Αρχική Blog Σελίδα 5

Δύο Μύκητες Εξετάζονται στην Αντιμετώπιση των Φλεγμονωδών Νόσων του Εντέρου

Οι μύκητες αποτελούν κομμάτι της διατροφής του ανθρώπου εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ιστορικά στοιχεία έχουν δείξει ότι από το 6000 πΧ ο άνθρωπος κατανάλωνε προϊόντα ζύμωσης φρούτων και σιτηρών, ενώ ακόμα πιο πριν είχε αρχίσει να καταναλώνει και τυρί.

Παρά το παραπάνω γεγονός, ακόμα και σήμερα οι επιδράσεις των μυκήτων στη γενικότερη υγεία μας και ειδικότερα στην υγεία του εντέρου, δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.

Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο περιοδικό mSystems προσφέρει σημαντικά δεδομένα καθώς δείχνει ότι δύο συγκεκριμένοι μύκητες μπορεί να περιορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη φλεγμονή του εντέρου.

Οι Μύκητες στην Αντιμετώπιση των Φλεγμονωδών Νόσων του Εντέρου

Η επιστημονική ομάδα της μελέτης δοκίμασε τις επιδράσεις διαφόρων μυκήτων σε μοντέλα πειραματοζώων με κολίτιδα, προκειμένου να διαπιστώσει αν κάποιος από αυτούς μπορεί να περιορίσει τη φλεγμονή στο έντερο.

Από τα πειράματα που έκαναν, οι επιστήμονες παρατήρησαν τελικά ότι οι 2 από τους 5 μύκητες που εξετάστηκαν μείωναν σε μεγάλο βαθμό τη φλεγμονή. Συγκεκριμένα, οι μύκητες Cyberlindnera jadinii και Kluyveromyces lactis επηρέαζαν το εντερικό μικροβίωμα περιορίζοντας τα επίπεδα των επιβλαβών βακτηρίων που σχετίζονται με τη φλεγμονή στο έντερο.

«Στα πειράματα που κάναμε δεν καταφέραμε να κατανοήσουμε πλήρως τους μηχανισμούς μέσω των οποίων οι μύκητες ωφελούν την υγεία του εντέρου. Αυτό θα είναι το αντικείμενο των νέων ερευνών μας, οι οποίες θα εξετάσουν επίσης και άλλα στελέχη μυκήτων», τόνισαν οι συγγραφείς.

Στην παρούσα μελέτη, πάντως, η ομάδα επιβεβαίωσε ότι συγκεκριμένα είδη μυκήτων έχουν χρησιμότητα στην αντιμετώπιση των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου, όπως για παράδειγμα η νόσος του Crohn και η ελκώδης κολίτιδα.

«Υπάρχει ακόμα αρκετός δρόμος μέχρι να μπορέσουμε να μιλήσουμε για μία θεραπεία που θα βοηθήσει ανθρώπους που πάσχουν από φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου. Καθώς τα πειράματά μας έγιναν in vitro σε μοντέλα πειραματοζώων, είναι προφανές ότι θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μελέτες με ανθρώπους εθελοντές πριν αποφασίσουμε αν οι μύκητες αυτοί έχουν χρησιμότητα στην αντιμετώπιση της εντερικής φλεγμονής στον άνθρωπο», καταλήγει η ομάδα.

Φωτογραφία: Edward Jenner

Long COVID: Υψηλότερα τα Ποσοστά της Νόσου σε Όσους Νοσηλεύτηκαν

Μία επιστημονική ομάδα από το Ινστιτούτο Karolinska της Σουηδίας παρακολούθησε την πορεία ασθενών που νόσησαν από COVID-19 για περίπου 2 χρόνια μετά τη μόλυνσή τους με τον ιό SARS-CoV-2. Από τα αποτελέσματα που δημοσίευσε η ομάδα στο περιοδικό The Lancet Regional Health – Europe, φαίνεται ότι οι ασθενείς που νόσησαν σοβαρά και χρειάστηκαν νοσηλεία για τον ιό, είχαν τελικά αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν long COVID σε σχέση με αυτούς που νόσησαν ήπια και αντιμετώπισαν τη λοίμωξη στο σπίτι.

Μέχρι σήμερα, σύμφωνα με δεδομένα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) έχουν καταγραφεί συνολικά περισσότερα από 771 εκατομμύρια περιστατικά COVID-19 σε όλο τον κόσμο. Από αυτούς τους ασθενείς, περίπου το 10-20% θα παρουσιάσει τελικά χρόνια συμπτώματα μετά την ανάρρωση από την οξεία λοίμωξη.

Η Παρούσα Μελέτη

Στην ανάλυση που έκανε η επιστημονική ομάδα της παρούσας μελέτης εξετάστηκε η πιθανότητα ενός ασθενούς να παρουσιάσει χρόνια συμπτώματα ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων που παρουσίασε κατά τη διάρκεια της οξείας COVID-19, αλλά και συγκριτικά με μία ομάδα ελέγχου χωρίς ιστορικό της λοίμωξης. Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 64.880 ενήλικες από τη Σουηδία, τη Δανία, τη Νορβηγία και την Ισλανδία.

Από τους περίπου 22.000 εθελοντές που διαγνώστηκαν με COVID-19 στο διάστημα που εξέτασαν οι επιστήμονες, περίπου το 10% είχαν νοσηλευτεί για περισσότερο από 10 ημέρες. Η συχνότητα των συμπτωμάτων της long COVID (όπως η δύσπνοια, η στηθάγχη, ο ίλιγγος, η κεφαλαλγία και το αίσθημα κόπωσης) ήταν 37% αυξημένη στους ασθενείς με ιστορικό COVID-19 σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

Οι ασθενείς που είχαν νοσηλευτεί για COVID-19, μάλιστα, είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν συμπτώματα long COVID σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, ενώ συνήθως παρουσίαζαν και περισσότερα του ενός συμπτώματα.

Απαραίτητη η Παρακολούθηση των Συμπτωμάτων Μακροπρόθεσμα

«Η long COVID έχει εξελιχθεί σε μείζον πρόβλημα υγείας, καθώς πλέον ένα σημαντικό ποσοστό του παγκοσμίου πληθυσμού έχει ιστορικό COVID-19. Τα αποτελέσματα της μελέτης μας δείχνουν ότι η πανδημία μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες επιδράσεις στην υγεία των ασθενών και υπογραμμίζουν τη σημαντικότητα της παρακολούθησης των παραπάνω συμπτωμάτων, ιδιαίτερα σε αυτούς που νοσηλεύτηκαν για COVID-19», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Η πλειοψηφία των εθελοντών που εξετάστηκαν είχαν κάνει μία ή δύο δόσεις των εμβολίων της COVID-19.

«Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε τις μακροχρόνιες επιδράσεις της πανδημίας στον πληθυσμό. Η ομάδα μας έχει ήδη ξεκινήσει και μία νέα μελέτη στην οποία εξετάζουμε τις επιδράσεις της COVID-19 στην ψυχική υγεία και τις γνωστικές λειτουργίες, καθώς και της επιδράσεις της κοινωνικής απομόνωσης εξ’ αιτίας της πανδημίας στους ηλικιωμένους», καταλήγουν οι συγγραφείς.

Φωτογραφία: Liza Summer

Μετφορμίνη: Νέα Δεδομένα για τα Οφέλη που Προσφέρει το Φάρμακο στην Πρόληψη της Άνοιας

Τα οφέλη της μετφορμίνης στην πρόληψη της άνοιας επιβεβαιώνονται για ακόμα μία φορά από μία νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που παρουσίασαν οι επιστήμονες στο περιοδικό JAMA Network Open, οι διαβητικοί ασθενείς που σταμάτησαν τη λήψη του παραπάνω φαρμάκου είχαν 21% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν άνοια συγκριτικά με αυτούς που συνέχισαν κανονικά τη θεραπεία με το φάρμακο.

«Στους ασθενείς με διαβήτη που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο άνοιας, όπως για παράδειγμα αυτοί που φέρουν το γονίδιο APOE4, είναι προτιμότερο να προσπαθήσουμε να περιορίσουμε τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου παρά να αντικαταστήσουμε τη μετφορμίνη με άλλα φάρμακα, καθώς όπως διαπιστώθηκε στην παρούσα μελέτη, οι ασθενείς που ακολούθησαν την τελευταία προσέγγιση είχαν αυξημένο κίνδυνο να διαγνωστούν με άνοια», τονίζουν οι συγγραφείς.

Οι παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης πρακτικά συμφωνούν με αυτές μίας προηγούμενης μετα-ανάλυσης που είχε δείξει ότι οι ασθενείς που παίρνουν μετφορμίνη έχουν 24% μειωμένο κίνδυνο άνοιας συγκριτικά με αυτούς που παίρνουν άλλα φάρμακα. Κάτι αντίστοιχο είχε παρατηρηθεί και σε μία άλλη μελέτη του 2020.

Στην παρούσα μελέτη εξετάστηκαν συνολικά 12.220 διαβητικοί ασθενείς που σταμάτησαν να παίρνουν μετφορμίνη για διάφορους λόγους. Στη μελέτη συμμετείχαν επίσης 29.126 ασθενείς που συνέχισαν κανονικά τη λήψη του φαρμάκου, οι οποίοι αποτέλεσαν τελικά την ομάδα ελέγχου. Τα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στην αρχή της μελέτης ήταν 8 και 7.7, αντίστοιχα στις δύο ομάδες.

Από την τελική ανάλυση των δεδομένων οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι εθελοντές που συνέχισαν τη λήψη της μετφορμίνης είχαν μειωμένα ποσοστά καρδιαγγειακής νόσου (26.5% έναντι 33%), αλλά και μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν χαμηλό ρυθμό σπειραματικής διήθησης (4.6% έναντι 1.6%) σε σχέση με αυτούς που σταμάτησαν τη λήψη του φαρμάκου ή το αντικατέστησαν με άλλα φάρμακα.

Ένας περιορισμός της έρευνας ήταν ότι οι επιστήμονες δεν γνώριζαν γιατί οι ασθενείς σταμάτησαν τη λήψη της μετφορμίνης.

Καθώς το ενδιαφέρον σχετικά με τη χρήση της μετφορμίνης στην αντιμετώπιση ή πρόληψη της άνοιας αυξάνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια, οι επιστήμονες της μελέτης τόνισαν ότι είναι απαραίτητο να γίνουν άμεσα και νέες μελέτες οι οποίες θα εξετάσουν τις επιδράσεις του φαρμάκου και σε ασθενείς χωρίς διαβήτη.

Φωτογραφία: Karolina Grabowska

Μπορεί η Διπολική Διαταραχή να Διαγνωστεί με μία Εξέταση Αίματος;

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Cambridge ανέπτυξαν προσφάτως μία νέα εξέταση αίματος που μπορεί να διαγνώσει τη διπολική διαταραχή, ανιχνεύοντας συγκεκριμένους βιοδείκτες που συνδέονται με τη νόσο.

Αν και η εξέταση αυτή από μόνη της έχει σχετικά χαμηλή ακρίβεια (30%), είναι πολύ πιο αποτελεσματική όταν συνδυάζεται με μία ψηφιακή εξέταση της ψυχικής υγείας. Μάλιστα, αρκετοί ασθενείς που είχαν διαγνωστεί στο παρελθόν με μείζονα κατάθλιψη, τελικά είχαν διπολική διαταραχή, όπως έδειξε η νέα αυτή εξέταση.

Ο διαχωρισμός της μείζονος κατάθλιψης και της διπολικής διαταραχής αποτελεί μία σημαντική πρόκληση για τους ψυχιάτρους, καθώς οι δύο παθήσεις συχνά έχουν παρόμοια συμπτώματα, αλλά χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση.

Αν και η εξέταση αίματος βρίσκεται ακόμα στα πρώιμα στάδια, ενδεχομένως θα μπορούσε κάποια στιγμή να χρησιμοποιηθεί ως συμπληρωματικό εργαλείο διάγνωσης στην κλινική πράξη, όπως υποστηρίζει η επιστημονική ομάδα στο περιοδικό JAMA Psychiatry.

Η διπολική διαταραχή επηρεάζει περίπου το 1% του παγκοσμίου πληθυσμού, ωστόσο περίπου το 40% των ασθενών που πάσχουν από τη νόσο τελικά θα διαγνωστούν λανθασμένα με μείζονα κατάθλιψη.

«Οι ασθενείς με διπολική διαταραχή παρουσιάζουν εναλλαγές επεισοδίων χαμηλής διάθεσης και επεισοδίων μανίας. Αν επισκεφθούν τον γιατρό κατά τη διάρκεια των πρώτων, τότε πιθανώς θα διαγνωστούν λανθασμένα με μείζονα κατάθλιψη», τονίζουν οι συγγραφείς.

«Αν ένας ασθενής με διπολική διαταραχή πάρει αντικαταθλιπτικά χωρίς κάποιο σταθεροποιητικό του συναισθήματος, μπορεί να παρουσιάσει επεισόδια μανίας», πρόσθεσαν.

Η καλύτερη προσέγγιση για τη διάγνωση της διπολικής διαταραχής είναι μία πλήρης ψυχιατρική εκτίμηση, ωστόσο η τελευταία χρειάζεται χρόνο και δεν είναι πάντοτε εύκολο να γίνει.

«Προφανώς, η ψυχιατρική εκτίμηση είναι καλύτερη επιλογή, ωστόσο η ικανότητα να διαγνώσουμε τη διπολική διαταραχή με μία εξέταση αίματος έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς έτσι θα μπορούμε να δώσουμε γρηγορότερα τα σωστά φάρμακα στους ασθενείς», εξηγούν οι συγγραφείς.

Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν συνολικά περίπου 3000 εθελοντές, οι οποίοι συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια εκτίμησης της ψυχικής υγείας. Τα τελευταία είχαν περίπου 600 ερωτήσεις από τις οποίες εξετάστηκαν τα συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης και μανίας, καθώς και το ιστορικό των ασθενών.

Η ανάλυση των δειγμάτων αίματος που έδωσαν οι εθελοντές έδειξε ότι αυτοί που πάσχουν από διπολική διαταραχή έχουν ένα συγκεκριμένο προφίλ βιοδεικτών, ακόμα και μετά την προσαρμογή για τη φαρμακευτική αγωγή του κάθε ασθενούς.

Μάλιστα, ο συνδυασμός της εξέτασης αίματος με τα ερωτηματολόγια που συμπλήρωσαν οι εθελοντές, κατάφερε να διαγνώσει ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών, ακόμα και περιστατικά όπου η διάγνωση ήταν σχετικά δύσκολη.

«Εξετάζοντας ξεχωριστά τα δύο εργαλεία θα λέγαμε ότι τα ερωτηματολόγια είχαν υψηλότερη ακρίβεια στη διάγνωση της νόσου σε σχέση με την εξέταση αίματος. Ωστόσο, ιδανικά πιστεύουμε ότι οι δύο προσεγγίσεις θα πρέπει να γίνονται μαζί, καθώς ο συνδυασμός αυτός έδωσε τη μεγαλύτερη ακρίβεια», τονίζουν οι συγγραφείς.

«Μας προκάλεσε έκπληξη το γεγονός ότι ορισμένοι ασθενείς προτιμούσαν την εξέταση αίματος καθώς αυτή έδινε ένα αντικειμενικό εύρημα που μπορούσαμε να εξηγήσουμε στον ασθενή. Οι ψυχιατρικές παθήσεις έχουν βιολογική βάση και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να θυμούνται τόσο οι γιατροί όσο και οι ασθενείς», υποστήριξαν οι επιστήμονες.

Καταλήγοντας, τόνισαν ότι η εξέταση που ανέπτυξαν θα μπορούσε ίσως να χρησιμοποιηθεί και ως οδηγός για την ανάπτυξη φαρμάκων που θα στοχεύουν τα επίπεδα συγκεκριμένων βιοδεικτών.

Φωτογραφία: Karolina Grabowska

Βιταμίνη C: Καμία Χρησιμότητα στην Αντιμετώπιση της Σοβαρής COVID-19

Η ενδοφλέβια χορήγηση βιταμίνης C δεν μειώνει την πιθανότητα των ασθενών με COVID-19 να εισαχθούν στη ΜΕΘ, αλλά ούτε και τον κίνδυνο θανάτου, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις δύο νέων ερευνών που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό JAMA.

Οι δύο αυτές έρευνες ήταν οι Lessening Organ Dysfunction with Vitamin C for COVID-19 (LOVIT-COVID) και η Randomized, Embedded, Multifactorial Adaptive Platform Trial for Community-Acquired Pneumonia (REMAP-CAP). Οι επιστήμονες των παραπάνω ερευνών θέλησαν να εξετάσουν τη χρησιμότητα της χορήγησης βιταμίνης C σε ασθενείς που νοσηλεύονται για COVID-19, μετά από πρόσφατες αναφορές σχετικά με τα οφέλη της βιταμίνης στην αντιμετώπιση της σήψης και τον περιορισμό των συμπτωμάτων της COVID-19.

Η μελέτη LOVIT-COVID ήταν τυφλή και ελεγχόμενη με placebo, ενώ η REMAP-CAP ήταν ανοικτή χωρίς placebo. Και στις δύο μελέτες, οι εθελοντές έλαβαν μία ενδοφλέβια έγχυση βιταμίνης C (50 mg/kg σωματικού βάρους) ανά 6 ώρες για 96 ώρες και οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία τους για 21 ημέρες.

Οι εθελοντές που εξετάστηκαν στη μελέτη προέρχονται από 90 διαφορετικά νοσοκομεία σε 4 ηπείρους και νοσηλεύτηκαν για COVID-19 στο διάστημα από τις 23 Ιουλίου του 2020 μέχρι τις 15 Ιουλίου του 2022. Στη μελέτη LOVIT-COVID συμμετείχαν συνολικά 1.568 ασθενείς (1.037 στην ομάδα της βιταμίνης C και 531 στην ομάδα ελέγχου). Η μέση ηλικία του δείγματος ήταν τα 60 χρόνια και το 35.9% ήταν γυναίκες.

Η Βιταμίνης C είναι Δυνητικά Επιβλαβής για τους Ασθενείς

Η μέση διάρκεια νοσηλείας χωρίς την ανάγκη εξωτερικής υποστήριξης των πνευμόνων ή άλλων οργάνων ήταν 7 ημέρες για τους ασθενείς που έλαβαν βιταμίνη C και 10 ημέρες για την ομάδα ελέγχου. Για τους ασθενείς με ήπια συμπτώματα, η αντίστοιχη διάρκεια ήταν 22 ημέρες και για τις δύο ομάδες.

Στους ασθενείς με σοβαρά συμπτώματα, αυτοί που έλαβαν βιταμίνη C είχαν τελικά 61.9% πιθανότητα να αναρρώσουν και να πάρουν εξιτήριο από το νοσοκομείο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα ελέγχου ήταν 64.6%.

«Τα αποτελέσματα των δύο ερευνών δείχνουν πέραν αμφιβολίας ότι η χορήγηση βιταμίνης C ενδοφλεβίως όχι μόνο δεν προσφέρει οφέλη στους ασθενείς με σοβαρά συμπτώματα COVID-19, αλλά μπορεί να είναι και επιβλαβής σε ορισμένες περιπτώσεις», αναφέρουν οι συγγραφείς των δύο ερευνών.

Στη μελέτη LOVIT παρατηρήθηκε επίσης ότι η βιταμίνη C δεν προσφέρει οφέλη ούτε στους ασθενείς με σήψη, καθώς προκάλεσε δυνητικά απειλητικές για τη ζωή δυσλειτουργίες οργάνων σε συγκεκριμένους από αυτούς.

Φωτογραφία: Anna Shvets

Η Διαμονή Κοντά σε Οδικές Αρτηρίες Συνδέεται με Αυξημένο Κίνδυνο Άνοιας σε Νέα Μελέτη

Οι άνθρωποι που μένουν κοντά σε μεγάλες οδικές αρτηρίες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν άνοια ή άλλες διαταραχές της εγκεφαλικής λειτουργίας, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μεγάλης μελέτης από την Κίνα και τη Μεγάλη Βρετανία. Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται πιθανώς στην ατμοσφαιρική ρύπανση από τα αυτοκίνητα, όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, τα οποία δημοσιεύτηκαν πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό Health Data Science, αναδεικνύουν για ακόμα μία φορά τη σύνδεση ανάμεσα στην ατμοσφαιρική ρύπανση και τον κίνδυνο άνοιας.

«Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι η διαμονή κοντά σε μεγάλες οδικές αρτηρίες πιθανώς συνδέεται με συγκεκριμένους νευρολογικούς κινδύνους, ωστόσο οι μηχανισμοί της παραπάνω σύνδεσης δεν είχαν αποσαφηνιστεί. Η έρευνά μας επιβεβαιώνει τη σύνδεση ανάμεσα στους δύο παράγοντες και δείχνει ότι πιθανώς αποδίδεται στους ρύπους από τα αυτοκίνητα», τονίζουν οι συγγραφείς.

Η επιστημονική ομάδα ανέλυσε δεδομένα από 460.901 εθελοντές για ένα διάστημα περίπου 12.8 ετών. Οι διαγνώσεις άνοιας επιβεβαιώθηκαν από τη βάση UK Biobank, ενώ οι επιστήμονες έκαναν και διαχωρισμό των περιστατικών ανάλογα με το είδος της άνοιας.

Θέλοντας να ενισχύσουν τα δεδομένα που πήραν από τη UK Biobank οι επιστήμονες έκαναν επίσης μαγνητική τομογραφία σε αρκετούς εθελοντές, από τις οποίες ήταν δυνατό να ανιχνευθούν αλλοιώσεις της νόσου Alzheimer στο προσυμπτωματικό στάδιο. Κατά την ανάλυση των δεδομένων, οι επιστήμονες έκαναν ακόμη προσαρμογές για κληρονομικούς παράγοντες ή άλλους παράγοντες κινδύνου για τη νόσο Alzheimer.

«Από τις αναλύσεις μας πρακτικά επιβεβαιώνεται ότι οι άνθρωποι που ζουν κοντά σε αυτοκινητόδρομους έχουν αυξημένο κίνδυνο άνοιας, ο οποίος αποδίδεται κυρίως στους ρύπους από τα αυτοκίνητα και ιδιαίτερα στο διοξείδιο του αζώτου και το PM2.5. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι ο περιορισμός των ατμοσφαιρικών ρύπων από τα αυτοκίνητα πιθανώς θα βοηθήσει στη μείωση των περιστατικών άνοιας σε πληθυσμιακό επίπεδο», εξηγούν οι συγγραφείς.

Μία σημαντική διαφορά της παρούσας μελέτης σε σχέση με προηγούμενες ήταν ότι δεν παρατηρήθηκε σύνδεση ανάμεσα στους θορύβους από τα αυτοκίνητα και τον κίνδυνο άνοιας.

Ωστόσο, μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση της μελέτης ήταν ότι όσο πιο κοντά ζούσε ένας άνθρωπος σε αυτοκινητόδρομο, τόσο περισσότερες ήταν οι δομικές βλάβες στον εγκέφαλό του που συνδέονται με τη νόσο Alzheimer.

«Τα αποτελέσματα της μελέτης μας προφανώς θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μελλοντικές έρευνες. Αν τελικά η σύνδεση ανάμεσα στην ατμοσφαιρική ρύπανση από τα αυτοκίνητα και τον κίνδυνο άνοιας αποδειχθεί, τότε θα έχουμε αποκαλύψει μία νέα προσέγγιση μέσω της οποίας θα μπορεί να περιοριστούν τα περιστατικά νόσου Alzheimer σε πληθυσμιακό επίπεδο», καταλήγουν οι συγγραφείς.

Φωτογραφία: Quang Nguyen Vinh

22 Λεπτά Άσκησης την Ημέρα Αναιρούν τις Αρνητικές Επιδράσεις της Καθιστικής Ζωής

Μόλις 20-25 λεπτά φυσικής άσκησης καθημερινά αρκούν για να προστατεύσουμε τον οργανισμό μας από τους κινδύνους της καθιστικής ζωής, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο περιοδικό British Journal of Sports Medicine.

Μάλιστα, όσο περισσότερο αυξάνουμε το διάστημα της άσκησης, τόσο περισσότερα είναι τα οφέλη για την υγεία μας, όπως υποστηρίζουν οι επιστήμονες της μελέτης.

Στις ανεπτυγμένες χώρες, ο μέσος ενήλικας περνάει περίπου 9-10 ώρες την ημέρα σε καθιστική θέση, κυρίως κατά τις ώρες της εργασίας του. Σήμερα, είναι γνωστό ότι η καθιστική ζωή συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από διάφορα αίτια.

Όπως αναφέρουν οι επιστήμονες της μελέτης, αρκετές από τις προηγούμενες μελέτες είχαν βασιστεί σε υποκειμενικούς δείκτες εκτίμησης της διάρκειας καθιστικής ζωής, επομένως δεν ήταν δυνατό να καταλήξουν σε σαφή αποτελέσματα.

Προκειμένου να ξεπεράσουν το παραπάνω πρόβλημα, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης εξέτασαν αποκλειστικά εθελοντές που φορούσαν επιταχυνσιόμετρα, τα οποία παρακολουθούσαν τη διάρκεια άσκησής τους. Οι εθελοντές αυτοί είχαν προέλθει από 4 διαφορετικές μελέτες και συγκεκριμένα τις Norwegian Tromsø Study, Swedish Healthy Ageing Initiative (HAI), Norwegian National Physical Activity Survey (NNPAS) και US National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES).

Στην τελική ανάλυση των δεδομένων εξετάστηκαν συνολικά περίπου 12.000 εθελοντές ηλικίας άνω των 50 ετών, για τους οποίους υπήρχαν και άλλες πληροφορίες εκτός από τα δεδομένα που αντλήθηκαν από τα επιταχυνσιόμετρα.

Όπως ανέφεραν οι επιστήμονες, οι 6.042 από τους παραπάνω εθελοντές έκαναν περισσότερες από 10.5 ώρες καθιστική ζωή καθημερινά, ενώ στους υπόλοιπους 5.943 η διάρκεια αυτή ήταν κάτω από 10.5 ώρες.

Στο διάστημα των 5 ετών που εξέτασε η ομάδα 805 εθελοντές κατέληξαν, εκ των οποίων οι 357 ήταν στην ομάδα που έκανε καθιστική ζωή κάτω από 10.5 ώρες την ημέρα, ενώ οι υπόλοιποι 448 ήταν στην ομάδα που καθόταν για περισσότερες από 10.5 ώρες.

Αναλύοντας τα δεδομένα από τα επιταχυνσιόμετρα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η καθιστική ζωή για περισσότερο από 12 ώρες την ημέρα συνδέεται με 38% αυξημένο κίνδυνο θανάτου (σε σχέση με τις 8 ώρες), μόνο όμως για αυτούς που είχαν διάρκεια άσκησης κάτω από 22 λεπτά την ημέρα.

Η μεγαλύτερη διάρκεια μέτριας ή έντονης άσκησης συνδέθηκε με ακόμα χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου, όπως ανέφεραν οι συγγραφείς.

Συγκεκριμένα, κάθε επιπλέον 10 λεπτά άσκησης την ημέρα συνδέθηκαν με 15% μειωμένο κίνδυνο θανάτου σε όσους έκαναν καθιστική ζωή για λιγότερο από 10.5 ώρες και 35% μειωμένο κίνδυνο στην ομάδα που έκανε καθιστική ζωή για μεγαλύτερη διάρκεια.

Όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς, οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετήσουν σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στη φυσική άσκηση, την καθιστική ζωή και τον κίνδυνο θανάτου, καθώς προέρχονται από μία μελέτη παρατήρησης.

Επίσης, δεν αποκλείεται άλλοι παράγοντες, όπως η διατροφή, η γενικότερη υγεία των εθελοντών, καθώς και το είδος της άσκησης που έκαναν, να επηρέασαν τα αποτελέσματα.

Σε κάθε περίπτωση, οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι τα 22 λεπτά άσκησης την ημέρα είναι αρκετά για να αντισταθμίσουν τις αρνητικές επιδράσεις της καθιστικής ζωής στην υγεία μας. Επομένως, αν ψάχνουμε ποια είναι η διάρκεια άσκησης από την οποία θα πρέπει να ξεκινήσουμε, αυτή είναι μία καλή αρχή.

Φωτογραφία: CoWomen

Νέα Έρευνα: Η Έκθεση στα PFAS Αυξάνει τον Κίνδυνο Καρκίνου του Θυρεοειδούς

Τα PFAS είναι μία κατηγορία χημικών ουσιών που δεν αποδομούνται και παραμένουν εφ’ όρου ζωής τον οργανισμό μας. Μία νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό eBioMedicine υποστηρίζει ότι η έκθεση στις παραπάνω ουσίες μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρκίνου του θυρεοειδούς.

Τα Δεδομένα της Μελέτης

Στις αναλύσεις που έκαναν, οι επιστήμονες της παραπάνω μελέτης εξέτασαν συνολικά 176 εθελοντές, εκ των οποίων οι 88 είχαν ιστορικό διάγνωσης με καρκίνο του ιστορικού, ενώ οι υπόλοιποι 88 δεν είχαν διαγνωστεί με καρκίνο και αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.

Όπως διαπίστωσε η επιστημονική ομάδα, η έκθεση σε ένα συγκεκριμένο PFAS που λέγεται n-PFOS αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του θυρεοειδούς κατά 56%. Το ίδιο παρατηρήθηκε και για 4 ακόμα PFAS τα οποία αύξαναν τον κίνδυνο της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου σε χαμηλότερα ποσοστά.

«Καθώς τα ποσοστά καρκίνου του θυρεοειδούς αυξάνονται σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε ποιοι είναι οι παράγοντες του περιβάλλοντος που ενδεχομένως ενοχοποιούνται για αυτή την αύξηση. Όπως διαπιστώσαμε, τα PFAS είναι ένας από τους παράγοντες που ευθύνονται για το παραπάνω φαινόμενο. Απ’ όσο γνωρίζουμε, αυτή είναι η πρώτη μελέτη που αναδεικνύει σύνδεση ανάμεσα στα PFAS και τον καρκίνο του θυρεοειδούς», αναφέρουν οι συγγραφείς.

«Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες έρευνες συνδέουν τα PFAS με διάφορα χρόνια νοσήματα, επομένως καταλαβαίνουμε ότι είναι σημαντικό να περιορίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο την έκθεση στις παραπάνω ουσίες», συμπλήρωσαν.

Ασαφής ο Μηχανισμός της Σύνδεσης

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι τα PFAS μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο και για άλλες μορφές καρκίνου, όπως ο καρκίνος των νεφρών και ο καρκίνος των όρχεων.

Σύμφωνα με τελευταία δεδομένα, τα PFAS παρεμβαίνουν στη λειτουργία του ενδοκρινικού συστήματος και επηρεάζουν τους αδένες από τους οποίους εκκρίνονται ορμόνες. Σε αυτούς ανήκει φυσικά και ο θυρεοειδής.

«Πιθανώς τα PFAS μπορεί να συσσωρεύονται στο θυρεοειδή αδένα και να επηρεάζουν έτσι τη λειτουργία αλλά και τη δομή του. Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι τα PFAS μπορεί να αυξήσουν το οξειδωτικό στρες, τη φλεγμονή και τον κίνδυνο κυτταρικού θανάτου, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν και βλάβες στο DNA των ιστών του θυρεοειδούς, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου», εξηγούν οι συγγραφείς της μελέτης.

Η ομάδα δεν απέκλεισε επίσης το ενδεχόμενο τα PFAS να επηρεάζουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και συγκεκριμένα την ικανότητα του τελευταίου να αντιμετωπίζει τις λοιμώξεις και τα νεοπλάσματα.

Φωτογραφία: Paloma Gil

Μπορεί ο Διαβήτης να Διαγνωστεί από την Ομιλία;

Σήμερα, η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται ήδη στην ιατρική, διευκολύνοντας τη διάγνωση αρκετών παθήσεων. Ένα νέο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που σίγουρα θα συζητηθεί αναπτύχθηκε προσφάτως από την εταιρεία Klick Labs και μπορεί να διαγνώσει το διαβήτη τύπου 2 εξετάζοντας μόνο την ομιλία των ασθενών.

Προφανώς, γνωρίζουμε ότι η ομιλία μας μπορεί να διαφοροποιηθεί σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως για παράδειγμα αν νυστάζουμε, αν έχουμε καταναλώσει αλκοόλ ή αν υπάρχει έντονη συναισθηματική φόρτιση. Το σκεπτικό της επιστημονικής ομάδας για την ανάπτυξη του νέου εργαλείου για το διαβήτη ήταν ακριβώς αυτό, δηλαδή ότι οι ασθενείς που πάσχουν από τη νόσο ενδεχομένως θα έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στην ομιλία τους.

«Οι προσεγγίσεις που χρησιμοποιούνται σήμερα για τη διάγνωση του διαβήτη χρειάζονται χρόνο και χρήμα. Η τεχνολογία που αναπτύξαμε είναι εξαιρετικά απλή και μπορεί να εξαλείψει τα παραπάνω προβλήματα», αναφέρουν οι επιστήμονες που ανέπτυξαν το νέο μοντέλο.

Η επιστημονική ομάδα εξέτασε συνολικά 267 εθελοντές (με ή χωρίς διαβήτη τύπου 2) από τους οποίους ζήτησε να ηχογραφήσουν μία συγκεκριμένη φράση στο τηλέφωνό τους 6 φορές την ημέρα για ένα διάστημα 2 εβδομάδων. Από τη διαδικασία αυτή τελικά συγκεντρώθηκαν 18.465 ηχογραφήσεις από τις οποίες οι επιστήμονες κατάφεραν να εξάγουν δεδομένα για 14 χαρακτηριστικά της φωνής.

Τα δεδομένα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την εκπαίδευση ενός μοντέλου το οποίο ήταν ικανό να απαντήσει αν ένας ασθενής πάσχει από διαβήτη τύπου 2 ή όχι ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και το δείκτη μάζας σώματος που είχε.

Η ακρίβεια που πέτυχε το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που ανέπτυξε η ομάδα ήταν περίπου 89% για τους άνδρες και 86% για τις γυναίκες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το γεγονός ότι τα χαρακτηριστικά της φωνής στα οποία βασιζόταν το μοντέλο για να απαντήσει αν ένας ασθενής έχει διαβήτη ή όχι ήταν διαφορετικά σε άνδρες και γυναίκες.

Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα που ανέπτυξε το μοντέλο αυτό, είναι προφανές ότι θα χρειαστεί να γίνουν και νέες έρευνες μέχρι να μπορούμε να πούμε ότι το μοντέλο μπορεί πράγματι να διαγνώσει το διαβήτη τύπου 2, ωστόσο τα πρώτα αποτελέσματα είναι πολύ ενθαρρυντικά.

Σήμερα, για τη διάγνωση του διαβήτη χρειάζεται ένα δείγμα αίματος το οποίο θα πρέπει να αναλυθεί στο εργαστήριο, ενώ η προσέγγιση που ανέπτυξε η ομάδα είναι πολύ πιο απλή και μπορεί να διαγνώσει τη νόσο από μία ηχογράφηση σε smartphone.

Σήμερα περίπου 1 στους 11 ενήλικες παγκοσμίως θα διαγνωστούν τελικά με τη νόσο, ωστόσο στην πραγματικότητα οι ασθενείς είναι πολύ περισσότεροι, όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς. Αν καταφέρουμε να διαγνώσουμε τη νόσο στα πρώιμα στάδια όταν δεν χρειάζεται ακόμα φαρμακευτική αντιμετώπιση, θα είναι δυνατό να εφαρμόσουμε μέτρα πρόληψης έτσι ώστε οι ασθενείς να μην χρειαστούν ποτέ φάρμακα, όπως τόνισε η ομάδα.

«Η έρευνά μας κατάφερε να ανακαλύψει σημαντικές διαφορές της φωνής στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και πιστεύουμε ότι το μοντέλο που αναπτύξαμε μπορεί να αποτελέσει μία νέα προσέγγιση για τη διάγνωση της νόσου», καταλήγουν οι συγγραφείς.

Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Mayo Clinic Proceedings: Digital Health.

Φωτογραφία: Karolina Grabowska

Νόσος Alzheimer: Προγνωστικός Δείκτης οι Διαταραχές της Βάδισης Σύμφωνα με Νέα Μελέτη

Οι δυσκολίες στο περπάτημα αποτελούν μία από τις πρώιμες ενδείξεις της νόσου Alzheimer, όπως υποστηρίζει μία νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό Current Biology. Συγκεκριμένα, η δυσκολία στην αλλαγή της κατεύθυνσης κατά το περπάτημα έχει προγνωστική ισχύ για την εμφάνιση της νόσου, σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης από το University College London.

Τα Δεδομένα της Μελέτης

Οι επιστήμονες της μελέτης εξέτασαν 3 διαφορετικές ομάδες εθελοντών και συγκεκριμένα 31 υγιείς εθελοντές, 36 υγιείς ηλικιωμένους και 43 ασθενείς με ήπια έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών. Στην τελευταία ομάδα έγιναν επίσης και αναλύσεις του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) από τις οποίες προσδιορίστηκε ότι 11 είχαν χαρακτηριστικές βλάβες που συνδέονται με τη νόσο Alzheimer.

Κάθε εθελοντής φόρεσε ειδικά γυαλιά εικονικής πραγματικότητας και ακολούθως του ζητήθηκε να ακολουθήσει ένα μονοπάτι. Αρχικά υπήρχαν κώνοι οι οποίοι καθοδηγούσαν τους εθελοντές στο μονοπάτι αυτό, ωστόσο στην επιστροφή ο εθελοντής έπρεπε να θυμηθεί το μονοπάτι και να επιστρέψει χωρίς κώνους.

Τι Παρατήρησε η Ομάδα

Όπως διαπίστωσαν οι επιστήμονες, οι εθελοντές με ήπια έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και βιοδείκτες της νόσου Alzheimer δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν εύκολα στο μονοπάτι και συχνά έχαναν τον προσανατολισμό τους, κάτι που ωστόσο δεν παρατηρήθηκε στους ηλικιωμένους με ήπια έκπτωση που δεν είχαν τους παραπάνω βιοδείκτες.

Ως αποτέλεσμα, η επιστημονική ομάδα συμπέρανε ότι οι δυσκολίες της βάδισης αποτελούν σύμπτωμα που συνδέεται ειδικά με τη νόσο Alzheimer και όχι με την ήπια έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών.

«Οι παρατηρήσεις μας προσφέρουν μία νέα προσέγγιση για τη διάγνωση της νόσου Alzheimer η οποία σχετίζεται με το βάδισμα. Προφανώς, τα αποτελέσματα της μελέτης μας θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από νέες, μεγαλύτερες έρευνες», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Γιατί Επηρεάζεται η Βάδιση στους Ασθενείς με Νόσο Alzheimer;

Η παρούσα μελέτη δεν ήταν η πρώτη που εξέτασε τις διαταραχές της βάδισης ως προγνωστικό δείκτη για τη νόσο Alzheimer. Στο κλινικό περιβάλλον, η βάδιση του ασθενούς μπορεί να μας δώσει σημαντικές πληροφορίες για διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα ο κίνδυνος πτώσεων του ασθενούς.

Αναφορικά με τους λόγους που μπορεί να εξηγήσουν γιατί η βάδιση επηρεάζεται στη νόσο Alzheimer, η επιστημονική ομάδα της μελέτης υποστήριξε ότι η νόσος μπορεί συχνά να προκαλέσει αλλαγές στον ιππόκαμπο. Η δομή αυτή του εγκεφάλου ρυθμίζει αρκετές λειτουργίες, μεταξύ των οποίων και η βάδιση.

Καταλήγοντας, η ομάδα υποστήριξε ότι κάθε προσέγγιση που μας επιτρέπει να διαγνώσουμε εγκαίρως τη νόσο Alzheimer έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς σήμερα δεν υπάρχει οριστική θεραπεία για τη νόσο, επομένως όσο πιο νωρίς διαγνωστεί ένας ασθενής τόσο νωρίτερα μπορούμε να χορηγήσουμε φάρμακα που ανακόπτουν την πορεία της νόσου.

Φωτογραφία: Yan Krukau