδομένα για 7.146 εθελοντές που συμμετείχαν στη μελέτη English Longitudinal Study of Ageing (ELSA), η οποία αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού στην Αγγλία.

Οι επιστήμονες προσπάθησαν επίσης να εξερευνήσουν τη γενετική προδιάθεση των εθελοντών για την αϋπνία και την κατάθλιψη, με βάση τις παρατηρήσεις προηγουμένων ερευνών ανάλυσης του γονιδιώματος.

Από τις αναλύσεις που έκαναν οι επιστήμονες, παρατήρησαν ότι στους εθελοντές με διάρκεια ύπνου κάτω από 5 ώρες ο κίνδυνος κατάθλιψης ήταν 2.5 φορές υψηλότερος σε σχέση με αυτούς που είχαν φυσιολογική διάρκεια ύπνου. Εξετάζοντας την αντίστροφη σύνδεση οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι εθελοντές με συμπτώματα κατάθλιψης είχαν 30% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν διαταραχές του ύπνου.

Μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση της μελέτης ήταν ότι η εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια του ύπνου (πάνω από το φυσιολογικό) συνδέθηκε επίσης με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης. Συγκεκριμένα, αυτοί που είχαν διάρκεια ύπνου πάνω από 9 ώρες, είχαν 150% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν συμπτώματα κατάθλιψης.

«Τόσο οι διαταραχές του ύπνου όσο και η κατάθλιψη παρουσιάζουν αύξηση στις μεγαλύτερες ηλικίες. Καθώς τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία γήρανση του πληθυσμού, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε καλύτερα τη σύνδεση ανάμεσα στις δύο παραπάνω καταστάσεις. Η μελέτη μας προσφέρει κάποιες σημαντικές παρατηρήσεις οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν τη βάση για μελλοντικές μελέτες», κατέληξαν οι συγγραφείς.

Η μέση διάρκεια του ύπνου στους εθελοντές της μελέτης ήταν οι 7 ώρες. Περίπου το 10% είχαν διάρκεια ύπνου κάτω από 5 ώρες, ωστόσο το ποσοστό αυτό έφτασε το 15% στο τέλος της μελέτης. Το ποσοστό των ασθενών με κατάθλιψης ξεκίνησε από το 8.75% στην αρχή της μελέτης και τελικά έφτασε το 11.47%.

Φωτογραφία: cottonbro studio

Δύο Προβιοτικά Εξετάζονται ως Συμπληρωματική Θεραπεία για την Αντιμετώπιση της Υπέρτασης

Περίπου το 40% του παγκοσμίου πληθυσμού σήμερα πάσχει από υπέρταση, μία κατάσταση που έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και άλλων χρονίων παθήσεων. Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι τα προβιοτικά ενδεχομένως μπορεί να προσφέρουν οφέλη στην αντιμετώπιση της υπέρτασης, ωστόσο ακόμα δεν έχουμε κατανοήσει πλήρως τους μηχανισμούς μέσω των οποίων το εντερικό μικροβίωμα επηρεάζει την αρτηριακή πίεση.

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο περιοδικό mSystems προσθέτει δύο νέα βακτήρια στη λίστα των προβιοτικών που μπορεί να βοηθήσουν στη ρύθμιση της υπέρτασης. Σε μελέτες που έκαναν οι επιστήμονες της έρευνας χρησιμοποιώντας ποντίκια με υπέρταση, παρατήρησαν ότι τα βακτήρια Bifidobacterium lactis και Lactobacillus rhamnosus επανέφεραν την αρτηριακή πίεση εντός φυσιολογικών ορίων. Οι επιστήμονες παρακολούθησαν επίσης τις επιδράσεις των παραπάνω προβιοτικών στο εντερικό μικροβίωμα των ποντικών για ένα διάστημα 16 εβδομάδων με σκοπό να παρατηρήσουν τυχόν μεταβολές στη σύνθεση των βακτηρίων του εντέρου.

«Όλο και περισσότερα δεδομένα που έρχονται στο φως επιβεβαιώνουν τη χρησιμότητα των προβιοτικών και πρεβιοτικών βακτηρίων τόσο σε in vitro όσο και σε in vivo πειράματα. Πιστεύουμε ότι η χορήγηση προβιοτικών θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως συμπληρωματική αγωγή για την αντιμετώπιση της υπέρτασης σε συνδυασμό με τα αντιϋπερτασικά φάρμακα», αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.

Προηγούμενες μελέτες είχαν συνδέσει την αύξηση των περιστατικών υπέρτασης παγκοσμίως με την αύξηση στην κατανάλωση προϊόντων με ζάχαρη. Η ζάχαρη επηρεάζει την αρτηριακή πίεση μέσω αρκετών διαφορετικών μηχανισμών, όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη και η κατακράτηση νατρίου. Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες έχουν αρχίσει να αποκαλύπτουν και αρνητικές επιδράσεις της ζάχαρης στο εντερικό μικροβίωμα.

Στη νέα τους έρευνα, οι επιστήμονες εξέτασαν δύο προβιοτικά στελέχη σε ποντίκια που είχαν παρουσιάσει υπέρταση μετά από διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη. Σε ένα διάστημα 16 εβδομάδων, οι επιστήμονες παρακολουθούσαν τακτικά τις διακυμάνσεις της αρτηριακής πίεσης στα πειραματόζωα. Όπως παρατήρησαν, η χορήγηση των Bifidobacterium lactis και Lactobacillus rhamnosus στα ποντίκια συνδέθηκε με σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης συγκριτικά με τα ποντίκια που δεν έλαβαν κανένα από τα παραπάνω προβιοτικά.

Μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι τα ποντίκια που έκαναν διατροφή με φρουκτόζη και πήραν τα παραπάνω δύο προβιοτικά, είχαν συγκρίσιμη αρτηριακή πίεση με αυτή ποντικών που έκαναν υγιεινή διατροφή. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι τα δύο προβιοτικά βακτήρια που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη μπορεί να βοηθήσουν στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης εντός φυσιολογικών ορίων μακροπρόθεσμα.

Περαιτέρω αναλύσεις που έκανε η ομάδα στο εντερικό μικροβίωμα έδειξαν ότι η διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη αύξανε τα επίπεδα των βακτηρίων του είδους Bacteroidetes και μείωνε τα επίπεδα των Firmicutes. Ωστόσο, η χορήγηση των προβιοτικών επανέφερε τα επίπεδα των παραπάνω βακτηρίων εντός φυσιολογικών επιπέδων.

Η επιστημονική ομάδα έχει ήδη ξεκινήσει μία νέα μεγάλη κλινική δοκιμή στην οποία θα εξετάσει αν οι επιδράσεις των προβιοτικών είναι εξίσου ευεργετικές και σε ανθρώπους ασθενείς με υπέρταση.

Φωτογραφία: George Milton

Νέα Μελέτη: Η Κατανάλωση Κόκκινου Κρέατος Αυξάνει τον Κίνδυνο Διαβήτη Τύπου 2

Αυτοί που καταναλώνουν 2 ή περισσότερες μερίδες κόκκινου κρέατος την εβδομάδα έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν διαβήτη τύπου 2, συγκριτικά με αυτούς που καταναλώνουν μικρότερες ποσότητες. Μάλιστα, όσο αυξάνεται η κατανάλωση κρέατος, τόσο αυξάνεται και ο παραπάνω κίνδυνος, όπως αναφέρουν οι επιστήμονες μίας νέας μελέτης από το Πανεπιστήμιο του Harvard.

«Οι παρατηρήσεις μας επιβεβαιώνουν τα αποτελέσματα προηγουμένων ερευνών που είχαν δείξει ότι ο περιορισμός της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη για την υγεία μας», αναφέρουν οι συγγραφείς στη μελέτη τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό American Journal of Clinical Nutrition.

Αν και η σύνδεση αυτή είχε παρατηρηθεί και σε προηγούμενες έρευνες, η παρούσα μελέτη πρακτικά επιβεβαιώνει ότι πράγματι το κόκκινο κρέας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο διαβήτη, καθώς παρακολούθησε την υγεία των εθελοντών για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τα ποσοστά διαβήτη τύπου 2 έχουν παρουσιάσει κατακόρυφη αύξηση τα τελευταία χρόνια, κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί μείζονα παράγοντα κινδύνου για την καρδιαγγειακή νόσο, τη νεφρική νόσο, τον καρκίνο, αλλά και την άνοια.

Στην παρούσα μελέτη οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα για 216.695 εθελοντές από τις βάσεις Nurses’ Health Study, Nurses’ Health Study II και Health Professionals Follow-up Study (HPFS). Οι εθελοντές συμπλήρωναν ερωτηματολόγια σχετικά με τη διατροφή τους κάθε 2-4 χρόνια για ένα διάστημα περίπου 36 ετών. Σε αυτό το διάστημα, περίπου 22.000 εθελοντές διαγνώστηκαν με διαβήτη τύπου 2.

Από την ανάλυση των δεδομένων, οι επιστήμονες της μελέτης παρατήρησαν ότι η κατανάλωση κόκκινου κρέατος (επεξεργασμένου και μη) συνδέεται ισχυρά με τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2. Οι εθελοντές με την υψηλότερη κατανάλωση είχαν 62% αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 σε σχέση με αυτούς που έκαναν τη χαμηλότερη κατανάλωση. Κάθε επιπλέον μερίδα επεξεργασμένου κρέατος συνδέθηκε με 46% αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, ενώ κάθε επιπλέον μερίδα μη επεξεργασμένου κρέατος συνδέθηκε με 24% αυξημένο κίνδυνο.

Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του παραπάνω προβλήματος αντικαθιστώντας το κόκκινο κρέας με άλλες πηγές πρωτεϊνών. Όπως παρατήρησαν, η αντικατάσταση μίας μερίδας κρέατος με ξηρούς καρπούς ή όσπρια μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο διαβήτη κατά 30%, ενώ η αντικατάσταση του κρέατος με γαλακτοκομικά μείωνε τον κίνδυνο κατά 22%.

«Από τις παρατηρήσεις της μελέτης μας αλλά και αυτές προηγουμένων ερευνών φαίνεται ότι ο περιορισμός της κατανάλωσης κρέατος σε 1 μερίδα την εβδομάδα έχει χρησιμότητα για τους ασθενείς που επιθυμούν να βελτιώσουν την υγεία τους», καταλήγουν οι επιστήμονες της μελέτης.

Φωτογραφία: ready made

COVID-19: Νέο Αντιιικό Φάρμακο για την Αντιμετώπιση της Ανοσμίας και της Αγευσίας

Η ενσιτρελβίρη, ένα αντιιικό χάπι, φαίνεται ότι μπορεί να αντιμετωπίσει δύο από τα πλέον ενοχλητικά συμπτώματα της COVID-19 και συγκεκριμένα την ανοσμία και την αγευσία. Προς το παρόν το φάρμακο αυτό έχει εγκριθεί μόνο στην Ιαπωνία όπου χορηγείται σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια συμπτώματα, ανεξαρτήτως παραγόντων κινδύνου για την COVID-19.

Στην αρχή της πανδημίας, περίπου το 40-50% των ασθενών με COVID-19 παρουσίασαν διαταραχές της όσφρησης και της γεύσης. Τα χάπια που κυκλοφορούν σήμερα στο Δυτικό κόσμο για την COVID-19 μπορεί να επιταχύνουν την ανάρρωση από τα παραπάνω συμπτώματα, ωστόσο χορηγούνται μόνο σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για τη σοβαρή λοίμωξη από τον ιό.

Η ενσιτρελβίρη έχει αναπτυχθεί από την εταιρεία Shionogi της Ιαπωνίας και εξετάστηκε πριν την έγκρισή της σε μία κλινική δοκιμή, τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν πριν λίγες ημέρες. Στο δοκιμή αυτή συμμετείχαν εθελοντές με ήπια ή μέτρια συμπτώματα COVID-19 οι οποίοι χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Οι δύο πρώτες ομάδες έλαβαν 125mg και 250mg ενσιτρελβίρης, ενώ οι εθελοντές της τρίτης ομάδας πήραν placebo και αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.

Μετά την τρίτη ημέρα της θεραπείας, το ποσοστό των ασθενών που παρουσίασαν σημαντική βελτίωση της ανοσμίας και της αγευσίας ήταν πολύ υψηλότερο στις ομάδες που έλαβαν το φάρμακο. Την 7η ημέρα, το ποσοστό των ασθενών που ανέφεραν ακόμα κάποιο από τα παραπάνω συμπτώματα ήταν 39% χαμηλότερο στην ομάδα που έπαιρνε 250mg του φαρμάκου σε σχέση με το ποσοστό της ομάδας ελέγχου.

Τα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής παρουσιάστηκαν πριν από λίγες ημέρες στο συνέδριο IDWeek, το οποίο διεξήχθη φέτος στη Βοστόνη των ΗΠΑ.

«Στους περισσότερους ασθενείς η ανοσμία και η αγευσία υποχωρούν χωρίς κάποια θεραπεία, ωστόσο κάποιοι ασθενείς ταλαιπωρούνται μακροπρόθεσμα από τα παραπάνω συμπτώματα», ανέφεραν οι συγγραφείς.

Όπως υποστήριξαν, η συχνότητα της ανοσμίας και της αγευσίας έχει πλέον μειωθεί σημαντικά, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση του στελέχους Όμικρον. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε τη σοβαρότητα των παραπάνω συμπτωμάτων, καθώς μπορεί να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των ασθενών εφόσον παραμείνουν μακροπρόθεσμα.

Καταλήγοντας, οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι το φάρμακο που αναπτύσσουν μπορεί στο μέλλον να αποτελεί την απάντηση στην αντιμετώπιση των παραπάνω συμπτωμάτων.

Φωτογραφία: Leah Kelley

Διαβήτης της Κύησης: Μπορεί να Αυξήσει τον Κίνδυνο Παχυσαρκίας στα Παιδιά;

Τα παιδιά γυναικών που πάσχουν από διαβήτη της κύησης έχουν πιθανώς αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης που παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες στο συνέδριο ObesityWeek.

Συγκριτικά με τα παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρες χωρίς την παραπάνω νόσο, τα τέκνα των γυναικών με διαβήτη της κύησης είχαν πολύ υψηλότερα ποσοστά υπερβαρίας και παχυσαρκίας. Συγκεκριμένα, το ποσοστό αυτό στην τελευταία ομάδα ήταν 42%, ενώ στην πρώτη 29%.

Τα παιδιά που είχαν μητέρες με διαβήτη της κύησης είχαν επίσης κατά μέσο όρο μεγαλύτερη περιφέρεια μέσης και μεγαλύτερη αναλογία βάρους/ύψος, όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα που δημοσίευσε η ομάδα της μελέτης στο περιοδικό Obesity.

«Στην έρευνά μας παρατηρήσαμε υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας στα παιδιά που έχουν γεννηθεί από γυναίκες με διαβήτη της κύησης. Μάλιστα, παρατηρήσαμε και συγκεκριμένες αλλαγές στον εγκέφαλο οι οποίες είναι δυνατό να εξηγήσουν τον αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας σε αυτά τα παιδιά», αναφέρουν οι επιστήμονες της μελέτης.

Οι σύνδεση αυτή επιβεβαιώθηκε επίσης και σε αναλύσεις που έγιναν σε παιδιά από μητέρες που είχαν διαβήτη της κύησης σε μία εγκυμοσύνη αλλά όχι στις υπόλοιπες.

Αναφορικά με τους μηχανισμούς που θα μπορούσαν πιθανώς να εξηγήσουν τη σύνδεση που παρατηρήθηκε στην παρούσα μελέτη, η επιστημονική ομάδα υποστήριξε ότι η υπεργλυκαιμία, η δυσλιπιδαιμία και η φλεγμονή που προκαλεί ο διαβήτης της κύησης μπορεί να ενοχοποιούνται για τις αλλαγές που παρατηρήθηκαν στον εγκέφαλο.

Ορισμένα σημαντικά στοιχεία που δεν εξετάστηκαν στην παρούσα μελέτη ήταν η θεραπεία που έπαιρναν οι γυναίκες για την αντιμετώπιση του διαβήτη της κύησης, καθώς και το τρίμηνο της κύησης στο οποίο διαγνώστηκε η νόσος. Ένας άλλος παράγοντας που ενδεχομένως επηρέασε τα αποτελέσματα της μελέτης ήταν το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε το παιδί.

Στην παρούσα μελέτη εξετάστηκαν συνολικά 8.521 παιδιά, εκ των οποίων το 7% είχαν μητέρες με διαβήτη της κύησης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η μέση ηλικία των παιδιών που εξετάστηκαν ήταν τα 9.9 χρόνια, το 51.4% ήταν αγόρια, ενώ το 56.2% ήταν Καυκάσιοι.

Η υγεία του εγκεφάλου στα παιδιά εξετάστηκε με μαγνητική τομογραφία, ενώ οι μητέρες ανέφεραν μόνες τους το ιστορικό διαβήτη της κύησης.

«Οι μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εξερευνήσουν αν υπάρχουν συγκεκριμένες προσεγγίσεις που μπορεί να γίνουν κατά τη διάρκεια της κύησης για να περιορίσουν τον κίνδυνο παχυσαρκίας στα παιδιά των γυναικών με διαβήτη της κύησης», καταλήγει η ομάδα.

Φωτογραφία: Yan Krukau

Κύκλος Περιόδου: Μπορεί να Προκαλέσει Δομικές Αλλαγές στον Εγκέφαλο;

Οι μεταβολές στα επίπεδα των ορμονών που συμβαίνουν κατά τον εμμηνορρυσιακό κύκλο φαίνεται ότι δεν επηρεάζουν μόνο το αναπαραγωγικό σύστημα, αλλά και τον εγκέφαλο των γυναικών, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας προδημοσίευσης, η οποία έχει αναρτηθεί αυτή τη στιγμή στην ιστοσελίδα bioRxiv.

Η επιστημονική ομάδα της μελέτης παρακολούθησε μία ομάδα 30 γυναικών οι οποίες έκαναν τακτικά απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου κατά τη διάρκεια του κύκλου τους προκειμένου να παρατηρηθούν οι αλλαγές στον εγκέφαλό τους σε αυτό το διάστημα.

Από τις παρατηρήσεις της επιστημονικής ομάδας φαίνεται ότι οι αλλαγές που παρατηρούνται στον εγκέφαλο δεν εντοπίζονται αποκλειστικά στις περιοχές που σχετίζονται με την έμμηνο ρύση και τον κύκλο γενικότερα.

«Στην έρευνά μας παρατηρήσαμε ότι η δομή της λευκής ουσίας του εγκεφάλου στις γυναίκες μπορεί να παρουσιάσει αλλαγές οι οποίες σχετίζονται με τη φάση του εμμηνορρυσιακού κύκλου. Όπως διαπιστώσαμε, οι αλλαγές αυτές δεν περιορίζονται στις περιοχές που έχουν συνδεθεί τυπικά με τον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-γονάδων (HPG)», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Όπως υποστήριξαν, η μέση γυναίκα θα έχει περίπου 450 περιόδους κατά τη διάρκεια της ζωής της, επομένως είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ποιες αλλαγές προκαλεί στον εγκέφαλο ο παραπάνω μηχανισμός.

«Οι κυκλικές διακυμάνσεις των ορμονών του άξονα HPG επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος των θηλαστικών. Ωστόσο, σήμερα γνωρίζουμε ελάχιστα σχετικά με τις επιδράσεις της εμμήνου ρύσεως στον εγκέφαλο και ειδικά σε συγκεκριμένες δομές του τελευταίου», τονίζουν οι συγγραφείς.

Σήμερα υπάρχουν δεδομένα που δείχνουν ότι η μικροδομή της λευκής ουσίας μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τις αλλαγές στα επίπεδα των ορμονών που συμβαίνουν κατά την εφηβεία, την εμμηνόπαυση ή τη χρήση αντισυλληπτικών χαπιών.

Προκειμένου να εξερευνήσουν περισσότερο τις παραπάνω μεταβολές οι επιστήμονες έκαναν εξετάσεις MRI εγκεφάλου στις γυναίκες της μελέτης σε κάθε στάδιο του κύκλου. Παράλληλα, η ομάδα παρακολουθούσε και τα επίπεδα των ορμονών στις τελευταίες.

Από την ανάλυση των δεδομένων διαπιστώθηκε ότι παράλληλα με τις διακυμάνσεις στα επίπεδα των ορμονών αλλάζουν και τα επίπεδα της λευκής και της φαιάς ουσίας, καθώς και ο όγκος του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ).

Ειδικότερα, κατά την αύξηση των ορμονών 17β-οιστραδιόλη και ωχρινοτρόπου πριν την ωορρηξία, ο εγκέφαλος των γυναικών παρουσίασε αλλαγές της λευκής ουσίας που συνδέονται με ταχύτερη επεξεργασία πληροφοριών.

Η αύξηση της θυλακιοτρόπου ορμόνης που παρατηρείται πριν την ωορρηξία συνδέθηκε με αύξηση της φαιάς ουσίας, ενώ η προγεστερόνη, η οποία μειώνεται μετά την ωορρηξία συνδέθηκε με μείωση στον όγκο του ΕΝΥ.

Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα, αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε ακόμα να εξηγήσουμε πως επηρεάζεται η υγεία και συμπεριφορά των γυναικών από τις παραπάνω αλλαγές, ωστόσο η παρούσα μελέτη θέτει τη βάση για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό από μελλοντικές έρευνες.

«Οι επιδράσεις των ορμονών στον εγκέφαλο είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα που σίγουρα θα πρέπει να εξεταστεί περισσότερο στο μέλλον. Η υγεία των γυναικών είναι κάτι που θα πρέπει να μας απασχολεί περισσότερο τα επόμενα χρόνια», καταλήγουν οι συγγραφείς.

Φωτογραφία: Google DeepMind