Αρχική Blog Σελίδα 7

Ανεπάρκεια Βιταμίνης Β12: Μπορεί να Προκαλέσει Χρόνια Φλεγμονή;

Η χρόνια φλεγμονή μπορεί να αποδίδεται μεταξύ άλλων και στην ανεπάρκεια βιταμίνης Β12, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό Journal of the Science of Food and Agriculture.

Η ανεπάρκεια της συγκεκριμένης βιταμίνης έχει συνδεθεί στο παρελθόν με διάφορα προβλήματα υγείας, μεταξύ των οποίων η καρδιαγγειακή νόσος, ο διαβήτης και τα νευροεκφυλιστικά νοσήματα.

Η βιταμίνη Β12 είναι απαραίτητη για τον οργανισμό και εμπλέκεται σε αρκετές φυσιολογικές λειτουργίες του τελευταίου. Οι ασθενείς που έχουν ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 είτε λαμβάνουν πολύ χαμηλές ποσότητες της βιταμίνης από τη διατροφή είτε έχουν διαταραχές απορρόφησης της βιταμίνης. Αν και προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι η βιταμίνη πιθανώς έχει και αντιφλεγμονώδη δράση, μέχρι σήμερα δεν είχαμε κατανοήσει πλήρως τη σύνδεση της βιταμίνης με τα επίπεδα της φλεγμονής.

Θέλοντας να εξερευνήσουν περισσότερο την παραπάνω σύνδεση, επιστήμονες από την Ισπανία εξέτασαν τις επιδράσεις της βιταμίνης Β12 στα επίπεδα δύο μορίων που συνδέονται με τη φλεγμονή. Αυτά ήταν η ιντερλευκίνη 6 (IL-6) και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP).

«Καθώς η χρόνια φλεγμονή συνδέεται με ένα μεγάλο εύρος παθήσεων, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε αν η βιταμίνη Β12 μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδά της. Η IL-6 και η CRP έχουν αναγνωριστεί ως δείκτες φλεγμονής στην κλινική πράξη, καθώς αρκετοί ασθενείς που πάσχουν από χρόνια ή φλεγμονώδη νοσήματα έχουν αυξημένα επίπεδα των παραπάνω. Καταλαβαίνουμε επομένως ότι αν διαπιστωθεί ότι η βιταμίνη Β12 μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα των παραπάνω φλεγμονωδών μορίων, αυτό θα έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία και μπορεί να οδηγήσει σε νέες θεραπείες», εξηγούν οι συγγραφείς της μελέτης.

Οι επιστήμονες εξέτασαν δείγματα αίματος από εθελοντές της μελέτης PREDIMED, η οποία είχε ξεκινήσει με στόχο να εξερευνήσει τις επιδράσεις της Μεσογειακής δίαιτας στην πρωτογενή πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου. Στις αναλύσεις που έκανε η ομάδα της παρούσας μελέτης διαπιστώθηκε ότι τα επίπεδα της βιταμίνης Β12 στον ορό συνδέονται με αυτά της IL-6 και της CRP.

«Οι αναλύσεις μας ανέδειξαν ανάστροφη σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα της βιταμίνης Β12 και τα επίπεδα διαφόρων δεικτών φλεγμονής. Σήμερα γνωρίζαμε ότι η ανεπάρκεια της συγκεκριμένης βιταμίνης μπορεί να είναι επιβλαβής για τον οργανισμό, ωστόσο αυτή είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται σύνδεση ανάμεσα στη βιταμίνη Β12 και τα επίπεδα των IL-6 και CRP. Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα ορισμένα νευρολογικά συμπτώματα που συνδέονται με την ανεπάρκεια της βιταμίνης», αναφέρουν οι επιστήμονες της μελέτης.

Καταλήγοντας, η ομάδα υποστήριξε ότι είναι απαραίτητο να γίνουν άμεσα και νέες, μεγαλύτερες μελέτες οι οποίες θα εξερευνήσουν περισσότερο τη σύνδεση της ανεπάρκειας βιταμίνης Β12 και των δεικτών φλεγμονής σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες, όπως για παράδειγμα οι ηλικιωμένοι. Αυτή τη στιγμή οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης έχουν ήδη ξεκινήσει νέες έρευνες οι οποίες έχουν ως στόχο να εξετάσουν τη σύνδεση της βιταμίνης Β12 με παθήσεις όπως η παχυσαρκία, το σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου, καθώς και τα συμπτώματα των λοιμώξεων.

Φωτογραφία: Ekaterina Bolovtsova

Κοινό Αντικαταθλιπτικό Μπορεί να Προσφέρει Οφέλη στο Σύνδρομο Ευερεθίστου Εντέρου

Μία νέα μελέτη που παρουσιάστηκε στο συνέδριο UEG Week 2023 πριν από λίγες ημέρες υποστηρίζει ότι ένα κοινό αντικαταθλιπτικό φάρμακο μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου.

Η αμιτριπτυλίνη, το φάρμακο στο οποίο αναφέρεται η παραπάνω μελέτη, έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν εκτενώς στην αντιμετώπιση αρκετών παθήσεων, μεταξύ των οποίων οι ημικρανίες, οι νευραλγίες και η κατάθλιψη.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της νέας μελέτης, η οποία εξέτασε τη χορήγηση του φαρμάκου σε ασθενείς με σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου, οι εθελοντές που έπαιρναν το φάρμακο είχαν σχεδόν διπλάσια πιθανότητα να παρουσιάσουν βελτίωση των συμπτωμάτων τους σε σχέση με αυτούς που έπαιρναν placebo.

«Η αμιτριπτυλίνη φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου. Το φάρμακο αυτό χορηγείται εδώ και αρκετά χρόνια για άλλες ενδείξεις, επομένως γνωρίζουμε ότι είναι ασφαλές και έχει καλή ανοχή. Οι γιατροί πιθανώς θα πρέπει να συνιστούν στους ασθενείς τους χαμηλές δόσεις αμιτριπτυλίνης, εφόσον οι τελευταίοι δεν ανταποκρίνονται στις τυπικές θεραπείες για το σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου», αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.

Πώς Μπορεί η Αμιτριπτυλίνη να Βοηθά στην Αντιμετώπιση των Συμπτωμάτων του Συνδρόμου Ευερεθίστου Εντέρου;

Η αμιτριπτυλίνη αναστέλλει την επαναπρόσληψη της σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Ωστόσο, περίπου το 90-95% της παραγωγής της συγκεκριμένης ορμόνης συμβαίνει στο έντερο, επομένως δεν φαίνεται απίθανο ότι μία μικρή δόση αμιτριπτυλίνης μπορεί να επηρεάσει και αυτό το όργανο.

Επιπλέον, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή τη στιγμή όλο και περισσότερες ασχολούνται με την αποκρυπτογράφηση του άξονα εντέρου-εγκεφάλου, ο οποίος φαίνεται να εμπλέκεται με αρκετές παθήσεις τόσο του νευρικού συστήματος όσο και του εντέρου. Επομένως, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε ότι ένα φάρμακο που επηρεάζει τη λειτουργία του νευρικού συστήματος, ενδεχομένως θα μπορεί να προσφέρει οφέλη και σε ορισμένες παθήσεις του εντέρου.

Τέλος, μία θεωρία υποστηρίζει ότι η αμιτριπτυλίνη μπορεί να επηρεάζει και τη λειτουργία του πνευμονογαστρικού νεύρου, το οποίο έχει συνδεθεί στο παρελθόν με τα συμπτώματα του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου.

Υπάρχουν Κίνδυνοι από τη Χρήση της Αμιτριπτυλίνης;

Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα, η σοβαρότητα των συμπτωμάτων του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου μπορεί να διαφέρει σημαντικά σε κάθε ασθενή. Επιπλέον, στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας είναι δύσκολο για τους γιατρούς να προσδιορίσουν ποιοι ασθενείς θα έχουν τα περισσότερα οφέλη από τη χορήγηση της αμιτριπτυλίνης.

Ακόμη, αυτή τη στιγμή δεν έχουν αποσαφηνιστεί ακόμα τα αίτια του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου και σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία πιθανώς έχει πολυπαραγοντική αιτιολογία. Επομένως, αυτό σημαίνει ότι η χορήγηση ενός φαρμάκου ενδεχομένως δεν θα καταφέρει να περιορίσει τα συμπτώματα σε όλους τους ασθενείς.

Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι σε υψηλές δόσεις το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως για παράδειγμα κεφαλαλγίες, ίλιγγο και αυτοκτονικές σκέψεις.

Φωτογραφία: Anna Shvets

Ποιοι Παράγοντες Επηρεάζουν την Πιθανότητα να Ξαναπάρουμε τα Χαμένα Κιλά μετά από μία Δίαιτα

Συγκεκριμένοι παράγοντες έχουν προγνωστική ισχύ για την αύξηση του σωματικού βάρους μετά την ολοκλήρωση μίας δίαιτας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας μελέτης που παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες στο συνέδριο ObesityWeek.

Εξετάζοντας περίπου 3.000 εθελοντές που είχαν κάνει τη δίαιτα WeightWatchers, οι επιστήμονες της μελέτης παρατήρησαν ότι το 57.4% διατήρησε τα χαμένα κιλά το επόμενο έτος, ενώ το υπόλοιπο 42.6% ξαναπήρε 2.3kg ή περισσότερα στο ίδιο διάστημα μετά τη διακοπή της δίαιτας.

«Το μεγαλύτερο ποσοστό των εθελοντών της μελέτης δεν αύξησε ξανά το σωματικό του βάρος μετά την ολοκλήρωση της δίαιτας. Ωστόσο, ακόμα και αυτοί που αύξησαν το σωματικό τους βάρος το επόμενο έτος μετά τη δίαιτα, είχαν τελικά χαμηλότερο βάρος απ’ ότι πριν κάνουν τη δίαιτα», αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.

Ακολούθως, οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν ποια είναι τα χαρακτηριστικά που είχαν οι εθελοντές που διατήρησαν τα χαμένα κιλά. Όπως παρατήρησαν, οι εθελοντές αυτής της ομάδας συγκριτικά με αυτούς που ξαναπήραν τα κιλά είχαν συνήθως μεγαλύτερη ηλικία (58 έναντι 52) και χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος κατά την εγγραφή τους στη μελέτη (34.8 έναντι 37.4). Άλλα δημογραφικά χαρακτηριστικά, όπως το φύλο, η εθνικότητα, το εισόδημα, το επίπεδο εκπαίδευσης, η οικογενειακή κατάσταση και το περιβάλλον του σπιτιού δεν φάνηκε να επηρεάζουν την πιθανότητα διατήρησης του σωματικού βάρους.

Ωστόσο, σύμφωνα με τους επιστήμονες, συγκεκριμένα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά συνδέθηκαν ισχυρά με τον παραπάνω κίνδυνο. Μεταξύ αυτών ήταν η ικανότητα ενός ατόμου να αντιμετωπίζει ψυχολογικές δυσκολίες, ο αυτοέλεγχος, η φυσική άσκηση, οι υγιεινές επιλογές κατά τη διατροφή, καθώς και η μειωμένη κατανάλωση τροφής επί απουσίας πείνας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το γεγονός ότι η ομάδα δεν παρατήρησε διαφορές στις καύσεις ή τη διάρκεια της καθιστικής ζωής ανάμεσα στις δύο ομάδες.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν μερικές ακόμα διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες. Συγκεκριμένα, αυτοί που διατήρησαν τα χαμένα κιλά είχαν γενικά μεγαλύτερη ικανοποίηση από την εικόνα του σώματός τους μετά την ολοκλήρωση της δίαιτας. Επιπλέον, αυτοί που ξαναπήραν κάποια από τα χαμένα κιλά, ανέφεραν περισσότερο άλγος σε σχέση με την πρώτη ομάδα.

«Οι μελλοντικές προσπάθειες για τη διατήρηση των κιλών μετά την ολοκλήρωση μίας δίαιτας θα πρέπει να επικεντρωθούν περισσότερο στην αντιμετώπιση του άλγους και τη βελτίωση της λειτουργικότητας. Η φυσική άσκηση και η συμβουλευτική από ψυχολόγο πιθανώς θα μπορούσαν να προσφέρουν οφέλη στην επίτευξη του παραπάνω στόχου», κατέληξαν οι συγγραφείς.

Φωτογραφία: SHVETS production

Θετικά τα Πρώτα Δείγματα από Δύο Νέα Εμβόλια για Κυτταρομεγαλοϊό (CMV) και Chikungunya

0

Δύο νέα εμβόλια για τον κυτταρομεγαλοϊό (CMV) και τον ιό chikungunya ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικά στην πρόληψη των παραπάνω λοιμώξεων σύμφωνα με τα τελευταία αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών που εξέτασαν ανθρώπους εθελοντές. Τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών φάσης 2 και 3 παρουσιάστηκαν πριν από λίγες ημέρες στο συνέδριο IDWeek.

Ο ιός chikungunya μεταδίδεται με τα κουνούπια και τα συχνότερα συμπτώματα της λοίμωξης που προκαλεί είναι ο πυρετός και οι αρθραλγίες. Άλλα συμπτώματα που έχουν παρατηρηθεί στους ασθενείς που νοσούν με τον ιό είναι οι κεφαλαλγίες, οι μυαλγίες, τα οιδήματα στις αρθρώσεις και τα εξανθήματα. Σήμερα, δεν υπάρχει κάποια θεραπεία για τον ιό και η αγωγή που χορηγείται στους ασθενείς έχει ως στόχο τον περιορισμό των συμπτωμάτων.

Το Εμβόλιο για τον Ιό Chikungunya

Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν συνολικά δύο κλινικές δοκιμές εμβολίων για τον ιό chikungunya. Στην πρώτη από αυτές, στην οποία συμμετείχαν 3.258 παιδιά και ενήλικες, ο στόχος ήταν να εκτιμηθεί η ασφάλεια του εμβολίου.

Το 97.8% των εθελοντών που έλαβαν το εμβόλιο ανέπτυξαν τελικά επαρκή αντισώματα για τον ιό chikungunya μέχρι την 22η ημέρα, γεγονός που έδειξε ότι το εμβόλιο μπορεί να προκαλέσει ικανοποιητική ανοσιακή απόκριση.

Στη δεύτερη κλινική δοκιμή, οι εθελοντές χωρίστηκαν σε δύο ομάδες εκ των οποίων η μία έκανε το νέο εμβόλιο ενώ η άλλη έκανε placebo. Ακολούθως, οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία των εθελοντών για 6 μήνες.

Στη μελέτη αυτή, το 87.3% των εθελοντών παρουσίασαν ικανοποιητική ανοσιακή απόκριση μέχρι την 22η ημέρα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα ελέγχου ήταν μόλις 1.1%.

«Η ανοσιακή απόκριση που παρατηρήθηκε στους εθελοντές που έκαναν το εμβόλιο ήταν ταχεία και ισχυρή, γεγονός που δείχνει ότι το εμβόλιο μπορεί πράγματι να προστατεύσει από τον ιό», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Αναφορικά με τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στις δύο κλινικές δοκιμές, αυτές ήταν σχετικά ήπιες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων.

Το Εμβόλιο για τον Κυτταρομεγαλοϊό

Στο ίδιο συνέδριο παρουσιάστηκαν και τα αποτελέσματα μίας κλινικής δοκιμής φάσης 2 που εξέτασε ένα mRNA εμβόλιο για τον CMV. Στην παραπάνω κλινική δοκιμή συμμετείχαν τόσο ασθενείς με ιστορικό λοίμωξης από τον ιό όσο και ασθενείς χωρίς προηγούμενη έκθεση στο παθογόνο.

Ο CMV είναι ένας ιός που μπορεί να προκαλέσει τερατογενέσεις κατά την εγκυμοσύνη, ενώ προκαλεί σοβαρά συμπτώματα και στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

Στην κλινική δοκιμή φάσης 2 που παρουσιάστηκε στο IDWeek συμμετείχαν συνολικά 89 ασθενείς με ιστορικό λοίμωξης από τον CMV και 205 εθελοντές χωρίς ιστορικό. Η έρευνα εξέτασε 3 διαφορετικές δοσολογίες του εμβολίου (50, 100 και 150 μg).

Από την ανάλυση των δεδομένων, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι στους ασθενείς χωρίς ιστορικό, τα αντισώματα για τον ιό παρουσίαζαν αύξηση μετά από κάθε δόση του εμβολίου (το οποίο χορηγείται συνολικά σε 3 δόσεις). Στους ασθενείς με ιστορικό, ωστόσο, μόνο η πρώτη δόση αύξανε τα αντισώματα για τον CMV.

Μία σημαντική παρατήρηση της μελέτης ήταν ότι τα Τ λεμφοκύτταρα που παράχθηκαν μετά τη χορήγηση του εμβολίου παρέμεναν υψηλά ακόμα και 504 ημέρες αργότερα.

Σύμφωνα με την ομάδα της μελέτης, αυτή τη στιγμή έχουν ήδη ξεκινήσει οι κλινικές δοκιμές φάσης 3 για το παραπάνω εμβόλιο οι οποίες θα εξετάσουν μόνο τη δόση των 100μg σε άτομα ηλικίας 16-40 ετών.

Φωτογραφία: Karolina Grabowska

Οι Διακυμάνσεις της Αρτηριακής Πίεσης Αποτελούν Προγνωστικό Δείκτη για την Άνοια

Μία νέα έρευνα από την Αυστραλία έδειξε ότι οι αυξομειώσεις της αρτηριακής πίεσης συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο άνοιας και αγγειακών νόσων στους ηλικιωμένους. Το σύμπτωμα αυτό μπορεί να επηρεάσει επίσης αρνητικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, όπως αναφέρει η επιστημονική ομάδα στο περιοδικό Cerebral Circulation – Cognition and Behaviour.

Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα της μελέτης, σήμερα είναι γνωστό ότι η υπέρταση αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την άνοια, ωστόσο δεν έχουμε εξετάσει αν οι αυξομειώσεις της πίεσης συνδέονται επίσης με αυξημένο κίνδυνο.

«Οι περισσότερες θεραπείες που χορηγούνται στους ασθενείς έχουν ως στόχο να αντιμετωπίσουν την υπέρταση. Οι διακυμάνσεις της συστολικής πίεσης, ωστόσο, αποτελούν επίσης σημαντικό σύμπτωμα το οποίο συχνά αγνοείται», εξηγεί η επιστημονική ομάδα.

«Οι αναλύσεις που έκανε η ομάδα μας στην παρούσα μελέτη έδειξαν ότι οι αυξομειώσεις της αρτηριακής πίεσης είτε βραχυπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο άνοιας και να επιβαρύνουν την υγεία των αγγείων», τονίζουν οι συγγραφείς.

Προκειμένου να εξερευνήσουν τη σύνδεση ανάμεσα στις διακυμάνσεις της αρτηριακής πίεσης και την άνοια, οι επιστήμονες της μελέτης εξέτασαν 70 υγιείς εθελοντές ηλικίας 60-80 ετών, οι οποίοι δεν είχαν συμπτώματα άνοιας ή έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών κατά την εγγραφή τους στη μελέτη.

Η ομάδα παρακολούθησε την αρτηριακή πίεση των εθελοντών, ενώ οι τελευταίοι έκαναν τακτικά και εξετάσεις των γνωστικών λειτουργιών. Οι τεχνικές που χρησιμοποίησε η ομάδα επέτρεψαν στους επιστήμονες να εξετάσουν και την αρτηριακή σκλήρυνση στις αρτηρίες του εγκεφάλου.

«Διαπιστώσαμε ότι οι ασθενείς που παρουσίαζαν τις μεγαλύτερες μεταβολές της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια μίας ημέρας ή μεγαλύτερου διαστήματος είχαν μειωμένες γνωστικές λειτουργίες. Παρατηρήσαμε επίσης ότι όσο μεγαλύτερες ήταν οι αυξομειώσεις της πίεσης, τόσο μεγαλύτερη ήταν η σκλήρυνση των αρτηριών», εξηγούν οι συγγραφείς.

«Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι διαφορετικά είδη διακυμάνσεων της αρτηριακής πίεσης πιθανώς συνδέονται με διαφορετικούς μηχανισμούς. Επιπλέον, όπως φαίνεται είναι σημαντικό να εξετάζουμε τόσο τη συστολική όσο και τη διαστολική πίεση, καθώς και στις δύο οι διακυμάνσεις συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο άνοιας στους ηλικιωμένους», υποστήριξαν οι συγγραφείς.

Καταλήγοντας, τόνισαν ότι η σύνδεση παρατηρήθηκε και σε ηλικιωμένους χωρίς συμπτώματα έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών, επομένως η προσέγγιση αυτή θα μπορούμε να χρησιμοποιηθεί πιθανώς ως δείκτης για την έγκαιρη διάγνωση της άνοιας.

Φωτογραφία: Thirdman

Ένα Ξεχασμένο Αντιβιοτικό Μπορεί να Αποτελεί την Απάντηση στα Πολυανθεκτικά Βακτήρια

0

Ένα αντιβιοτικό που αναπτύχθηκε πριν από περίπου 80 χρόνια και σήμερα δεν χρησιμοποιείται πλέον, ενδεχομένως αποτελεί μία νέα επιλογή για την αντιμετώπιση των πολυανθεκτικών μικροβίων.

Περίπου το 50% των αντιβακτηριακών φαρμάκων που χρησιμοποιούμε σήμερα αποτελούν προσαρμογές άλλων φαρμάκων που αναπτύχθηκαν πριν από περίπου έναν αιώνα, στη «χρυσή εποχή» των αντιβιοτικών.

Ένα από τα αντιβιοτικά αυτά ήταν και η στρεπτοθρισίνη, η οποία σύμφωνα με μελέτες που έγιναν το 1940, ήταν ικανή να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις λοιμώξεις από τα gram-αρνητικά βακτήρια.

Αντίθετα με τα gram-θετικά βακτήρια, τα παραπάνω μικρόβια δεν έχουν το βακτηριακό τοίχωμα που στοχεύουν τα περισσότερα αντιβιοτικά. Κατά συνέπεια, η αναζήτηση φαρμάκων που μπορούν να αντιμετωπίσουν την παραπάνω κατηγορία βακτηρίων έχει αποτελέσει πρόκληση για τις φαρμακευτικές εταιρείες.

Το 2017, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) δημοσίευσε μία λίστα στην οποία ανέφερε τα πιο επικίνδυνα και ανθεκτικά παθογόνα σήμερα. Τα περισσότερα μικρόβια της παραπάνω λίστας ήταν gram-αρνητικά βακτήρια.

Παρά την ικανότητά της να καταστρέφει αποτελεσματικά τα παραπάνω βακτήρια, η στρεοπτοθρισίνη τελικά δεν κυκλοφόρησε ποτέ στην αγορά καθώς σε μία αρχική κλινική δοκιμή διαπιστώθηκε ότι μπορεί να είναι τοξική για τους νεφρούς.

Πριν από λίγες ημέρες, μία επιστημονική ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Harvard έχει αρχίσει να εξερευνά εκ νέου μία τροποποιημένη μορφή του παραπάνω φαρμάκου που λέγεται νορσεοθρισίνη.

Η νουρσεοθρισίνη παράγεται τυπικά από gram-θετικά βακτήρια που βρίσκονται στο έδαφος. Στην πραγματικότητα, αποτελείται από ένα συνδυασμό διαφορετικών φαρμακευτικών ουσιών, μεταξύ των οποίων η στρεπτοθρισίνη F (S-F) και η στρεπτοθρισίνη D (S-D).

Μετά από μία σειρά δοκιμές των παραπάνω φαρμάκων σε πειραματόζωα προκειμένου να εκτιμήσουν πόσο τοξικά είναι τα παραπάνω φάρμακα για τους νεφρούς, οι επιστήμονες παρατήρησαν τελικά ότι η τόσο η νουρσεοθρισίνη όσο και η S-D μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία του παραπάνω οργάνου.

Ωστόσο, η S-F ήταν απόλυτα ασφαλής και μπορούσε να καταστρέψει τα gram-αρνητικά βακτήρια ακόμα και σε συγκεντρώσεις που δεν επηρέαζαν τους νεφρούς.

«Τα βακτήρια που βρίσκονται στο έδαφος πολεμούν μεταξύ τους εδώ και αρκετά χρόνια. Μέσω της εξέλιξης, ορισμένα gram-θετικά βακτήρια έχουν αναπτύξει ουσίες που μπορεί να καταστρέψουν τα gram-αρνητικά βακτήρια. Μία τέτοια ουσία είναι η στεπροθρισίνη», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Προς το παρόν δεν έχουμε κατανοήσει ακόμα πλήρως το μηχανισμό δράσης της στρεπτοθρισίνης, ωστόσο φαίνεται ότι προσδένεται στα gram-αρνητικά βακτήρια και παρεμβαίνει στο μηχανισμό παραγωγής πρωτεϊνών των τελευταίων.

Η επιστημονική ομάδα της μελέτης έχει αρχίσει ήδη μία νέα έρευνα στην οποία εξετάζει πως μπορεί να ενισχύει ακόμα περισσότερο την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια φαρμάκων όπως η S-F.

Η παρούσα μελέτη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό PLOS Biology.

Φωτογραφία: Edward Jenner

Περιορισμός των Θερμίδων: Πως Προστατεύει την Υγεία μας στην Τρίτη Ηλικία

Ο περιορισμός των θερμίδων στη διατροφή προστατεύει την υγεία των μυών και ενεργοποιεί διάφορους βιολογικούς μηχανισμούς που συνδέονται με καλύτερη υγεία. Το φαινόμενο αυτό είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν σε πειραματόζωα, ωστόσο μία νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο περιοδικό Aging Cell δείχνει ότι το ίδιο ισχύει και στον άνθρωπο.

Η επιστημονική ομάδα της παραπάνω μελέτης προέρχεται από το National Institutes of Health των ΗΠΑ και ανέλυσε δεδομένα από τη βάση Comprehensive Assessment of Long-Term Effects of Reducing Intake of Energy (CALERIE), η οποία υποστηρίζεται από το National Institute of Aging. Η βάση αυτή είχε συγκεντρώσει εθελοντές με σκοπό να εξετάσει αν ο περιορισμός των θερμίδων στη διατροφή μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο αντίστοιχα οφέλη με αυτά που παρατηρούνται στα πειραματόζωα.

Ο αρχικός στόχος που έδωσαν οι επιστήμονες στους εθελοντές της μελέτης ήταν ο περιορισμός των καθημερινών θερμίδων κατά 25%. Τελικά, το μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης που επετεύχθη από ορισμένους εθελοντές ήταν το 12%. Ωστόσο, ακόμα και με αυτό το ποσοστό περιορισμού των θερμίδων, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι ενεργοποιήθηκαν αρκετοί μηχανισμοί που συνδέονται με καλύτερη γήρανση.

«Η μείωση των θερμίδων κατά 12% δεν αποτελεί απρόσιτο στόχο και όπως είδαμε στη μελέτη μας μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη στην υγεία μας, ιδιαίτερα στην τρίτη ηλικία», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Στη συνέχεια οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν αν η μείωση της κατανάλωσης θερμίδων μπορεί να επηρεάσει τη μυϊκή μάζα των εθελοντών. Προηγούμενες μελέτες είχαν παρατηρήσει ότι οι εθελοντές που ακολουθούν δίαιτες με χαμηλές θερμίδες χάνουν περίπου 9 κιλά τον πρώτο χρόνο και ακολούθως διατηρούν αυτό το βάρος το δεύτερο χρόνο. Κάποια από αυτά τα κιλά αντιστοιχούν σε μυϊκή μάζα, χωρίς ωστόσο να επηρεάζεται η μυϊκή δύναμη των εθελοντών.

Στη νέα μελέτη οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν βιοψίες από τους μύες του μηρού οι οποίες είχαν ληφθεί κατά την εγγραφή των εθελοντών στη μελέτη, 1 χρόνο αργότερα και 2 χρόνια αργότερα.

Προκειμένου να προσδιορίσουν ποια γονίδια επηρεάζονται από τον περιορισμό των θερμίδων, οι επιστήμονες απομόνωσαν τμήματα mRNA που κωδικοποιούν πρωτεΐνες από τα παραπάνω δείγματα. Περαιτέρω αναλύσεις επέτρεψαν στην ομάδα να εξερευνήσει ποια γονίδια εκφράζονται περισσότερο με τον περιορισμό των θερμίδων και ποια εκφράζονται λιγότερο.

Όπως διαπίστωσαν, ο περιορισμός των θερμίδων αυξάνει την έκφραση των γονιδίων που ενισχύουν το μεταβολισμό και τις καύσεις, μειώνοντας παράλληλα την έκφραση των γονιδίων που συνδέονται με τη φλεγμονή.

«Καθώς η φλεγμονή και η γήρανση είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, φαίνεται ότι ο περιορισμός των θερμίδων αποτελεί μία καλή προσέγγιση για την πρόληψη της χρόνιας φλεγμονής που παρατηρείται σε αρκετούς ηλικιωμένους», καταλήγουν οι συγγραφείς.

Φωτογραφία: Kampus Production

Εγκρίθηκε Νέο Εμβόλιο για τη Μηνιγγίτιδα στις ΗΠΑ: Ποιες Διαφορές έχει από τα Σημερινά Εμβόλια

Το FDA των ΗΠΑ ενέκρινε προσφάτως ένα νέο εμβόλιο για το μηνιγγιτιδόκοκκο που μπορεί να προστατεύσει από 5 διαφορετικά στελέχη του παθογόνου που μολύνουν παιδιά και νεαρούς ενήλικες.

Το εμβόλιο αυτό λέγεται Penbraya και έχει αναπτυχθεί από τη Pfizer. Σύμφωνα με την εταιρεία, το νέο αυτό εμβόλιο έχει βασιστεί σε δύο προηγούμενα εμβόλια για τη μηνιγγίτιδα που έχουν εγκριθεί και κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά.

Αυτό είναι το πρώτο πενταδύναμο εμβόλιο που εγκρίνεται για τη μηνιγγίτιδα σε άτομα ηλικίας 10-25 ετών.

«Σήμερα είναι μία μεγάλη ημέρα για την πρόληψη της μηνιγγίτιδας στις ΗΠΑ. Το νέο αυτό εμβόλιο μπορεί να προστατεύσει από τόσο τους εφήβους όσο και τους νεαρούς ενήλικες από μία σοβαρή και απρόβλεπτη νόσο. Μέχρι σήμερα κανένα άλλο εμβόλιο για τη μηνιγγίτιδα δεν ήταν ικανό να προσφέρει τόσο ευρεία προστασία με τόσες λίγες δόσεις», ανέφερε η Annaliesa Anderson, επικεφαλής της ανάπτυξης εμβολίων στην Pfizer.

Ένα Εμβόλιο, 5 Τύποι Μηνιγγίτιδας

Η μηνιγγίτιδα είναι μία σχετικά σπάνια, αλλά εξαιρετικά σοβαρή νόσος που αποδίδεται στα βακτήρια Neisseria meningitidis. Η λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει το θάνατο εντός 24 ωρών, ενώ ακόμα και οι ασθενείς που επιβιώνουν μπορεί να έχουν τελικά χρόνιες αναπηρίες μετά την ανάρρωσή τους.

Δεδομένα από τις ΗΠΑ έχουν δείξει ότι σήμερα ο εμβολιασμός για τη μηνιγγίτιδα έχει μειωθεί, με ορισμένους ασθενείς να κάνουν λίγες μόνο από τις απαραίτητες δόσεις. Το νέο εμβόλιο χορηγείται σε μικρό αριθμό δόσεων, γεγονός που πιθανώς θα διευκολύνει τον εμβολιασμό του πληθυσμού, αναφέρουν επιστήμονες της Pfizer.

Τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα από τις ΗΠΑ έδειξαν ότι τα ποσοστά εμβολιασμού για τη μηνιγγίτιδα είναι σχετικά χαμηλά. Το 2021 αναφέρθηκαν συνολικά 210 περιστατικά της λοίμωξης, ενώ σε μία επιδημία που εξελίσσεται αυτή τη στιγμή στη Virginia υπάρχουν ήδη 29 περιστατικά και 6 θάνατοι από το παθογόνο.

Η έγκριση του εμβολίου από το FDA βασίστηκε στα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών φάσης 2 και 3 που δημοσίευσε η Pfizer, από τα οποία επιβεβαιώθηκε η υψηλότερη αποτελεσματικότητα του εμβολίου συγκριτικά με τα εμβόλια που έχουν εγκριθεί και κυκλοφορούν σήμερα για τη νόσο. Στις κλινικές δοκιμές φάσης 3 συμμετείχαν περισσότεροι από 2400 ασθενείς από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Η επιτροπή του CDC που είναι υπεύθυνη για τα εμβόλια στις ΗΠΑ θα συναντηθεί τις επόμενες ημέρες για να συζητήσει με ποιο τρόπο και σε ποιες ηλικίες θα πρέπει να χορηγείται το νέο εμβόλιο.

Φωτογραφία: Thirdman

COVID-19: Ποιες Διαφορές έχει η Ανοσιακή Απόκριση των Παιδιών από Αυτή των Ενηλίκων;

Τα χαρακτηριστικά του ανοσοποιητικού συστήματος που προστατεύουν τα παιδιά από τη σοβαρή COVID-19 θέλησε να εξετάσει μία νέα μελέτη από τις ΗΠΑ. Όπως παρατήρησαν οι επιστήμονες της μελέτης, τα παιδιά παρουσιάζουν συνήθως ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση αντισωμάτων από τους ενήλικες, καθώς και αύξηση των φλεγμονωδών πρωτεϊνών η οποία εντοπίζεται μόνο στη ρίνα και όχι στο αίμα. Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό Cell.

Στην έρευνα εξετάστηκαν συνολικά 81 βρέφη και παιδιά μικρής ηλικίας. Η επιστημονική ομάδα ζήτησε από τις μητέρες να συλλέγουν ρινικά δείγματα εβδομαδιαίως από τα παιδιά τους από την ηλικία των 2 εβδομάδων. Οι επιστήμονες έλαβαν επίσης δείγματα αίματος από τα παιδιά σε τακτικά χρονικά διαστήματα.

Τα παραπάνω, επέτρεψαν στους επιστήμονες να παρακολουθήσουν την ανοσιακή απόκριση στα παιδιά πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη λοίμωξη με τον SARS-CoV-2. 54 από τα παραπάνω παιδιά μολύνθηκαν από τον ιό και παρουσίασαν ήπια συμπτώματα, ενώ 27 παιδιά που είχαν αρνητικές εξετάσεις σε όλο το διάστημα που εξέτασε η μελέτη αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.

Στην έρευνα εξετάστηκαν επίσης ρινικά δείγματα από 19 μητέρες που νόσησαν από COVID-19 καθώς και 19 γυναίκες χωρίς ιστορικό της νόσου. Ακόμη, οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα αίματος από 89 ενήλικες με ιστορικό λοίμωξης από τον SARS-CoV-2, καθώς και 12 υγιείς εθελοντές.

Στις αναλύσεις που έκαναν, οι επιστήμονες εξέτασαν αρκετά χαρακτηριστικά της ανοσιακής απόκρισης μέσω μίας προσέγγισης που λέγεται συστηματική ανοσολογία. Από την ανάλυση των δεδομένων, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι η απόκριση αντισωμάτων στα παιδιά διαφέρει από αυτή των ενηλίκων σε μία COVID-19 λοίμωξη. Τυπικά, οι ενήλικες παράγουν αντισώματα τα οποία παραμένουν υψηλά για λίγες εβδομάδες και στη συνέχεια μειώνονται. Αντιθέτως, στα παιδιά τα αντισώματα παρέμειναν υψηλά σε όλο το διάστημα που εξέτασε η μελέτη (300 ημέρες).

Μία άλλη παρατήρηση της μελέτης ήταν ότι στους ενήλικες παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση των φλεγμονωδών κυτταροκινών στο αίμα, γεγονός που έχει συνδεθεί με σοβαρότερη COVID-19 λοίμωξη και αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Στα παιδιά δεν παρατηρήθηκε αύξηση στα επίπεδα των παραπάνω ανοσιακών πρωτεϊνών στο αίμα, παρά μόνο στη ρίνα.

Εξηγώντας τις παραπάνω παρατηρήσεις οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι πιθανώς η αύξηση των φλεγμονωδών κυτταροκινών στη ρίνα ανακόπτει την πορεία του SARS-CoV-2 στο σημείο της μόλυνσης, προστατεύοντας έτσι τα παιδιά από τον ιό.

Καταλήγοντας, η ομάδα υποστήριξε ότι πιθανώς θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε φάρμακα που μιμούνται την ανοσιακή απόκριση των παιδιών, ενισχύοντας τα επίπεδα των αντισωμάτων χωρίς να αυξάνονται ταυτόχρονα και τα επίπεδα της φλεγμονής στο αίμα.

Φωτογραφία: Polesie Toys

Καφές: Νέα Δεδομένα για τα Οφέλη που Προσφέρει στην Απώλεια Βάρους

Ακόμα μία μελέτη που δημοσιεύτηκε προσφάτως δείχνει ότι ο καφές προσφέρει οφέλη στην υγεία μας. Συγκεκριμένα, η μελέτη αυτή, η οποία δημοσιεύτηκε στο American Journal of Clinical Nutrition, έδειξε ότι η τακτική κατανάλωση καφέ χωρίς ζάχαρη μπορεί να βοηθήσει στην απώλεια βάρους.

Εξετάζοντας τη Σύνδεση Ανάμεσα στον Καφέ και την Απώλεια Βάρους

Η επιστημονική ομάδα της μελέτης θέλησε να εξετάσει ειδικά τη σύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση καφέ και το σωματικό βάρος. Ορισμένοι παράγοντες του καφέ που εξετάστηκαν ήταν η συχνότητα κατανάλωσης του ροφήματος, καθώς και η προσθήκη άλλων συστατικών στον καφέ.

Στη μελέτη αυτή συμμετείχαν συνολικά 48.891 εθελοντές από τη βάση Nurses’ Health Study, 83.464 εθελοντές από τη βάση Nurses’ Health Study II και 22.863 εθελοντές από τη βάση Health Professional Follow-up Study.

Οι εθελοντές συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια κατά την εγγραφή τους στη μελέτη αλλά και κάθε χρόνο για τα επόμενα 4 χρόνια. Μέσω των παραπάνω ερωτηματολογίων εκτιμήθηκε η κατανάλωση καφέ του κάθε εθελοντή, καθώς και το είδος του καφέ που έπινε.

Από την ανάλυση των δεδομένων, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι αυτοί που έπιναν 1 ποτήρι καφέ χωρίς ζάχαρη την ημέρα είχαν μειωμένο σωματικό βάρος κατά 0.12 κιλά σε σχέση με αυτούς που δεν έπιναν καφέ.

Ωστόσο, αυτοί που έπιναν καφέ με 1 κουταλιά ζάχαρη είχαν 0.09 κιλά υψηλότερο βάρος σε σχέση με την ίδια ομάδα. Τα υπόλοιπα συστατικά του καφέ δεν συνδέθηκαν με αυξημένο ή μειωμένο βάρος.

Μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι η ποσότητα της καφεΐνης που κατανάλωναν οι εθελοντές επηρέαζε επίσης το σωματικό βάρος. Συγκεκριμένα, η ομάδα παρατήρησε ότι για κάθε επιπλέον 100mg καφεΐνης που κατανάλωναν οι εθελοντές, το σωματικό τους βάρος μειωνόταν κατά 0.08 κιλά.

Μέσω Ποιου Μηχανισμού Μπορεί ο Καφές να Βοηθά στην Απώλεια Βάρους;

Μία θεωρία που μπορεί ίσως να εξηγήσει τις παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης αφορά τις επιδράσεις του καφέ στη θερμογένεση. Η τελευταία αναφέρεται στο μηχανισμό παραγωγής θερμότητας του οργανισμού. Ο καφές επάγει τη θερμογένεση και με τον τρόπο αυτό ενισχύει τις καύσεις θερμίδων.

Μία άλλη θεωρία είναι η καταστολή της όρεξης που προκαλεί ο καφές. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι η καφεΐνη μπορεί να περιορίσει την όρεξη, γεγονός που τελικά μειώνει και την πρόσληψη θερμίδων.

Δεν αποκλείεται επίσης συγκεκριμένες ουσίες που βρίσκονται στον καφέ να ενισχύουν την απώλεια βάρους. Ο καφές περιέχει αρκετές βιοενεργές ουσίες, όπως οι πολυφαινόλες, οι οποίες έχουν συνδεθεί με σημαντικά οφέλη για τη μεταβολική υγεία.

Τέλος, ο καφές μπορεί να ενισχύει τη φυσική απόδοση, επομένως διευκολύνει την καύση θερμίδων μέσω της άσκησης.

Φωτογραφία: Andrea Piacquadio