Αρχική Blog Σελίδα 396

Ουρική Αρθρίτιδα

Τι είναι η Ουρική Αρθρίτιδα;

Η ουρική αρθρίτιδα είναι μία επώδυνη πάθηση που εμφανίζεται όταν το ουρικό οξύ αποτίθεται με τη μορφή βελονοειδών κρυστάλλων στις αρθρώσεις ή τα μαλακά μόρια. Στις αρθρώσεις, αυτοί οι κρύσταλλοι ουρικού οξέος προκαλούν φλεγμονώδη αρθρίτιδα, που προκαλεί διαλείπων οίδημα, ερυθρότητα, θερμότητα, πόνο και ακαμψία στις αρθρώσεις.

Στους περισσότερους ασθενείς, η ουρική αρθρίτιδα αρχικά προσβάλλει τις αρθρώσεις του μεγάλου δακτύλου του ποδιού, ωστόσο πολλές άλλες αρθρώσεις μπορεί να επηρεαστούν από τη νόσο. Αυτές περιλαμβάνουν τους ταρσούς, τους αστραγάλους, τις φτέρνες, τα γόνατα, τους καρπούς, τα δάχτυλα και τους αγκώνες. Επασβεστώσεις ουρικού οξέος γνωστές και ως ουρικοί τόφοι, μπορεί να εμφανιστούν σαν όγκοι κάτω από το δέρμα που περιβάλλει τις αρθρώσεις και καλύπτει το χείλος του αυτιού. Κρύσταλλοι ουρικού οξέος μπορεί ακόμη να συσσωρευθούν στα νεφρά και να δημιουργήσουν πέτρες.

Τι είναι το ουρικό οξύ;

Το ουρικό οξύ είναι μία ουσία που προέρχεται από τον μεταβολισμό των πουρινών. Οι πουρίνες περιέχονται σε πολλά από τα φαγητά της φυσιολογικής δίαιτας του ανθρώπου. Το ουρικό οξύ διαλύεται στο αίμα, διέρχεται από τα νεφρά και αποβάλλεται με τα ούρα.

Εάν υπάρχει αυξημένη παραγωγή ουρικού οξέος ή αν τα νεφρά δεν το απομακρύνουν αρκετά γρήγορα από το σώμα, τα επίπεδά του στο σώμα ανεβαίνουν (ένα φαινόμενο που λέγεται υπερουριχαιμία). Η υπερουριχαιμία μπορεί επίσης να είναι το αποτέλεσμα υπερβολικής κατανάλωσης τροφίμων πλούσιων σε πουρίνες, όπως συκώτι, ξερά φασόλια και μπιζέλια, αντζούγιες και σάλτσες. Η υπερουριχαιμία δεν είναι νόσος ούτε είναι επικίνδυνη. Ωστόσο, αν σχηματιστούν κρύσταλλοι ουρικού οξέος εξαιτίας της υπερουριχαιμίας μπορεί να αναπτυχθεί ουρική αρθρίτιδα. Οι κρύσταλλοι σχηματίζονται και συγκεντρώνονται σε μία άρθρωση με αποτέλεσμα την εμφάνιση φλεγμονής.

Ποια είναι τα 4 στάδια της ουρικής αρθρίτιδας;

Η πορεία της ουρικής αρθρίτιδας περιλαμβάνει τέσσερα στάδια:

  1. Ασυμπτωματική υπερουριχαιμία: Στο στάδιο αυτό, ο ασθενής έχει ανεβασμένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα (υπερουριχαιμία), αλλά κανένα άλλο σύμπτωμα. Συνήθως δεν χρειάζεται θεραπεία.
  2. Οξεία ουρική αρθρίτιδα: Σ’ αυτό το στάδιο η υπερουριχαιμία έχει προκαλέσει την εναπόθεση κρυστάλλων ουρικού οξέος στις αρθρώσεις. Αυτό οδηγεί σε μια ξαφνική εμφάνιση έντονου πόνου και οιδήματος στις αρθρώσεις, οι οποίες επίσης μπορεί να είναι ζεστές και εξαιρετικά ευαίσθητες. Μία κρίση της νόσου εμφανίζεται συνήθως τις νυχτερινές ώρες και μπορεί να προκληθεί από έντονο στρες, κατανάλωση αλκοόλ, χρήση ναρκωτικών ή από κάποια άλλη πάθηση. Οι κρίσεις συνήθως υποχωρούν μέσα σε 3-10 μέρες, ακόμα και χωρίς θεραπεία, και η επόμενη κρίση μπορεί να συμβεί μετά από μήνες ή χρόνια. Καθώς η νόσος εξελίσσεται οι κρίσεις μπορεί να διαρκούν περισσότερο και να εμφανίζονται συχνότερα.
  3. Διάστημα μεταξύ των κρίσεων της ουρικής αρθρίτιδας: Στο στάδιο, ο ασθενής δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα.
  4. Χρόνια τοφώδης ουρική αρθρίτιδα: Αυτό είναι το πιο βαρύ στάδιο της νόσου. Συνήθως αναπτύσσεται μέσα σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, για παράδειγμα 10 χρόνια ή περισσότερα. Στο στάδιο αυτό, η νόσος μπορεί να έχει προκαλέσει μόνιμη βλάβη στις αρθρώσεις ή στα νεφρά. Αν λάβουν κατάλληλη θεραπεία, οι περισσότεροι ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα δεν φτάνουν ποτέ σ’ αυτό το στάδιο.

Αιτιολογικοί παράγοντες της ουρικής αρθρίτιδας

Ένα σύνολο παραγόντων σχετίζονται με την εμφάνιση υπερουριχαιμίας και ουρικής αρθρίτιδας:

  • Κληρονομικότητα: Αρκετοί ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα έχουν οικογενειακό ιστορικό της νόσου. Η κληρονομικότητα της νόσου κυμαίνεται από 20 έως 80%.
  • Φύλο και Ηλικία: Εμφανίζεται συχνότερα σε άντρες παρά σε γυναίκες και είναι πιο κοινή σε ενήλικες.
  • Σωματικό βάρος: Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης υπερουριχαιμίας και ουρικής αρθρίτιδας λόγω της αυξημένης παραγωγής ουρικού οξέος.
  • Αλκοόλ: Η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας αλκοόλ μπορεί να οδηγήσει σε υπερουριχαιμία επειδή το αλκοόλ παρεμβαίνει στη διαδικασία απομάκρυνσης του ουρικού οξέος από το σώμα.
  • Διατροφή: Η κατανάλωση τροφών πλούσιων σε πουρίνες μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης ουρικής αρθρίτιδας σε κάποιους ασθενείς.
  • Έκθεση σε μόλυβδο: Σε κάποιες περιπτώσεις, η έκθεση σε μόλυβδο έχει ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση ουρικής αρθρίτιδας.
  • Άλλα προβλήματα υγείας: Η νεφρική ανεπάρκεια είναι μία κοινή αιτία ουρικής αρθρίτιδας σε ηλικιωμένους. Άλλες παθήσεις που μπορεί να προκαλέσουν υψηλά επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα περιλαμβάνουν:
    • Υπέρταση
    • Υποθυρεοειδισμό
    • Παθήσεις που προκαλούν αυξημένη απόπτωση κυττάρων, όπως ψωρίαση, αιμολυτική αναιμία και κάποιες μορφές καρκίνου
    • Σύνδρομο Kelley-Seegmiller και Σύνδρομο Lesch-Nyhan, δύο σπάνιες παθήσεις στις οποίες το ένζυμο που βοηθάει στον έλεγχο των επιπέδων του ουρικού οξέος είτε δεν υπάρχει είτε παρουσιάζει ανεπάρκεια
  • Φάρμακα: Αρκετά φάρμακα συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης υπερουριχαιμίας και ουρικής αρθρίτιδας. Αυτά περιλαμβάνουν:
    • Διουρητικά, τα οποία βοηθούν στην απομάκρυνση υγρών από το σώμα σε παθήσεις όπως η υπέρταση, το οίδημα και κάποιες καρδιακές παθήσεις. Μειώνουν επίσης την ποσότητα ουρικού οξέος που αποβάλλεται με τα ούρα.
    • Φάρμακα που περιέχουν σαλικυλικό, όπως η ασπιρίνη
    • Νιασίνη, μια βιταμίνη γνωστή και ως νικοτινικό οξύ
    • Κυκλοσπορίνη, ένα φάρμακο που καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα. Χρησιμοποιείται στη θεραπεία κάποιων αυτοάνοσων νόσων και προληπτικά σε μεταμοσχεύσεις οργάνων.
    • Λεβοντόπα, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται στη θεραπεία της νόσου του Parkinson.

Ποιος μπορεί να εμφανίσει ουρική αρθρίτιδα;

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι 6 εκατομμύρια ενήλικες ηλικίας 20 ετών και άνω έχουν νοσήσει από ουρική αρθρίτιδα τουλάχιστον μία φορά. Η νόσος είναι σπάνια σε παιδία και εφήβους. Οι άνδρες, ιδιαίτερα μεταξύ των ηλικιών 40-50 ετών είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν ουρική αρθρίτιδα από τις γυναίκες, οι οποίες σπάνια εμφανίζουν τη νόσο πριν την εμμηνόπαυση. Οι ασθενείς που έχουν κάνει κάποια μεταμόσχευση είναι πιο επιρρεπείς στην εμφάνιση ουρικής αρθρίτιδας.

Διάγνωση της Ουρικής Αρθρίτιδας

Η ουρική αρθρίτιδα είναι αρκετά δύσκολο να διαγνωστεί επειδή τα συμπτώματα είναι αρκετά ασαφή και αρκετές φορές ομοιάζουν άλλες παθήσεις. Αν και οι περισσότεροι ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα έχουν παρουσιάσει υπερουριχαιμία τουλάχιστον μία φορά στην πορεία της νόσου, μπορεί να μην εμφανίζουν αυτό το σύμπτωμα κατά τη διάρκεια μίας οξείας κρίσης της νόσου. Επιπλέον, η παρουσία υπερουριχαιμίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένας ασθενής θα νοσήσει από ουρική αρθρίτιδα. Οι περισσότεροι ασθενείς με υπερουριχαιμία δεν εμφανίζουν ποτέ τη νόσο.

Για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση της ουρικής αρθρίτιδας, ο γιατρός μπορεί να χρειαστεί δείγμα αρθρικού υγρού από μία άρθρωση που φλεγμαίνει. Το αρθρικό υγρό στη συνέχεια τοποθετείται σε μία πλάκα και εξετάζεται κάτω από το μικροσκόπιο για την παρουσία κρυστάλλων ουρικού οξέος. Η απουσία τους, ωστόσο, δεν αποκλείει εντελώς τη διάγνωση.

Ο γιατρός μπορεί επίσης να ελέγξει αν υπάρχουν κρύσταλλοι ουρικού οξέος γύρω από την άρθρωση. Οι οξείες κρίσεις της ουρική αρθρίτιδας συχνά ομοιάζουν άλλες παθήσεις γι’ αυτό το αρθρικό υγρό μπορεί να καλλιεργηθεί για να διερευνηθεί αν υπάρχει παρουσία βακτηρίων.

Σημεία και Συμπτώματα της Ουρικής Αρθρίτιδας

  • Υπερουριχαιμία
  • Παρουσία κρυστάλλων ουρικού οξέος στο αρθρικό υγρό
  • Περισσότερες από μία κρίσεις οξείας αρθρίτιδας
  • Αρθρίτιδα που αναπτύσσεται σε μία μέρα με την κλινική εικόνα οιδήματος, ερυθρότητας και ερυθρότητας της άρθρωσης
  • Κρίση αρθρίτιδας σε μία μόνο άρθρωση, συνήθως του μεγάλου δακτύλου του ποδιού, του αστραγάλου ή του γόνατου

Πώς θεραπεύεται η Ουρική Αρθρίτιδα;

Με την κατάλληλη θεραπεία, οι περισσότεροι ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα μπορούν να περιορίσουν τα συμπτώματά τους. Οι στόχοι της θεραπείας είναι να περιοριστεί ο πόνος που σχετίζεται με τις οξείες κρίσεις της νόσου, να προληφθούν οι μελλοντικές κρίσεις και να αποφευχθεί ο σχηματισμός τόφων ή πετρών στα νεφρά. Η θεραπεία μπορεί να μειώσει τις ενοχλήσεις από τα συμπτώματα της ουρικής αρθρίτιδας καθώς και μακροπρόθεσμες βλάβες στις αρθρώσεις. Η θεραπεία βοηθά επίσης στην πρόληψη της αναπηρίας που οφείλεται σε ουρική αρθρίτιδα.

Τα φάρμακα που χορηγούνται συχνότερα για τη αντιμετώπιση της οξείας κρίσης της νόσου περιλαμβάνουν αρχικά τα από του στόματος μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), η τα κορτικοστεροειδή που χορηγούνται είτε από το στόμα είτε ενέσιμα στην άρθρωση. Τα ΜΣΑΦ μειώνουν τη φλεγμονή που προκαλείται από τις εναποθέσεις κρυστάλλων ουρικού οξέος, αλλά δεν μειώνουν την ποσότητα του ουρικού οξέος στο σώμα.

Τα κορτικοστεροειδή είναι ισχυρές αντιφλεγμονώδεις ορμόνες. Το κορτικοστεροειδές που χορηγείται συχνότερα είναι η πρεδνιζόνη. Οι ασθενείς συχνά παρουσιάζουν βελτίωση μέσα σε λίγες ώρες από τη χορήγηση του φαρμάκου και η κρίση υποχωρεί τελείως μέσα σε μία εβδομάδα.

Όταν τα ΜΣΑΦ ή τα κορτικοστεροειδή δεν περιορίζουν τα συμπτώματα, ο γιατρός μπορεί να χορηγήσει κολχικίνη. Ο γιατρός μπορεί να χορηγήσει ακόμη φάρμακα που θεραπεύουν την υπερουριχαιμία και περιορίζουν τη συχνότητα των κρίσεων και την ανάπτυξη τόφων.

Οι ασθενείς που παίρνουν φάρμακα για άλλες παθήσεις, όπως υπέρταση ή υψηλά τριγλυκερίδια αίματος, μπορεί να παρατηρήσουν ότι τα φάρμακα αυτά περιορίζουν τα συμπτώματα της ουρικής αρθρίτιδας.

Ο γιατρός μπορεί επίσης να συστήσει απώλεια βάρους σε υπέρβαρους ασθενείς. Μπορεί ακόμη να σας ζητήσει να περιορίσετε την κατανάλωση αλκοόλ και τροφίμων πλούσιων σε πουρίνη.

Τι μπορείτε να κάνετε αν πάσχετε από Ουρική Αρθρίτιδα;

Ευτυχώς, τα συμπτώματα της ουρικής αρθρίτιδας μπορούν να ελεγχθούν. Αν πάσχετε από ουρική αρθρίτιδα μπορείτε να περιορίσετε την ένταση των κρίσεων και να μειώσετε την πιθανότητα εμφάνισης κρίσεων στο μέλλον εφόσον ακολουθείτε τη φαρμακευτική σας αγωγή. Η οξεία κρίση της ουρικής αρθρίτιδας μπορεί να περιοριστεί αν πάρετε τα φάρμακά σας με το πρώτο σημάδι φλεγμονής ή πόνου. Άλλες ενέργειες που μπορείτε να κάνετε για να παραμείνετε υγιείς και να ελαχιστοποιήσετε τις επιπτώσεις της ουρικής αρθρίτιδας στη ζωή σας περιλαμβάνουν:

  • Ενημερώσετε το γιατρό σας για φάρμακα η βιταμίνες που παίρνετε. Ο γιατρός σας μπορεί να σας ενημερώσει αν κάποιο από αυτά αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης υπερουριχαιμίας.
  • Προγραμματίστε τακτικές επισκέψεις στο γιατρό σας για να παρακολουθήσει την πορεία της νόσου.
  • Πίνετε πολλά μη αλκοολούχα υγρά, ειδικά νερό. Αυτό βοηθά στην απομάκρυνση του ουρικού οξέος από το σώμα. Το αλκοόλ, αντιθέτως, ανεβάζει τα επίπεδα του ουρικού οξέος στο αίμα.
  • Να ασκείστε τακτικά για να διατηρήσετε ένα υγιές σωματικό βάρος. Εάν είστε υπέρβαροι, προσπαθήστε να χάσετε βάρος αλλά αποφύγετε δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων που έχουν σχεδιαστεί για γρήγορη απώλεια βάρους. Όταν η κατανάλωση υδατανθράκων δεν είναι επαρκής, το σώμα σας δεν μπορεί να κάψει αρκετή ποσότητα λίπους. Κατά συνέπεια, σχηματίζονται ουσίες που ονομάζονται κετόνες και απελευθερώνονται στην κυκλοφορία του αίματος, με αποτέλεσμα μία κατάσταση που ονομάζεται κέτωση. Η κέτωση, σε μικρό χρονικό διάστημα, μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα του ουρικού οξέος στο αίμα.
  • Αποφύγετε τρόφιμα πλούσια σε πουρίνες.

Τροφές πλούσιες σε πουρίνες

  • Αντσούγιες
  • Σπαράγγια
  • Νεφρά του βόειου κρέατος
  • Εγκέφαλος
  • Ξερά φασόλια και μπιζέλια
  • Κρέατα από κυνήγι
  • Σάλτσες
  • Ρέγγες
  • Συκώτι
  • Σκουμπρί
  • Μανιτάρια
  • Σαρδέλες
  • Γλυκάδια

Έρευνα για την Ουρική Αρθρίτιδα

Επειδή ο ρόλος του ουρικού οξέος στην ουρική αρθρίτιδα έχει αποσαφηνιστεί πλήρως και τα φάρμακα που περιορίζουν την ένταση και την πιθανότητα εμφάνισης κρίσεων στο μέλλον είναι αρκετά διαδεδομένα, η ουρική αρθρίτιδα είναι ίσως η πλέον θεραπεύσιμη μορφή αρθρίτιδας. Ωστόσο, η έρευνα συνεχίζεται με σκοπό να αποτραπεί εντελώς αυτή η εξαιρετικά επίπονη νόσος.

Οι έρευνες αυτή τη στιγμή επικεντρώνονται στα εξής:

  • Επανεκτίμηση των φαρμάκων: Αν και ένας μεγάλος αριθμός φαρμάκων χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας, οι γιατροί προσπαθούν να καθορίσουν ποια από αυτά τα φάρμακα είναι πιο αποτελεσματικά και σε ποιες δοσολογίες. Οι παράγοντες που εξετάζονται είναι η αποτελεσματικότητα για τη θεραπεία του πόνου και της φλεγμονής καθώς και η δόση που επιτυγχάνει το βέλτιστο αποτέλεσμα.
  • Αξιολόγηση νέων φαρμάκων: Μία σειρά από νέες θεραπείες εξετάζονται αυτή τη στιγμή για την αποτελεσματικότητά τους, συμπεριλαμβανομένων και κάποιων βιολογικών παραγόντων.
  • Διερεύνηση του ρόλου που παίζουν τα τρόφιμα: Έχει αποδειχτεί ότι κάποια τρόφιμα επιδεινώνουν τα συμπτώματα της ουρικής αρθρίτιδας. Κάποια άλλα τρόφιμα έχουν προστατευτική δράση για τη νόσο. Σε μία πρόσφατη μελέτη παρατηρήθηκε ότι η υψηλή κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης ουρικής αρθρίτιδας σε άνδρες ασθενείς κατά 50%. Ο μηχανισμός αυτής της προστατευτικής δράσης δεν είναι ακόμη γνωστός. Μία άλλη μελέτη που εξετάζει τη συσχέτιση μεταξύ βιταμίνης C και ουρικού οξέος συνιστά ότι μπορεί να έχει προστατευτική δράση στην εμφάνιση ουρικής αρθρίτιδας και άλλων νόσων που σχετίζονται με την παραγωγή ουρικού οξέος.
  • Αναζήτηση νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων: Οι επιστήμονες ερευνούν επίσης το ρόλο διαφόρων κυττάρων που συμμετέχουν τόσο στις οξείες όσο και στις χρόνιες εκδηλώσεις της νόσου. Οι στόχοι αυτής της έρευνας είναι να αποσαφηνιστούν
    • Ο τρόπος που οι κρύσταλλοι ουρικού οξέος ενεργοποιούν τα λευκά αιμοσφαίρια που ονομάζονται ουδετερόφιλα, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται οξείες κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας.
    • Ο τρόπος με τον οποίο οι κρύσταλλοι ουρικού οξέος επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα προκαλώντας χρόνια ουρική αρθρίτιδα.
    • Ο τρόπος που οι κρύσταλλοι ουρικού οξέος αλληλεπιδρούν με τα κύτταρα των οστών προκαλώντας οστικές βλάβες σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα.
  • Εξέταση του ρόλου που παίζουν οι γενετικοί και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες στην εμφάνιση υπερουριχαιμίας: Οι ερευνητές μελετούν πληθυσμιακές ομάδες στις οποίες η ουρική αρθρίτιδα είναι αρκετά συχνή με σκοπό να ερευνηθεί πώς διάφορα γονίδια ή περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα του ουρικού οξέος στο αίμα.
Λέξεις-Κλειδιά

Αιμολυτική αναιμία: Μία μορφή αναιμίας (ανεπάρκειας των ερυθρών αιμοσφαιρίων) που προκαλείται από την υπερβολική καταστροφή των κυττάρων.

Αρθρικό υγρό: Το αρθρικό υγρό παράγεται από τον αρθρικό υμένα και λιπαίνει τις αρθρώσεις.

Διουρητικά: Μία οικογένεια φαρμάκων που προάγει το σχηματισμό και την αποβολή ούρων. Τα διουρητικά χορηγούνται για τη θεραπεία της υπερβολικής συγκέντρωσης υγρών στους ιστούς του σώματος που μπορεί να οφείλονται σε ασθένειες των νεφρών, του ήπατος, των πνευμόνων ή της καρδιάς. Χρησιμοποιούνται επίσης για τη θεραπεία της υπέρτασης ή του γλαυκώματος, μίας πάθησης κατά την οποία ανεβαίνει η ενδοφθάλμια πίεση.

Κορτικοστεροειδή: Τα κορτικοστεροειδή είναι ισχυρές αντιφλεγμονώδεις ορμόνες που παράγονται φυσιολογικά στο σώμα ή τεχνητά με σκοπό να χρησιμοποιηθούν σαν φάρμακα. Συνήθως χορηγούνται ενέσιμα με σκοπό να αντιμετωπιστεί η φλεγμονή στον ώμο, στο γόνατο ή σε άλλες αρθρώσεις.

ΜΣΑΦ: Μία οικογένεια φαρμάκων που χορηγούνται με ή χωρίς συνταγή και βοηθούν στην αντιμετώπιση του πόνου και της φλεγμονής.

Ουρικό οξύ: Μία ουσία που προέρχεται από τον μεταβολισμό των πουρινών.

Ποδάγρα: Η ουρική αρθρίτιδα του μεγάλου δακτύλου του ποδιού.

Πουρίνες: Ανευρίσκονται στο DNA και το RNA του πυρήνα των κυττάρων. Βρίσκονται σε υψηλή περιεκτικότητα σε τροφές πλούσιες σε πρωτεΐνες.

Τόφοι: Οζώδεις μάζες κρυστάλλων ουρικού οξέος που κάποιες φορές σχηματίζονται στο μαλακό ιστό των ασθενών με χρόνια ουρική αρθρίτιδα. Αν και οι τόφοι είναι συχνότεροι γύρω από τα δάκτυλα, τους αγκώνες και το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού, μπορούν να εμφανιστούν σε σχεδόν οποιοδήποτε μέρος του σώματος.

Υπερουριχαιμία: Η παρουσία αυξημένων επιπέδων ουρικού οξέος στο σώμα.

Υποθυρεοειδισμός: Μία πάθηση κατά την οποία ο θυρεοειδής αδένας (ο αδένας που είναι υπεύθυνος για την παραγωγή και αποθήκευση των ορμονών που ρυθμίζουν την καρδιακή συχνότητα, την πίεση του αίματος, τη θερμοκρασία του σώματος και το ρυθμό με το οποίο η τροφή μετατρέπεται σε ενέργεια) υπολειτουργεί. Χωρίς θεραπεία, μπορεί να παρουσιαστεί κόπωση, αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και άλλες σοβαρές εκδηλώσεις, ακόμη και θάνατος.

Φωτογραφία: Jonny Lew

Οστεοαρθρίτιδα

Η οστεοαρθρίτιδα είναι ο πλέον κοινός τύπος αρθρίτιδας ειδικά στους ηλικιωμένους. Κάποιες φορές λέγεται και εκφυλιστική νόσος των αρθρώσεων. Η οστεοαρθρίτιδα πλήττει κυρίως το χόνδρο, το σκληρό αλλά ολισθηρό ιστό που καλύπτει τα άκρα των οστών, όπου συναντώνται για να σχηματίσουν μία άρθρωση. Ο χόνδρος φυσιολογικά επιτρέπει στα οστά να «γλιστρούν» το ένα πάνω στο άλλο. Απορροφά επίσης την ενέργεια από την κίνηση. Στην οστεοαρθρίτιδα, το επιφανειακό στρώμα του χόνδρου σπάει και φθείρεται. Αυτό επιτρέπει στα οστά κάτω από το χόνδρο να «τρίβονται» μεταξύ τους προκαλώντας πόνο, οίδημα και απώλεια κινητικότητας στην άρθρωση. Με την πάροδο του χρόνου, η άρθρωση μπορεί να αλλοιωθεί. Επίσης, μικρές εναποθέσεις οστού – που ονομάζονται οστεόφυτα – μπορεί να αναπτυχθούν στις άκρες των αρθρώσεων. Κομμάτια οστού ή χόνδρου μπορεί, ακόμη, να αποσπαστούν και να επιπλέουν μέσα στον αρθρικό χώρο. Αυτό επιτείνει τον πόνο και την αρθρική βλάβη.

Οι ασθενείς που πάσχουν από οστεοαρθρίτιδα συνήθως παρουσιάζουν πόνο στις αρθρώσεις και ακαμψία. Αντίθετα με άλλες μορφές αρθρίτιδας, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η οστεοαρθρίτιδα επηρεάζει μόνο την αρθρική λειτουργία. Δεν επηρεάζει το δέρμα, τους πνεύμονες, τους οφθαλμούς ή τα αιμοφόρα αγγεία.

Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, μία άλλη κοινή μορφή αρθρίτιδας, το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ιστούς των αρθρώσεων, προκαλώντας πόνο, φλεγμονή και τελικά αρθρική βλάβη και δυσμορφία. Τυπικά εμφανίζεται σε ασθενείς μικρότερης ηλικίας από αυτούς της οστεοαρθρίτιδας και η συμπτωματολογία της περιλαμβάνει οίδημα και ερυθρότητα στις αρθρώσεις. Επίσης, η αρθρική συμπτωματολογία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας είναι συμμετρική – αυτό σημαίνει ότι αν μία άρθρωση επηρεάζεται τότε η ίδια άρθρωση στην αντίθετη πλευρά του σώματος, παρουσιάζει παρόμοια συμπτώματα. Η οστεοαρθρίτιδα, αντιθέτως, μπορεί να επηρεάζει μόνο μία άρθρωση ή να επηρεάζει τη μία άρθρωση πολύ σοβαρότερα απ’ ότι την άλλη.

Ποιοι πάσχουν από οστεοαρθρίτιδα;

Η οστεοαρθρίτιδα είναι μακράν η πιο κοινή μορφή αρθρίτιδας, και το ποσοστό των ασθενών που πάσχουν από αυτήν αυξάνεται ανάλογα με την ηλικία. Εκτιμάται ότι περίπου 27 εκατομμύρια Αμερικανοί ηλικίας 25 ετών και άνω πάσχουν από οστεοαρθρίτιδα.

Αν και η οστεοαρθρίτιδα παρουσιάζεται συχνότερα σε μεγαλύτερες ηλικίες, μπορεί να εμφανιστεί και σε νεαρούς ανθρώπους, συνήθως μετά από κάποιο αρθρικό τραυματισμό, αρθρική δυσμορφία ή κάποια γενετική ανωμαλία του χόνδρου. Η νόσος εμφανίζεται τόσο σε άντρες όσο και σε γυναίκες. Σε ασθενείς κάτω των 45 ετών εμφανίζεται συχνότερα στους άντρες, ενώ μετά τα 45 είναι συχνότερη στις γυναίκες. Είναι συχνότερη στους παχύσαρκους και σε ασθενείς που η εργασία τους είναι επιβαρυντική για κάποιες αρθρώσεις.

Ποια είναι τα συμπτώματα της οστεοαρθρίτιδας;

Οι ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα συνήθως παρουσιάζουν πόνο στις αρθρώσεις και ακαμψία. Οι αρθρώσεις που επηρεάζονται συχνότερα είναι αυτές στα άκρα των δακτύλων, η άρθρωση του αντίχειρα, του λαιμού, της μέσης, του γόνατος και του ισχίου.

Η οστεοαρθρίτιδα επηρεάζει κάθε ασθενή με διαφορετικό τρόπο. Μπορεί να εξελιχθεί γρήγορα, αλλά στους περισσότερους ασθενείς αναπτύσσεται σταδιακά σε ένα διάστημα ετών. Σε κάποιους ανθρώπους, η οστεοαρθρίτιδα είναι σχετικά ήπια και παρεμποδίζει ελάχιστα τις καθημερινές εργασίες, σε άλλες περιπτώσεις προκαλεί έντονο πόνο και αναπηρία.

Οι αρθρώσεις και τα μέρη τους

Η άρθρωση είναι το σημείο που δύο ή περισσότερα οστά συνδέονται. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων (όπως το κρανίο και η πύελος), οι αρθρώσεις επιτρέπουν την κίνηση μεταξύ των οστών και απορροφούν τις δονήσεις των κινήσεων. Τα μέρη αυτών των αρθρώσεων περιλαμβάνουν:

  • Χόνδρος: Ένας σκληρός αλλά ολισθηρός ιστός στο άκρο κάθε οστού. Ο χόνδρος φθείρεται και θρυμματίζεται στην οστεοαρθρίτιδα.
  • Αρθρικός Θύλακος: Ένας σκληρός μεμβρανικός ασκός που εμπεριέχει όλα τα οστικά και αρθρικά μέρη της άρθρωσης.
  • Αρθρικός Υμένας: Μία λεπτή μεμβράνη στο εσωτερικό του αρθρικού θυλάκου που περικλείει το αρθρικό υγρό.
  • Αρθρικό Υγρό: Ένα υγρό που λιπαίνει την άρθρωση και διατηρεί το χόνδρο λείο και υγιή.
  • Σύνδεσμοι, Τένοντες και Μύες: Ιστοί που περικλείουν τα οστά και τις αρθρώσεις, και βοηθούν τις αρθρώσεις να λυγίζουν και να κινούνται. Οι σύνδεσμοι είναι χοντροί ιστοί με σχήμα χορδής που συνδέουν τα οστά μεταξύ τους.
  • Τένοντες: Σκληρές, ινώδεις χορδές που συνδέουν τους μύες με τα οστά. Οι μύες είναι ένα σύνολο ειδικών κυττάρων που, όταν δεχτούν ένα νευρικό ερέθισμα, χαλαρώνουν ή συστέλλονται για να παράγουν κίνηση.

Πώς μπορείτε να διαπιστώσετε αν πάσχετε από Οστεοαρθρίτιδα;

Συνήθως η συμπτωματολογία της οστεοαρθρίτιδας εισέρχεται αργά. Στα πρώιμα στάδια της νόσου, μπορεί να αισθάνεστε πόνο στις αρθρώσεις μετά από έντονη φυσική άσκηση. Αργότερα ο αρθρικός πόνος μπορεί να γίνει πιο έντονος. Μπορεί επίσης να παρουσιάσετε αρθρική ακαμψία, ειδικά μετά το πρωινό ξύπνημα.

Αν και η οστεοαρθρίτιδα μπορεί να επηρεάσει οποιαδήποτε άρθρωση, επηρεάζει συχνότερα τα χέρια, τα γόνατα, το ισχίο και τη σπονδυλική στήλη (στον αυχένα ή στη μέση). Ανάλογα με την άρθρωση που επηρεάζεται εμφανίζονται και αντίστοιχα συμπτώματα:

  • Χέρια: Η οστεοαρθρίτιδα στα χέρια φαίνεται να έχει κληρονομικό χαρακτήρα. ΑΝ η μητέρα ή η γιαγιά σας έχει ή είχε οστεοαρθρίτιδα στα χέρια, τότε διατρέχετε κίνδυνο άνω του μετρίου να παρουσιάσετε κι εσείς οστεοαρθρίτιδα. Η οστεοαρθρίτιδα των χεριών είναι συχνότερη στις γυναίκες και συνήθως εμφανίζεται μετά την εμμηνόπαυση.
  • Γόνατα: Τα γόνατα είναι μία από τις αρθρώσεις που επηρεάζονται συχνότερα από την οστεοαρθρίτιδα. Τα συμπτώματα στα γόνατα περιλαμβάνουν ακαμψία, οίδημα και πόνο, γεγονός που καθιστά δύσκολο το περπάτημα καθώς και κάποιες άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με τα γόνατα. Η οστεοαρθρίτιδα στα γόνατα μπορεί να οδηγήσει σε αναπηρία.
  • Ισχίο: Η άρθρωση του ισχίου είναι επίσης μία άρθρωση που προσβάλλεται συχνά από την οστεοαρθρίτιδα. Όπως και στην οστεοαρθρίτιδα στα γόνατα, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο και ακαμψία της άρθρωσης. Ορισμένες φορές βέβαια ο πόνος μπορεί να γίνει αισθητός στη βουβωνική χώρα, στο εσωτερικό των μηρών, στους γλουτούς ή ακόμη και στα γόνατα. Η οστεοαρθρίτιδα του ισχίου μπορεί να περιορίσει την κίνηση και την κάμψη, δυσχεραίνοντας κάποιες καθημερινές λειτουργίες όπως το ντύσιμο.
  • Σπονδυλική Στήλη: Η οστεοαρθρίτιδα στους σπονδύλους μπορεί να εμφανιστεί σαν ακαμψία και πόνος στον αυχένα ή στη μέση. Σε κάποιες περιπτώσεις, μεταβολές στους σπονδύλους που σχετίζονται με την οστεοαρθρίτιδα μπορεί να προκαλέσουν πίεση στα νεύρα που εξέρχονται από τη σπονδυλική στήλη, προκαλώντας αδυναμία και μούδιασμα στα χέρια και στα πόδια. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να επηρεαστεί ακόμα και η λειτουργία της ουροδόχου κύστης ή του εντέρου.

Διάγνωση της Οστεοαρθρίτιδας

Δεν υπάρχει ειδική εξέταση για τη διάγνωση της οστεοαρθρίτιδας. Ωστόσο, κάποιες φορές οι γιατροί χρησιμοποιούν μία σειρά εξετάσεων για να επιβεβαιώσουν τη διάγνωση ή να αποκλείσουν άλλες ασθένειες που μπορεί να προκαλούν τα συμπτώματά σας. Οι εξετάσεις που χρησιμοποιούνται συχνότερα είναι:

  • Κλινικό ιστορικό: Ο γιατρός ξεκινά ζητώντας σας να περιγράψετε τα συμπτώματά σας, πότε και πώς ξεκίνησαν καθώς και πώς εξελίχθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Ο γιατρός θα σας ρωτήσει επίσης για άλλα νοσήματα που μπορεί να έχετε εσείς και η οικογένειά σας καθώς και αν παίρνετε κάποια φάρμακα.
  • Φυσική εξέταση: Ο γιατρός θα εξετάσει τα αντανακλαστικά και τη γενικότερη υγεία σας, καθώς και τη μυϊκή σας δύναμη. Θα εξετάσει επίσης τις αρθρώσεις σας και θα παρατηρήσει τον τρόπο που περπατάτε ή επιτελείτε κάποιες δραστηριότητες της καθημερινής σας ζωής.
  • Ακτινογραφία με ακτίνες Χ: Η ακτινογραφία μπορεί να βοηθήσει το γιατρό να καθορίσει το είδος της αρθρίτιδας που έχετε καθώς και το μέγεθος της αρθρικής βλάβης. Η ακτινογραφία στην άρθρωση μπορεί να αποκαλύψει αν υπάρχει βλάβη στο χόνδρο, στο οστό ή αν υπάρχουν οστεόφυτα. Συχνά υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ της έκτασης της αρθρικής βλάβης που φαίνεται στην ακτινογραφία και του πόνου που βιώνει ο ασθενής. Η ακτινογραφία πάντως στα πρώιμα στάδια της νόσου δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμη αφού δεν έχει γίνει εκτεταμένη βλάβη στο χόνδρο.
  • Μαγνητική Τομογραφία: Γνωστή και σαν MRI, η μαγνητική τομογραφία παρέχει υψηλής ανάλυσης απεικονίσεις των εσωτερικών οργάνων του σώματος. Η εξέταση αυτή περιλαμβάνει έναν ισχυρό μαγνήτη με τη χρήση του οποίου παράγονται αυτές οι απεικονίσεις. Η μαγνητική τομογραφία συνήθως χρησιμοποιείται όταν υπάρχει έντονος πόνος, τα ευρήματα της ακτινογραφίας είναι ελάχιστα και υποδεικνύουν βλάβες σε άλλους ιστούς της άρθρωσης όπως σε κάποιο σύνδεσμο ή σε άλλο κομμάτι του συνδετικού ιστού όπως ο μηνίσκος.
  • Άλλες εξετάσεις: Εξετάσεις αίματος μπορεί να χρειαστούν επίσης για να αποκλειστούν άλλα αίτια των συμπτωμάτων σας. Μπορεί ακόμη να χρειαστεί να ληφθεί αρθρικό υγρό από την άρθρωση και να εξεταστεί με μικροσκόπιο. Τι δείγμα αρθρικού υγρού μπορεί να περιέχει βακτήρια, αποδίδοντας έτσι τον πόνο σε κάποια λοίμωξη ή κρυστάλλους ουρικού οξέος που παραπέμπουν σε ουρική αρθρίτιδα.

Η οστεοαρθρίτιδα είναι τόσο κοινή, ειδικά σε ηλικιωμένους, που τα συμπτώματα που φαίνεται να οφείλονται στην ασθένεια, μπορεί να οφείλονται σε άλλες παθήσεις. Ο γιατρός θα προσπαθήσει να ανακαλύψει την αιτία των συμπτωμάτων αποκλείοντας άλλες παθήσεις και αναγνωρίζοντας παθήσεις που επιδεινώνουν τη συμπτωματολογία.

Θεραπεία της Οστεοαρθρίτιδας

Τα περισσότερα θεραπευτικά προγράμματα περιλαμβάνουν ένα συνδυασμό προσεγγίσεων που προσαρμόζονται στις ανάγκες και τον τρόπο ζωής του κάθε ασθενή. Τα περισσότερα προγράμματα περιλαμβάνουν τρόπους να περιοριστεί ο πόνος και να βελτιωθεί η λειτουργικότητα της άρθρωσης.

Οι Τέσσερις Στόχοι της Θεραπείας
  • Αντιμετώπιση του πόνου
  • Βελτίωση της λειτουργικότητας της άρθρωσης
  • Διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους
  • Διατήρηση ενός υγιούς τρόπου ζωής
Θεραπευτικές Προσεγγίσεις
  • Άσκηση
  • Έλεγχος του σωματικού βάρους
  • Μη φαρμακευτική αντιμετώπιση του πόνου και εναλλακτικές θεραπείες
  • Αναλγητικά φάρμακα
  • Χειρουργική επέμβαση
Άσκηση

Η έρευνα έχει δείξει ότι η καλύτερη θεραπεία για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι η σωματική άσκηση. Η σωματική άσκηση μπορεί να βελτιώσει τη διάθεση, να μειώσει τον πόνο, να αυξήσει την ευκαμψία καθώς και να βελτιώσει την καρδιακή λειτουργία και τη φυσική κατάσταση. Η άσκηση όταν εκτελείται σωστά δεν έχει σχεδόν καμία ανεπιθύμητη ενέργεια. Η ποσότητα και η μορφή της άσκησης που θα συστηθεί από το γιατρό θα εξαρτηθεί από τις αρθρώσεις που εμπλέκονται, τη σταθερότητά τους και αν έχει γίνει ήδη αρθροπλαστική. Το περπάτημα και το κολύμπι είναι κάποιες από τις ασκήσεις που προτείνονται για την οστεοαρθρίτιδα. Ο γιατρός ή ο φυσιοθεραπευτής σας μπορεί να προτείνει τις κατάλληλες ασκήσεις ανάλογα με την κατάστασή σας. Ο ύπνος και η ξεκούραση των αρθρώσεων είναι επίσης ουσιώδεις.

Έλεγχος του βάρους

Αν είστε υπέρβαρος ή παχύσαρκος, πρέπει να προσπαθήσετε να χάσετε βάρος. Η απώλεια βάρους μπορεί να μειώσει την επιβάρυνση των αρθρώσεων που στηρίζουν το βάρος του σώματος, να περιορίσει τη βλάβη των αρθρώσεων και να αυξήσει την κινητικότητα. Ένας διαιτολόγος μπορεί να συστήσει την κατάλληλη διατροφή. Η υγιεινή διατροφή σε συνδυασμό με τη σωματική άσκηση είναι τα σημαντικότερα βήματα για την απώλεια βάρους.

Μη φαρμακευτική αντιμετώπιση του πόνου και εναλλακτικές θεραπείες

Οι ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα μπορεί να αναζητήσουν κι άλλους τρόπους για να αντιμετωπίσουν τον πόνο. Για παράδειγμα:

Ζέστη και Κρύο: Η ζέστη και το κρύο (ή ένας συνδυασμός των δύο) μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά χρήσιμος στην αντιμετώπιση του πόνου. Η θερμότητα μπορεί να εφαρμοστεί με διάφορους τρόπους – με ζεστές πετσέτες, ζεστά επιθέματα ή με ένα ζεστό μπάνιο – με σκοπό να αυξήσει τη ροή του αίματος και να ανακουφίσει από τον πόνο και την ακαμψία. Στην αντίθετη περίπτωση, παγοκύστες, που μειώνουν τη φλεγμονή, μπορούν να απαλύνουν από τον πόνο και να μουδιάσουν την περιοχή.

Διαδερμική ηλεκτρική νευρική διέγερση (TENS): Η TENS είναι μία τεχνική που χρησιμοποιεί μία μικρή ηλεκτρονική συσκευή για να κατευθύνει ήπιους ηλεκτρικούς παλμούς σε νευρικές απολήξεις που βρίσκονται κάτω από το δέρμα στην επώδυνη άρθρωση. Μπορεί να ανακουφίσει από τους πόνους που οφείλονται στην οστεοαρθρίτιδα. Με τη λειτουργία της μπλοκάρει τα μηνύματα πόνου στον εγκέφαλο και τροποποιεί τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον πόνο.

Μασάζ: Με την τεχνική αυτή που επικεντρώνεται στους μύες, αυξάνεται η ροή του αίματος και ανεβαίνει η θερμοκρασία σε μία καταπονημένη περιοχή. Ωστόσο, οι αρθρώσεις που είναι καταπονημένες από την οστεοαρθρίτιδα είναι εξαιρετικά ευαίσθητες, επομένως ο θεραπευτής πρέπει να είναι πολύ εξοικειωμένος με τα προβλήματα που προκαλεί η νόσος.

Βελονισμός: Όταν η συμβατική ιατρική θεραπεία δεν προσφέρει αρκετή ανακούφιση από τον πόνο, πολλοί ασθενείς αναζητούν συμπληρωματικές ή εναλλακτικές θεραπείες για την αντιμετώπιση της οστεοαρθρίτιδας. Κάποιοι ασθενείς έχουν βρει ανακούφιση από τον πόνο με τη χρήση του βελονισμού, μία πρακτική κατά την οποία λεπτές βελόνες εισάγονται σε συγκεκριμένα σημεία του δέρματος από έναν επαγγελματία βελονιστή. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι βελόνες διεγείρουν την απελευθέρωση φυσικών αναλγητικών ουσιών που παράγονται από το νευρικό σύστημα.

Συμπληρώματα διατροφής: Συμπληρώματα διατροφής όπως η γλυκοζαμίνη και η θειική χονδροϊτίνη, καθώς και κάποιες βιταμίνες, έχει αναφερθεί ότι βελτιώνουν τα συμπτώματα ασθενών με οστεοαρθρίτιδα.

Φαρμακευτική αγωγή για τον πόνο

Πολύ συχνά συνταγογραφούνται φάρμακα από τους γιατρούς με σκοπό να μειωθεί ο πόνος και να βελτιωθεί η κινητικότητα. Οι γιατροί λαμβάνουν υπ’ όψη τους ένα σύνολο παραγόντων όταν επιλέγουν το κατάλληλο φάρμακο για έναν ασθενή με οστεοαρθρίτιδα. Αυτοί περιλαμβάνουν την ένταση του πόνου, πιθανές παρενέργειες του φαρμάκου, το ιατρικό ιστορικό καθώς και άλλα φάρμακα που μπορεί να παίρνει.

Επειδή κάποια φάρμακα παρουσιάζουν αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους ή με άλλες παθήσεις, είναι σημαντικό να ενημερώσετε το γιατρό σας για όλα τα φάρμακα που παίρνετε καθώς και για το ιατρικό ιστορικό σας πριν σας χορηγηθεί κάποια φαρμακευτική αγωγή. Αν ο γιατρός σας έχει ενημερωθεί πλήρως, μπορεί να σας προτείνει το κατάλληλο φάρμακο για την ανακούφιση από τον πόνο με τις λιγότερες δυνατές παρενέργειες.

Τα ακόλουθα είδη φαρμάκων χρησιμοποιούνται συχνά στη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας:

  • Αναλγητικά: Από του στόματος αναλγητικά, όπως η ακεταμινοφαίνη, είναι συχνά από τα πρώτα φάρμακα που χορηγούνται για την ανακούφιση του πόνου σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα.
  • ΜΣΑΦ (Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα): Είναι μία μεγάλη οικογένεια φαρμάκων που χρησιμοποιούνται τόσο για την αντιμετώπιση του πόνου όσο και της φλεγμονής. Παραδείγματα φαρμάκων αυτής της οικογενείας που χρησιμοποιούνται συχνά είναι η ασπιρίνη και η ιβουπροφαίνη. Αν και πολλά ΜΣΑΦ χορηγούνται χωρίς συνταγή γιατρού, πολλά άλλα, όπως οι αναστολείς του COX-2, μπορούν να αγοραστούν μόνο με συνταγή γιατρού.
  • Ναρκωτικές ή ουσίες με κεντρική δράση: Κάποιες φορές τα ΜΣΑΦ που χορηγούνται χωρίς συνταγή δεν είναι αρκετά για την ανακούφιση από τον πόνο ή μπορεί να αντενδείκνυνται λόγω κάποιας πάθησης του ασθενή. Στις περιπτώσεις αυτές ο γιατρός συνταγογραφεί ναρκωτικές ή ουσίες με κεντρική δράση. Αυτά τα φάρμακα έχουν αρκετές παρενέργειες μεταξύ των οποίων και η πιθανότητα εθισμού.
  • Κορτικοστεροειδή: Τα κορτικοστεροειδή είναι ισχυρές αντιφλεγμονώδεις ορμόνες που παράγονται φυσιολογικά στο σώμα ή τεχνητά με σκοπό να χρησιμοποιηθούν σαν φάρμακα. Συνήθως χορηγούνται ενέσιμα στις αρθρώσεις που πάσχουν με σκοπό να προσφέρουν ανακούφιση από τον πόνο. Συνήθως χορηγούνται 2-4 φορές ετησίως με σκοπό να αντιμετωπιστούν εξάρσεις της νόσου.
  • Υποκατάστατα του Υαλουρονικού Οξέος: Τα προϊόντα αυτά έχουν σχεδιαστεί για να αντικαταστήσουν ένα φυσιολογικό συστατικό της άρθρωσης που είναι υπεύθυνο για τη λίπανση και τη θρέψη της. Ανάλογα με το προϊόν που θα προτείνει ο γιατρός σας, χορηγούνται σε 3-5 ενέσεις. Τα προϊόντα αυτά έχουν εγκριθεί μόνο για τη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας του γόνατος.
  • Άλλα φάρμακα: Αρκετά άλλα φάρμακα μπορεί να χορηγηθούν για τη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας. Αυτά περιλαμβάνουν τοπικές αλοιφές για την ανακούφιση από τον πόνο, εντριβές και σπρέι τα οποία εφαρμόζονται απ’ ευθείας στο δέρμα πάνω από επώδυνες αρθρώσεις.
Χειρουργική αντιμετώπιση

Για αρκετούς ασθενείς, μία χειρουργική επέμβαση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση από τον πόνο και την αναπηρία που προκαλούνται από την οστεοαρθρίτιδα. Το χειρουργείο γίνεται με σκοπό να επιτευχθεί ένα από τα ακόλουθα:

  • Απομάκρυνση κομματιών οστού και χόνδρου που έχουν αποκοπεί και βρίσκονται στο αρθρικό υγρό με αποτέλεσμα να εμποδίζουν την κίνηση της άρθρωσης (αρθροσκοπικός χειρουργικός καθαρισμός)
  • Επανατοποθέτηση των οστών (οστεοτομία)
  • Εξομάλυνση των οστών

Ο χειρουργός μπορεί να αντικαταστήσει την προσβεβλημένη άρθρωση με μία τεχνητή (προσθετική άρθρωση). Οι τεχνητές αυτές αρθρώσεις κατασκευάζονται από κράματα μετάλλων, υψηλής πυκνότητας πλαστικά και κεραμικά υλικά. Κάποιες προσθετικές αρθρώσεις στερεώνονται στην επιφάνεια των οστών με ειδικές λιθόκολλες. Άλλες έχουν πορώδεις επιφάνειες και βασίζονται στην ανάπτυξη του οστού πάνω στις επιφάνειες αυτές για να σταθεροποιηθούν (η διαδικασία αυτή λέγεται βιολογική σταθεροποίηση). Οι τεχνητές αρθρώσεις έχουν διάρκεια 10-15 χρόνια ή περισσότερο. Ο χειρουργός θα επιλέξει το σχήμα και τα συστατικά της τεχνητής άρθρωσης ανάλογα με το βάρος, την ηλικία, το φύλο, το επίπεδο δραστηριότητας και τις συνοδές παθήσεις του εκάστοτε ασθενή.

Οι εξελίξεις στον τομέα της αρθρικής αντικατάστασης έχουν επιτρέψει, σε κάποιες περιπτώσεις, να γίνεται αντικατάσταση μόνο του τμήματος της άρθρωσης που έχει καταστραφεί, αφήνοντας ανέπαφο το υπόλοιπο της άρθρωσης. Η αντικατάσταση του ισχίου γίνεται επίσης με πολύ μικρότερες τομές απ’ ότι στο παρελθόν.

Για να ληφθεί η απόφαση αν χρειάζεται χειρουργική επέμβαση ένας ασθενής πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη αρκετοί παράγοντες μεταξύ των οποίων η ηλικία του, η εργασία του, ο βαθμός της αναπηρίας, η ένταση του πόνου και ο βαθμός που η αρθρίτιδα επηρεάζει την καθημερινότητά του. Μετά το χειρουργείο και την αποκατάσταση, ο ασθενής συνήθως νιώθει λιγότερο πόνο και οίδημα και κινείται ευκολότερα.

Ποιες ειδικότητες ασχολούνται με τη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας;

Η θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας συχνά απαιτεί τη συνεργασία αρκετών διαφορετικών ειδικοτήτων. Οι ειδικότητες αυτές περιλαμβάνουν:

  • Παθολόγος: Συνήθως ένας παθολόγος είναι υπεύθυνος για τη θεραπεία της αρθρίτιδας. Ο παθολόγος διαχειρίζεται επίσης άλλες συνοδές νόσους και συντονίζει τους άλλους επαγγελματίες υγείας που εμπλέκονται στη θεραπεία σας.
  • Ρευματολόγος: Είναι ένας γιατρός που ειδικεύεται στη θεραπεία της αρθρίτιδας και γενικότερα παθήσεων που επηρεάζουν τις αρθρώσεις, τους μύες και τα οστά.
  • Ορθοπεδικός: Χειρουργοί που ειδικεύονται στη θεραπεία (χειρουργική και μη) παθήσεων των οστών ή των αρθρώσεων.
  • Φυσιοθεραπευτής: Επαγγελματίας υγείας που δουλεύει με τους ασθενείς με σκοπό να βελτιώσουν τη λειτουργία των αρθρώσεων.
  • Εργοθεραπευτής: Επαγγελματίας υγείας που ενημερώνει τον ασθενή πώς να προστατεύσει τις αρθρώσεις του, να μειώσει τον πόνο και να πραγματοποιήσει δραστηριότητες της καθημερινότητάς του.
  • Διαιτολόγος: Επαγγελματίας υγείας που ασχολείται με τη διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους.
  • Φυσίατρος: Ιατρός που βοηθά τον ασθενή να επαναφέρει τη λειτουργικότητα της άρθρωσης.
  • Πιστοποιημένος Βελονιστής: Επαγγελματίας υγείας που μειώνει τον πόνο και βελτιώνει τη φυσική λειτουργία εισάγοντας λεπτές βελόνες μέσα στο δέρμα σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος.
  • Ψυχολόγος: Επαγγελματίας υγείας που βοηθά τον ασθενή να αντιμετωπίσει δυσκολίες στο οικογενειακό ή εργασιακό του περιβάλλον που προκύπτουν από την πάθησή του.
  • Κοινωνικός Λειτουργός: Επαγγελματίας που βοηθά τους ασθενείς να αντιμετωπίσουν κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από την αναπηρία, όπως ανεργία, οικονομικές δυσκολίες υγειονομική περίθαλψη στο σπίτι και άλλες ανάγκες.
  • Χειροπράκτης: Επαγγελματίας υγείας που ειδικεύεται στη θεραπεία της σπονδυλικής στήλης και της λειτουργίας της.

Πρόγνωση

Η έρευνα ανοίγει νέες προοπτικές στη θεραπεία των ασθενών με οστεοαρθρίτιδα. Μία ισορροπημένη, ολοκληρωμένη προσέγγιση παραμένει το κλειδί για να παραμείνετε ενεργοί και υγιείς με τη νόσο. Οι ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα πρέπει να συνδυάζουν άσκηση, χαλάρωση, ενημέρωση και φαρμακευτική αγωγή για να επιτύχουν την βέλτιστη θεραπευτική απόκριση. Καθώς οι επιστήμονες ανακαλύπτουν συνεχώς καινούρια στοιχεία για τη νόσο, νέες θεραπείες και φάρμακα γίνονται διαθέσιμα. Αυτές οι εξελίξεις αναμένεται να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των ασθενών με οστεοαρθρίτιδα και των οικογενειών τους.

Λέξεις-Κλειδιά

Ακτινογραφία με ακτίνες Χ: Μία διαδικασία κατά την οποία ακτινοβολία χαμηλής έντασης διέρχεται από το σώμα για να παράγει μία εικόνα που λέγεται ακτινογραφία. Η ακτινογραφία στην άρθρωση μπορεί να αποκαλύψει αν υπάρχει βλάβη στο χόνδρο, στο οστό ή αν υπάρχουν οστεόφυτα.

Αναστολείς του COX-2: Μία σχετικά νέα κατηγορία μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) που έχουν κατασκευαστεί για να ανακουφίσουν από τον πόνο και να μειώσουν τη φλεγμονή.

Αρθρικό υγρό: Ένα υγρό που εκκρίνεται από τον αρθρικό υμένα και λιπαίνει την άρθρωση διατηρώντας το χόνδρο λείο και υγιή.

Αρθρικός Θύλακος: Ένας σκληρός μεμβρανικός ασκός που συγκρατεί τα οστά και τα υπόλοιπα μέρη της άρθρωσης.

Αρθρικός υμένας: Μία λεπτή μεμβράνη στο εσωτερικό του αρθρικού θύλακου που εκκρίνει αρθρικό υγρό.

Αρθροπλαστική: Μία επέμβαση κατά την οποία αντικαθίσταται το τμήμα του χόνδρου που έχει υποστεί βλάβη χωρίς να επηρεάζονται τα υπόλοιπα μέρη της άρθρωσης.

Βιοδείκτες: Σημεία ή βιολογικές ουσίες που υποδηλώνουν αλλαγές στα οστά ή τον χόνδρο. Οι γιατροί εκτιμούν ότι μια μέρα θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν βιοδείκτες για να διαγνώσουν την οστεοαρθρίτιδα πριν προκληθεί σοβαρή αρθρική βλάβη καθώς και για να παρακολουθήσουν την πορεία της νόσου και την ανταπόκρισή της στη θεραπεία.

Γλυκοζαμίνη: Μία ουσία που παράγεται φυσιολογικά στο σώμα, και συμβάλλει στη δημιουργία και επιδιόρθωση του χόνδρου.

Διαδερμική ηλεκτρική νευρική διέγερση (TENS): Mία τεχνική που χρησιμοποιεί μία μικρή ηλεκτρονική συσκευή για να κατευθύνει ήπιους ηλεκτρικούς παλμούς σε νευρικές απολήξεις που βρίσκονται κάτω από το δέρμα στην επώδυνη άρθρωση. Μπορεί να ανακουφίσει από τους πόνους που οφείλονται στην οστεοαρθρίτιδα. Με τη λειτουργία της μπλοκάρει τα μηνύματα πόνου στον εγκέφαλο και τροποποιεί τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον πόνο.

Θειική Χονδροϊτίνη: Ένα φυσικό συστατικό του αρθρικού χόνδρου που φαίνεται να αντλεί αρθρικό υγρό μέσα στο χόνδρο. Η χονδροϊτίνη συχνά χορηγείται σαν συμπληρωματική θεραπεία της γλυκοζαμίνης για τη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας.

Κολλαγόνο: Μια οικογένεια από ινώδεις πρωτεΐνες που αποτελούν συστατικά του χόνδρου. Τα κολλαγόνα είναι τα δομικά στοιχεία του δέρματος, των τενόντων, των οστών και άλλων συνδετικών ιστών.

Κορτικοστεροειδή: Ισχυρές αντιφλεγμονώδεις ορμόνες που παράγονται φυσιολογικά στο σώμα ή τεχνητά για φαρμακευτική χρήση. Τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται συνήθως ενέσιμα στην άρθρωση για να ανακουφίσουν από τον πόνο και να μειώσουν τη φλεγμονή.

Μαγνητική τομογραφία (MRI): Μία εξέταση που παρέχει ηλεκτρονικές απεικονίσεις υψηλής ευκρίνειας διαφόρων ιστών του σώματος.

Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ): Μία οικογένεια φαρμάκων που χορηγούνται με συνταγή ή χωρίς και ανακουφίζουν από τον πόνο και τη φλεγμονή. Παραδείγματα ΜΣΑΦ είναι η ιβουπροφένη και η κετοπροφένη.

Μύες: Ένα σύνολο ειδικών κυττάρων που, όταν δεχτούν ένα νευρικό ερέθισμα, χαλαρώνουν ή συστέλλονται για να παράγουν κίνηση.

Οστεοαρθρίτιδα: Η πλέον κοινή μορφή αρθρίτιδας. Χαρακτηρίζεται από την καταστροφή του αρθρικού χόνδρου που προκαλεί πόνο, ακαμψία και αναπηρία.

Οστεοτομία: Μία επέμβαση που περιλαμβάνει την τομή και επαναπροσαρμογή των οστών, με σκοπό να μετατοπιστεί το βάρος από μία κατεστραμμένη και επώδυνη επιφάνεια των οστών σε μία υγιέστερη.

Οστεόφυτα: Μικρές οστικές εκβλαστήσεις που εμφανίζονται στις παρυφές μίας άρθρωσης που πάσχει από οστεοαρθρίτιδα.

Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Μία μορφή αρθρίτιδας στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ιστούς των αρθρώσεων και προκαλεί με πόνο, φλεγμονή και τελικά αρθρική βλάβη και δυσμορφία. Συνήθως εμφανίζεται σε μικρότερη ηλικία απ’ ότι η οστεοαρθρίτιδα και προκαλεί οίδημα και ερυθρότητα στις αρθρώσεις. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα μπορεί ακόμη να επηρεάσει το δέρμα, τους πνεύμονες, τους οφθαλμούς και τα αιμοφόρα αγγεία.

Σύνδεσμοι: Ισχυρά τμήματα συνδετικού ιστού που συνδέουν τα οστά μεταξύ τους, παρέχοντας σταθερότητα.

Τένοντες: Σκληρές, ινώδεις χορδές που συνδέουν τους μύες με τα οστά.

Υαλουρονικό Οξύ: Μία ουσία που ευθύνεται για την ολισθηρότητα του αρθρικού υγρού και μπορεί να είναι μειωμένη στους ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα. Σε κάποιους ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα στα γόνατα, τα ενέσιμα υποκατάστατα του υαλουρονικού οξέος αυξάνουν την ολισθηρότητα, μειώνουν τον πόνο και βελτιώνουν την κινητικότητα της άρθρωσης.

Χόνδρος: Ένας σκληρός και ολισθηρός ιστός που καλύπτει την αρθρική επιφάνεια κάθε οστού. Η καταστροφή του αρθρικού χόνδρου είναι το κύριο χαρακτηριστικό της οστεοαρθρίτιδας.

Φωτογραφία: T Leish

Αρθρίτιδα και Ρευματολογικά Νοσήματα

Ο όρος «αρθρίτιδα» χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αρθρική φλεγμονή. Αν και η αρθρική φλεγμονή είναι σύμπτωμα και όχι νόσος, ο όρος αρθρίτιδα χρησιμοποιείται συχνά αναφερόμενος σε όλες τις παθήσεις που επηρεάζουν τις αρθρώσεις. Αυτές οι παθήσεις περιλαμβάνονται στην ευρύτερη κατηγορία των ρευματολογικών νοσημάτων. Τα νοσήματα αυτά χαρακτηρίζονται από την παρουσία φλεγμονής (που συνήθως εκδηλώνεται με ερυθρότητα, θερμότητα, οίδημα και πόνο) και απώλεια της λειτουργικότητας ενός ή περισσότερων συνδετικών ή υποστηρικτικών δομών του σώματος. Συνήθως επηρεάζουν τις αρθρώσεις, τους τένοντες, τους συνδέσμους, τα οστά και τους μύες. Κοινά συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο, οίδημα και ακαμψία. Κάποια ρευματολογικά νοσήματα μπορούν να επηρεάσουν και εσωτερικά όργανα.

Αυτή τη στιγμή είναι γνωστά πάνω από 100 ρευματολογικά νοσήματα. Αυτό το άρθρο περιγράφει κάποιες από τις πλέον κοινές μορφές αρθρίτιδας και ρευματολογικών νοσημάτων καθώς και πληροφορίες για τα αίτια, τη διάγνωση και τη θεραπεία τους.

Παραδείγματα Ρευματολογικών Νοσημάτων

Το πιο κοινό είδος αρθρίτιδας, η οστεοαρθρίτιδα, προκαλεί βλάβες τόσο στο χόνδρο – που είναι ο ιστός που επικαλύπτει τα οστά μέσα στην άρθρωση – όσο και στο οστό που βρίσκεται κάτω από αυτόν. Τα συμπτώματα της οστεοαρθρίτιδας περιλαμβάνουν πόνο στις αρθρώσεις και ακαμψία. Αναπηρία μπορεί να προκληθεί όταν η νόσος επηρεάζει τη σπονδυλική στήλη και τις αρθρώσεις που στηρίζουν το βάρος του σώματος (γόνατα και ισχίο). Η ρευματοειδής αρθρίτιδα, που είναι πιο σπάνια, είναι μία φλεγμονώδης νόσος του ανοσοποιητικού συστήματος που προσβάλλει τον αρθρικό υμένα και προκαλεί πόνο, οίδημα και απώλεια λειτουργικότητας των αρθρώσεων. Οι αρθρώσεις που επηρεάζονται συχνότερα είναι αυτές των χεριών και των ποδιών.

Αίτια των Ρευματολογικών Νοσημάτων

Υπάρχουν αρκετά γονίδια και ομάδες γονιδίων που προδιαθέτουν τους ασθενείς για την εμφάνιση ρευματολογικών νοσημάτων. Κάποια έχουν ταυτοποιηθεί. Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και στο συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, για παράδειγμα, οι ασθενείς μπορεί να φέρουν μία μετάλλαξη στο γονίδιο που κωδικοποιεί το ένζυμο PTPN22. Στην οστεοαρθρίτιδα, επιβαρυντικός παράγοντας είναι η κληρονομική αδυναμία του χόνδρου.

Σε ασθενείς με γενετική προδιάθεση, μία σειρά περιβαλλοντικών παραγόντων μπορεί να «ενεργοποιήσουν» τη νόσο. Για παράδειγμα, προσφάτως, έχει παρατηρηθεί μία συσχέτιση μεταξύ του ιού Epstein-Barr και του Συστηματικού Ερυθηματώδη Λύκου. Οστεοαρθρίτιδα μπορεί να προκληθεί από έντονη καταπόνηση μίας άρθρωσης από συνεχείς τραυματισμούς. Ορμονικές και άλλες διαταραχές καθώς και διαφορές μεταξύ αντρών και γυναικών μπορεί επίσης να παίξουν ρόλο. Για παράδειγμα, ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, το σκληρόδερμα και η ινομυαλγία είναι πιο συχνά στις γυναίκες.

Ποιος μπορεί να πάθει κάποιο Ρευματολογικό Νόσημα;

Τα ρευματολογικά νοσήματα δεν έχουν την ίδια συχνότητα εμφάνισης σε όλες τις ομάδες ανθρώπων. Για παράδειγμα, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, το σκληρόδερμα, η ινομυαλγία και ο Λύκος εμφανίζονται συχνότερα σε γυναίκες. Η σπονδυλοαρθρίτιδα και η ουρική αρθρίτιδα είναι πιο κοινές στους άντρες. Ωστόσο, μετά την εμμηνόπαυση, η συχνότητα της ουρικής αρθρίτιδας στις γυναίκες αρχίζει να αυξάνεται. Ο Λύκος εμφανίζεται επίσης συχνότερα και με πιο βαριά συμπτώματα σε μαύρους και ισπανόφωνους παρά σε καυκάσιους.

Συμπτώματα

Η συμπτωματολογία είναι διαφορετική για κάθε αρθρίτιδα και κάθε ρευματολογικό νόσημα. Γενικά, οι ασθενείς με αρθρίτιδα παρουσιάζουν πόνο και ακαμψία σε μία ή περισσότερες αρθρώσεις. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να συνοδεύονται από ευαισθησία, θερμότητα, ερυθρότητα και δυσκολία εκτέλεσης των φυσιολογικών κινήσεων της άρθρωσης.

Διάγνωση

Η διάγνωση ενός ρευματολογικού νοσήματος μπορεί να γίνει από ένα γενικό γιατρό ή ένα ρευματολόγο, ένα γιατρό που ειδικεύεται στη διάγνωση και θεραπεία της αρθρίτιδας και άλλων ρευματολογικών νοσημάτων.

Ανάλογα με τα ευρήματα από το ιστορικό και τη φυσική εξέταση, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει εργαστηριακές εξετάσεις, ακτινογραφία ή άλλες απεικονιστικές εξετάσεις για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση. Δείγμα αίματος, ούρων ή αρθρικού υγρού μπορεί να χρειαστεί για τις εργαστηριακές εξετάσεις. Κάποιες από αυτές τις εξετάσεις ίσως χρειαστεί να γίνονται τακτικά για να διαπιστωθεί η πορεία της νόσου και η αποτελεσματικότητα της θεραπείας.

Ο γιατρός ίσως χρειαστεί να δει τον ασθενή αρκετές φορές προκειμένου να θέσει μία ασφαλή διάγνωση.

Θεραπεία

Η θεραπεία διαφοροποιείται ανάλογα με την εκάστοτε αρθρίτιδα ή νευρολογικό νόσημα, ωστόσο, συνήθως περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

Φυσική Άσκηση

Η φυσική άσκηση μπορεί να μειώσει τον πόνο και την ακαμψία στις αρθρώσεις και να αυξήσει την ευκαμψία, τη μυϊκή δύναμη και την αντοχή. Βοηθά ακόμη στη διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους, που με τη σειρά του μειώνει την καταπόνηση στις προσβεβλημένες αρθρώσεις. Οι καλύτερες ασκήσεις για τους ασθενείς με αρθρίτιδα είναι αυτές που καταπονούν λιγότερο τις αρθρώσεις, όπως το περπάτημα, η εκτάσεις των άκρων, το στατικό ποδήλατο, οι ασκήσεις σε πισίνα και το κολύμπι. Μόνο ο γιατρός ή ο φυσιοθεραπευτής μπορεί να προτείνει ένα σωστό πρόγραμμα ασκήσεων.

Διατροφή

Αν και δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη δίαιτα που βοηθάει στη θεραπεία της αρθρίτιδας, μία σωστή διατροφή, σε συνδυασμό με φυσική άσκηση, μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς να διατηρήσουν ένα υγιές σωματικό βάρος. Η διατροφή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να αποφεύγουν το αλκοόλ και τα φαγητά πλούσια σε πουρίνες, όπως τα κρέατα που προέρχονται από όργανα (συκώτι, νεφρά), τις σαρδέλες, το γαύρο και τις σάλτσες.

Φάρμακα

Ένα σύνολο φαρμάκων χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία των ρευματολογικών νοσημάτων. Το είδος του φαρμάκου που χρησιμοποιείται εξαρτάται από την κάθε νόσο και προσαρμόζεται στις ανάγκες του κάθε ασθενή. Τα φάρμακα δεν θεραπεύουν τη νόσο, αλλά μάλλον περιορίζουν τα συμπτώματά της. Σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά στη ρευματοειδή αρθρίτιδα ή άλλου τύπου φλεγμονώδη αρθρίτιδα, η φαρμακευτική αγωγή επιβραδύνει την πορεία της νόσου και αποτρέπει την περεταίρω αρθρική βλάβη.

Ακολουθούν κάποιες κατηγορίες φαρμάκων που χρησιμοποιούνται συχνά στη θεραπεία των ρευματολογικών νοσημάτων:

  • Από του στόματος αναλγητικά: Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται για την ανακούφιση από τον πόνο. Αυτά είναι είτε απλά αναλγητικά όπως η ακεταμινοφαίνη ή πιο δυνατά αναλγητικά που χορηγούνται μόνο με συνταγή γιατρού όπως η οξυκωδώνη ή η υδροκωδώνη. Τα τελευταία χρησιμοποιούνται μόνο σε περιπτώσεις πολύ έντονου πόνου ή μετεγχειρητικό πόνο ή πόνο από κάταγμα.
  • Τοπικά αναλγητικά: Αυτά περιλαμβάνουν κρέμες ή αλοιφές που εφαρμόζονται τοπικά στο δέρμα πάνω σε μία άρθρωση ή έναν μυ και ανακουφίζουν από τον πόνο μέσω ενός ή περισσότερων δραστικών ουσιών που περιέχουν.
  • Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ): Μία μεγάλη οικογένεια φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση τόσο του πόνου όσο και την φλεγμονής. Κάποια από αυτά, όπως η ιβουπροφένη, δεν χρειάζονται συνταγή. Πολλά άλλα, όπως μία υποκατηγορία ΜΣΑΦ που ονομάζονται αναστολείς COX-2, είναι διαθέσιμα μόνο με ιατρική συνταγή.
  • Τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARDs): Μία οικογένεια φαρμάκων που χρησιμοποιείται για να επιβραδύνει ή να αποτρέψει τη ζημιά που προκαλεί το ανοσοποιητικό σύστημα στις αρθρώσεις σε φλεγμονώδεις αρθρίτιδες όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η αγκυλωτική σπονδυλίτιδα.
  • Τροποποιητές της βιολογικής απόκρισης: Μία σχετικά νέα οικογένεια γενετικά κατασκευασμένων φαρμάκων που αναστέλλουν συγκεκριμένες μοριακές οδούς του ανοσοποιητικού συστήματος που εμπλέκονται στη δημιουργία φλεγμονής.
  • Αναστολείς της κινάσης Janus: Μία νέα οικογένεια φαρμάκων που λειτουργούν αναστέλλοντας τις κινάσες Janus ή JAK, που εμπλέκονται στην ανοσιακή απόκριση του οργανισμού.
  • Κορτικοστεροειδή: Είναι δυνατά φάρμακα με αντιφλεγμονώδη δράση που ομοιάζουν την κορτιζόνη που παράγεται φυσιολογικά από το σώμα μας. Τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται από το στόμα, σε μορφή αλοιφής για το δέρμα, ενδοφλεβίως ή ενέσιμα απευθείας στις αρθρώσεις.

Αν και όλα αυτά τα φάρμακα είναι εν δυνάμει θεραπευτικά για τις αρθρίτιδες και τις ρευματολογικές νόσους, σχεδόν όλα μπορεί να συνοδεύονται από σοβαρές παρενέργειες. Κατά τη συνταγογράφηση φαρμάκων, ο γιατρός πρέπει πάντα να σταθμίζει του πιθανούς κινδύνους της θεραπείας που προτείνει.

Θεραπείες ζέστης και κρύου

Η ζέστη και το κρύο μπορεί να είναι εξίσου θεραπευτικά για την μείωση του πόνου και της φλεγμονής στις αρθρίτιδες. Η θεραπεία ζέστης αυξάνει τη ροή του αίματος, την αντοχή στον πόνο και την ευκαμψία. Η θεραπεία κρύου μουδιάζει τα νεύρα γύρω από την άρθρωση για να μειώσει τον πόνο και μπορεί να ανακουφίσει από τη φλεγμονή και τους μυϊκούς σπασμούς. Η θεραπεία ζέστης περιλαμβάνει την τοποθέτηση ζεστών πετσετών ή θερμοφόρας στην άρθρωση που φλεγμαίνει ή ένα ζεστό μπάνιο. Η θεραπεία κρύου περιλαμβάνει ψυχρά επιθέματα, εντριβές με πάγο ή ειδικά σπρέι και αλοιφές που ψύχουν το δέρμα και τις αρθρώσεις.

Θεραπεία χαλάρωσης

Η θεραπεία χαλάρωσης βοηθά στη μείωση του πόνου διδάσκοντας στους ασθενείς πως να μειώσουν την μυϊκή τάση στο σώμα με διάφορους τρόπους. Σε μία από τις τεχνικές της θεραπείας χαλάρωσης, ο ασθενής σφίγγει μία μυϊκή ομάδα και στη συνέχεια χαλαρώνει την τάση αργά. Οι γιατροί και οι φυσιοθεραπευτές μπορούν να διδάξουν στους ασθενείς μία μεγάλη ποικιλία τεχνικών χαλάρωσης.

Νάρθηκες και κηδεμόνες

Χρησιμοποιούνται για να υποστηρίξουν αποδυναμωμένες αρθρώσεις ή να τους επιτρέψουν να ξεκουραστούν. Κάποιοι αποτρέπουν εντελώς τις κινήσεις της άρθρωσης ενώ άλλες επιτρέπουν κάποιες κινήσεις. Ένας νάρθηκας ή κηδεμόνας πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν αυτό προτείνεται από ένα γιατρό, ο οποίος θα ενημερώσει τον ασθενή για τη σωστή εφαρμογή του καθώς και θα παράσχει οδηγίες για τη χρήση του.

Βοηθητικά μηχανήματα

Ένας ασθενής με αρθρίτιδα μπορεί να χρησιμοποιήσει διάφορα μηχανήματα για να αντιμετωπίσει τον πόνο. Για παράδειγμα, αν χρησιμοποιεί ένα μπαστούνι για το βάδισμά του, μειώνεται το βάρος στο γόνατο ή το ισχίο που πάσχει. Ένα ορθοπεδικό επίθεμα στο παπούτσι μπορεί να ανακουφίσει από τον πόνο που προκαλείται από το περπάτημα και προέρχεται από αρθρίτιδα στο πόδι ή στο γόνατο.

Χειρουργική επέμβαση

Σε περίπτωση που η αρθρική βλάβη είναι εκτενής και οφείλεται σε τραυματισμό μπορεί να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση προκειμένου να επαναφέρει την κινητικότητα ή να απαλύνει τον πόνο. Διάφορα είδη χειρουργικών επεμβάσεων προτείνονται για την αρθρίτιδα. Κυμαίνονται από απλές επεμβάσεις που γίνονται αρθροσκοπικά (μέσα από μικρές τομές στις αρθρώσεις) έως την χειρουργική αφαίρεση και αντικατάσταση μίας κατεστραμμένης άρθρωσης με μία τεχνητή, επέμβαση που είναι γνωστή ως ολική αντικατάσταση άρθρωσης.

Φωτογραφία: Andrea Piacquadio

Αντιδραστική Αρθρίτιδα

Τι είναι η αντιδραστική αρθρίτιδα;

Η αντιδραστική αρθρίτιδα είναι μία μορφή αρθρίτιδας, ή αρθρικής φλεγμονής, που συμβαίνει σαν «αντίδραση» σε μια λοίμωξη σε κάποιο άλλο σημείο του σώματος. Η φλεγμονή είναι μία τυπική αντίδραση των ιστών σε τραυματισμό ή ασθένεια και χαρακτηρίζεται από οίδημα, ερυθρότητα, θερμότητα και πόνο. Εκτός από τη φλεγμονή των αρθρώσεων, η αντιδραστική αρθρίτιδα σχετίζεται με άλλα δύο συμπτώματα: ερυθρότητα και φλεγμονή των οφθαλμών (φλόγωση της μεμβράνης των βλεφάρων) και φλεγμονή του ουροποιητικού συστήματος (ουρηθρίτιδα). Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν κατά μόνας, μαζί ή καθόλου.

Η αντιδραστική αρθρίτιδα είναι ένα είδος «σπονδυλοαρθρίτιδας» μίας ομάδας διαταραχών που μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονή σε όλο το σώμα και ειδικά στη σπονδυλική στήλη. (Παραδείγματα άλλων διαταραχών αυτής της ομάδας είναι η ψωριασική αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και ένα είδος αρθρίτιδας που συνοδεύει κάποιες φορές τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.

Σε πολλούς ασθενείς, η αντιδραστική αρθρίτιδα ενεργοποιείται από μία λοίμωξη της ουροδόχου κύστης, της ουρήθρας, ή, στις γυναίκες, του κόλπου που συχνά μεταδίδεται μέσω της σεξουαλικής επαφής. Αυτή η μορφή της νόσου κάποιες φορές ονομάζεται αντιδραστική αρθρίτιδα του ουροποιογεννητικού ή του ουρογεννητικού. Μία άλλη μορφή αντιδραστικής αρθρίτιδας προκαλείται από μία λοίμωξη του γαστρεντερικού σωλήνα που οφείλεται στην κατανάλωση τροφής μολυσμένης με βακτήρια. Αυτή η μορφή αρθρίτιδας ονομάζεται εντερική ή γαστρεντερική αντιδραστική αρθρίτιδα.

Τα συμπτώματα της αντιδραστικής αρθρίτιδας συνήθως διαρκούν μερικούς μήνες, αν και τα συμπτώματα μπορεί να επιστρέψουν ή να εξελιχθούν σε χρόνια νόσο σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών.

Τι προκαλεί την αντιδραστική αρθρίτιδα;

Η αντιδραστική αρθρίτιδα συνήθως ξεκινά μέσα σε 2-4 εβδομάδες μετά την λοίμωξη. Το βακτήριο που συνδέεται συχνότερα με την αντιδραστική αρθρίτιδα είναι η Chlamydia trachomatis, κοινώς γνωστή ως χλαμύδια. Συνήθως μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή. Πρόσφατα στοιχεία έχουν δείξει ότι οι λοιμώξεις με Chlamydia Pneumoniae μπορούν επίσης να προκαλέσουν αντιδραστική αρθρίτιδα.

Οι λοιμώξεις του γαστρεντερικού σωλήνα που μπορεί να προκαλέσουν αντιδραστική αρθρίτιδα περιλαμβάνουν τη λοίμωξη από Salmonella, Shigella, Yersinia και Campylobacter. Οι ασθενείς μπορεί να μολυνθούν από αυτά τα βακτήρια μετά από κατανάλωση τροφίμων που δεν έχουν παρασκευαστεί σωστά, όπως για παράδειγμα κρέατα που δεν έχουν διατηρηθεί στην κατάλληλη θερμοκρασία.

Οι γιατροί δεν γνωρίζουν ακριβώς γιατί κάποιοι άνθρωποι που εκτίθενται σε αυτά τα βακτήρια εμφανίζουν αντιδραστική αρθρίτιδα ενώ άλλοι όχι, αλλά έχουν εντοπίσει ένα γενετικό παράγοντα, το ανθρώπινο αντιγόνο των λευκοκυττάρων (HLA) B27, το οποίο αυξάνει τις πιθανότητες ενός ατόμου να αναπτύξει αντιδραστική αρθρίτιδα. Ωστόσο το γεγονός ότι κάποιος είναι φορέας του γονιδίου HLA B27 δεν σημαίνει ότι απαραίτητα θα εμφανίσει αντιδραστική αρθρίτιδα.

Η αντιδραστική αρθρίτιδα είναι μεταδοτική;

Η αντιδραστική αρθρίτιδα δεν είναι μεταδοτική. Αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο με αυτή τη διαταραχή δεν μπορεί να μεταδώσει την αρθρίτιδα σε κάποιον άλλο. Ωστόσο, τα βακτήρια που μπορούν να «ενεργοποιήσουν» την αντιδραστική αρθρίτιδα είναι μεταδοτικά.

Ποιος μπορεί να νοσήσει από Αντιδραστική Αρθρίτιδα;

Γενικά, οι νεαροί ενήλικες άντρες είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν αντιδραστική αρθρίτιδα. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι, αν και οι άνδρες έχουν 9 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα από τις γυναίκες να εμφανίσουν αντιδραστική αρθρίτιδα που προκαλείται από σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις, οι γυναίκες και οι άνδρες είναι εξίσου πιθανό να παρουσιάσουν αντιδραστική αρθρίτιδα ως αποτέλεσμα τροφιμογενών λοιμώξεων. Οι γυναίκες με αντιδραστική αρθρίτιδα συχνά παρουσιάζουν ηπιότερα συμπτώματα σε σχέση με τους άνδρες.

Τι συμπτώματα έχει η Αντιδραστική Αρθρίτιδα;

Η αντιδραστική αρθρίτιδα συνήθως εμφανίζεται με φλεγμονή του ουρογεννητικού συστήματος, των αρθρώσεων και των οφθαλμών. Λιγότερο κοινά συμπτώματα είναι τα στοματικά έλκη και τα εξανθήματα του δέρματος. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να είναι τόσο ήπια που οι ασθενείς δεν τα παρατηρούν καν. Συνήθως έρχονται και φεύγουν σε μία περίοδο αρκετών εβδομάδων και μηνών.

Συμπτώματα στις Αρθρώσεις

Η αντιδραστική αρθρίτιδα συνήθως περιλαμβάνει πόνο και οίδημα στα γόνατα, τους αστραγάλους και τα πόδια. Οι καρποί, τα δάχτυλα και οι άλλες αρθρώσεις επηρεάζονται λιγότερο συχνά. Οι ασθενείς που πάσχουν από αντιδραστική αρθρίτιδα αναπτύσσουν συνήθως φλεγμονή των τενόντων (τενοντίτιδα) ή φλεγμονή σε περιοχές όπου ο τένοντας προσκολλάται στο οστό (ενθεσίτιδα). Σε αρκετούς ασθενείς με αντιδραστική αρθρίτιδα αυτό προκαλεί πόνο στη φτέρνα ή ερεθισμό του Αχιλλείου τένοντα στο πίσω μέρος του αστραγάλου. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αναπτυχθεί επίσης και άκανθας πτέρνας, δηλαδή οστεώδεις αυξήσεις στη φτέρνα που μπορεί να προκαλέσουν χρόνιο πόνο στα πόδια. Περίπου οι μισοί ασθενείς με αντιδραστική αρθρίτιδα αναφέρουν επίσης πόνο στους γλουτούς ή χαμηλά στην πλάτη.

Η αντιδραστική αρθρίτιδα μπορεί επίσης να προκαλέσει σπονδυλίτιδα (φλεγμονή των σπονδύλων) ή ιερολαγονίτιδα (φλεγμονή των αρθρώσεων στο κάτω μέρος της πλάτης που συνδέουν την τη σπονδυλική στήλη με την πύελο). Οι ασθενείς με αντιδραστική αρθρίτιδα που φέρουν το HLA B27 γονίδιο έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν σπονδυλίτιδα και/ή ιερολαγονίτιδα.

Οφθαλμικές Εκδηλώσεις

Το 50% περίπου των ασθενών με αντιδραστική αρθρίτιδα εμφανίζει και επιπεφυκίτιδα, μια φλεγμονή του βλεννογόνου που καλύπτει το βολβό του ματιού και το βλέφαρο. Σε κάποιους ασθενείς εμφανίζεται και ραγοειδίτιδα, μία φλεγμονή του εσωτερικού του οφθαλμού. Η επιπεφυκίτιδα και η ραγοειδίτιδα μπορούν να προκαλέσουν ερυθρότητα, πόνο και ερεθισμό των οφθαλμών καθώς και θολή όραση. Τα οφθαλμικά συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται νωρίς στην αντιδραστική αρθρίτιδα και συνήθως έρχονται και φεύγουν.

Πώς διαγιγνώσκεται η αντιδραστική αρθρίτιδα;

Ορισμένες φορές είναι δύσκολο να τεθεί η διάγνωση της αντιδραστικής αρθρίτιδας επειδή δεν υπάρχει κάποια εργαστηριακή εξέταση ειδικά για αυτήν. Ο γιατρός μπορεί να χρειαστεί εξέταση αίματος για να ανιχνεύσει τον γενετικό παράγοντα HLA B27, ακόμα όμως και αν βγει θετική, η παρουσία του HLA B27 δεν επιβεβαιώνει τη διάγνωση της νόσου.

Στην αρχή της εξέτασης, ο γιατρός πιθανότατα θα λάβει ένα ολοκληρωμένο ιατρικό ιστορικό, θα σημειώσει τα παρόντα συμπτώματα καθώς και οποιαδήποτε προηγούμενα ιατρικά προβλήματα ή λοιμώξεις. Πριν την επίσκεψη του ασθενή στο γιατρό είναι χρήσιμο να έχει καταγράψει τα συμπτώματα, πότε συμβαίνουν καθώς και πόσο διαρκούν. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να αναφερθούν οποιαδήποτε συμπτώματα ομοιάζουν γρίπη, όπως πυρετός, έμετος ή διάρροια, επειδή αποτελούν δείκτες μίας βακτηριακής λοίμωξης.

Ο γιατρός μπορεί να χρειαστεί διάφορες άλλες εξετάσεις αίματος εκτός της εξέτασης για HLA B27 για να αποκλείσει άλλες νόσους και να θέσει τη διάγνωση της αντιδραστικής αρθρίτιδας. Για παράδειγμα, ο γιατρός μπορεί να χρειαστεί εξέταση ρευματοειδή παράγοντα ή αντιπυρηνικών αντισωμάτων. Οι περισσότεροι ασθενείς με αντιδραστική αρθρίτιδα θα έχουν αρνητικές αυτές τις εξετάσεις. Αν κάποιος ασθενής έχει θετική μία από αυτές τις εξετάσεις, τότε το πιθανότερο είναι ότι πάσχει από μία άλλη μορφή αρθρίτιδας (όπως ρευματοειδή αρθρίτιδα) ή κάποια ρευματική νόσο (όπως Λύκο). Οι γιατροί μπορεί να ζητήσουν και εξετάσεις αίματος για να προσδιορίσουν την ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ), που είναι η ταχύτητα με την οποία τα ερυθρά αιμοσφαίρια εγκαθίστανται στον πυθμένα του δοκιμαστικού σωλήνα. Μία υψηλή τιμή ΤΚΕ συνήθως υποδεικνύει φλεγμονή σε κάποιο σημείο του σώματος. Συνήθως, οι ασθενείς με ρευματικές παθήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της αντιδραστικής αρθρίτιδας, έχουν αυξημένη ΤΚΕ.

Ο γιατρός μπορεί επίσης να κάνει εξετάσεις για λοιμώξεις που σχετίζονται με την αντιδραστική αρθρίτιδα. Οι ασθενείς συνήθως ελέγχονται για λοίμωξη από χλαμύδια καθώς έρευνες έχουν δείξει ότι η πρώιμη θεραπεία της αντιδραστικής αρθρίτιδας που έχει προκληθεί από χλαμύδια, επιβραδύνει την πορεία της νόσου. Ο γιατρός μπορεί επίσης να ελέγξει για βακτηριακές λοιμώξεις σε δείγματα κυττάρων που προέρχονται από το λαιμό του ασθενούς όπως και από την ουρήθρα στους άντρες ή τη μήτρα στις γυναίκες. Εξετάσεις ούρων και κοπράνων μπορεί επίσης να χρειαστούν. Τέλος, μπορεί να χρειαστεί εξέταση αρθρικού υγρού προκειμένου να αποκλειστεί κάποια λοίμωξη των αρθρώσεων.

Οι γιατροί κάποιες φορές μπορεί να χρειαστούν ακτινογραφία για να διαγνώσουν την αντιδραστική αρθρίτιδα ή να αποκλείσουν άλλες αιτίες αρθρίτιδας.  Η ακτινογραφία μπορεί να ανιχνεύσει κάποια από τα συμπτώματα της αντιδραστικής αρθρίτιδας όπως τη σπονδυλίτιδα, ιερολαγονίτιδα, οίδημα των μαλακών ιστών, βλάβη του χόνδρου ή του οστού γύρω από την άρθρωση καθώς και εναποθέσεις ασβεστίου  στο σημείο που ο τένοντας συνδέεται με το οστό.

Ποιες ειδικότητες ασχολούνται με την Αντιδραστική Αρθρίτιδα;

Ένας ασθενής με αντιδραστική αρθρίτιδα πιθανώς να χρειαστεί να επισκεφθεί γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων καθώς η νόσος επηρεάζει διάφορα μέρη του σώματος. Ωστόσο, ενδείκνυται ένας γιατρός, συνήθως ρευματολόγος, να συντονίζει το θεραπευτικό πλάνο. Ο γιατρός αυτός θα παρακολουθεί την πορεία της θεραπείας και θα αντιμετωπίζει πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες από τα φάρμακα που παίρνει ο ασθενής. Οι ακόλουθες ειδικότητες ασχολούνται με τη θεραπεία ειδικών μερών του σώματος που μπορεί να προσβάλλονται:

  • Οφθαλμίατρος, ο οποίος θα ασχοληθεί με τη θεραπεία των οφθαλμών
  • Γυναικολόγος, ο οποίος θα αντιμετωπίσει τα συμπτώματα από τα γεννητικά όργανα στις γυναίκες
  • Ουρολόγος, ο οποίος αντιμετωπίζει συμπτώματα των γεννητικών οργάνων σε άντρες και γυναίκες
  • Δερματολόγος, ο οποίος αντιμετωπίζει συμπτώματα από το δέρμα
  • Ορθοπεδικός, ο οποίος θα πραγματοποιήσει χειρουργική επέμβαση σε περιπτώσεις σοβαρής αρθρικής βλάβης
  • Φυσίατρος, ο οποίος θα εποπτεύσει διάφορα σχήματα άσκησης

Πώς θεραπεύεται η Αντιδραστική Αρθρίτιδα;

Αν και δεν υπάρχει κάποια θεραπεία για την αντιδραστική αρθρίτιδα, κάποια φάρμακα βοηθούν στον περιορισμό των συμπτωμάτων της νόσου.

Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ)

Η Ασπιρίνη, η Ιβουπροφαίνη και η Ναπροξένη είναι παραδείγματα ΜΣΑΦ. Συχνά είναι και το πρώτο είδος φαρμάκου που χορηγείται. Όλα τα ΜΣΑΦ λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο αναστέλλοντας κάποιες ουσίες που ονομάζονται προσταγλανδίνες και που συμβάλλουν στην πρόκληση φλεγμονής και πόνου. Ωστόσο κάθε ΜΣΑΦ είναι μία διαφορετική ουσία και επιδρά στο σώμα με διαφορετικό τρόπο.

Κάποια ΜΣΑΦ χορηγούνται χωρίς συνταγή ενώ κάποια άλλα, μεταξύ των οποίων και μία κατηγορία που ονομάζεται αναστολείς του COX-2, χορηγούνται μόνο με συνταγή γιατρού. Τα ΜΣΑΦ μπορεί να έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, και για άγνωστους λόγους, κάποιοι ασθενείς ανταποκρίνονται καλύτερα σε ένα ΜΣΑΦ παρά σε ένα άλλο. Οποιοσδήποτε παίρνει ΜΣΑΦ πρέπει να παρακολουθείται από γιατρό.

Ενέσιμα Κορτικοστεροειδή

Για ασθενείς με σοβαρή αρθρική φλεγμονή, τα ενέσιμα κορτικοστεροειδή απ’ ευθείας στην άρθρωση μπορεί να μειώσουν την φλεγμονή. Οι γιατροί συνήθως χορηγούν αυτά τα ενέσιμα μόνο αφού έχουν προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αντιμετωπίσουν την αρθρίτιδα με ΜΣΑΦ.

Τοπικά Κορτικοστεροειδή

Αυτά τα κορτικοστεροειδή βγαίνουν σε μορφή κρέμας ή λοσιόν και μπορούν να εφαρμοστούν απ’ ευθείας στις δερματικές βλάβες, όπως για παράδειγμα σε έλκη που συνδέονται με την αντιδραστική αρθρίτιδα. Τα τοπικά κορτικοστεροειδή μειώνουν τη φλεγμονή και βοηθούν την επούλωση.

Αντιβιοτικά

Ο γιατρός μπορεί να χορηγήσει αντιβιοτικά για να καταπολεμήσει την βακτηριακή λοίμωξη που προκάλεσε την αντιδραστική αρθρίτιδα. Το αντιβιοτικό που θα χορηγηθεί εξαρτάται από το είδος της βακτηριακής λοίμωξης. Είναι σημαντικό ο ασθενής να ακολουθήσει επακριβώς τις οδηγίες του γιατρού αλλιώς η λοίμωξη μπορεί να επιμείνει.

Ανοσοκατασταλτικά Φάρμακα

Σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών με αντιδραστική αρθρίτιδα τα συμπτώματα είναι πολύ βαριά και δεν περιορίζονται με κάποιο από τα παραπάνω φάρμακα. Σε αυτούς τους ασθενείς, μπορεί να έχουν αποτέλεσμα φάρμακα που καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα όπως η σουλφασαλαζίνη ή η μεθοτρεξάτη.

Φυσική Άσκηση

Η φυσική άσκηση, όταν εισάγεται σταδιακά, μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της αρθρικής λειτουργίας. Συγκεκριμένα οι ασκήσεις ενδυνάμωσης και οι ασκήσεις εύρους κίνησης έχουν καλά αποτελέσματα. Οι ασκήσεις ενδυνάμωσης αναπτύσσουν τους μύες γύρω από την άρθρωση για να την υποστηρίξουν καλύτερα. Οι ασκήσεις τάσης των μυών που δεν περιλαμβάνουν κίνηση των αρθρώσεων μπορεί να εκτελεστούν ακόμα κι αν ο ασθενής έχει φλεγμονή και πόνο. Οι ασκήσεις εύρους κίνησης βελτιώνουν την κινητικότητα και την ελαστικότητα και μειώνουν την ακαμψία στην πληγείσα άρθρωση. Για τους ασθενείς με πόνο στη σπονδυλική στήλη ή φλεγμονή, οι ασκήσεις έκτασης της πλάτης μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για την πρόληψη της μακροχρόνιας αναπηρίας. Η άσκηση στο νερό μπορεί να είναι επίσης χρήσιμη. Πριν ο ασθενής ξεκινήσει κάποιο πρόγραμμα άσκησης, πρέπει να συμβουλευτεί το γιατρό του για να προτείνει τις κατάλληλες ασκήσεις.

Ποια είναι η πρόγνωση για τους ασθενείς με Αντιδραστική Αρθρίτιδα;

Οι περισσότεροι ασθενείς με αντιδραστική αρθρίτιδα θεραπεύονται τελείως από την αρχική έξαρση συμπτωμάτων και μπορούν να επιστρέψουν στις καθημερινές τους δραστηριότητες λίγους μήνες μετά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων. Σε άλλες περιπτώσεις τα συμπτώματα μπορεί να έχουν διάρκεια μέχρι και ένα χρόνο, αν και σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα συμπτώματα είναι συνήθως ήπια και δεν παρεμποδίζουν τις καθημερινές δραστηριότητες. Κάποιοι ασθενείς με αντιδραστική αρθρίτιδα μπορεί να παρουσιάσουν χρόνια αρθρίτιδα, που συνήθως είναι ήπια. Έρευνες έχουν δείξει ότι ένα 15-50% των ασθενών θα εμφανίσει συμπτώματα ξανά κάποια στιγμή στο μέλλον. Πιθανολογείται ότι αυτές οι υποτροπές μπορεί να οφείλονται σε νέα λοίμωξη. Ο πόνος στην πλάτη και η αρθρίτιδα είναι τα συμπτώματα που επανεμφανίζονται συχνότερα. Λίγοι ασθενείς θα έχουν χρόνια, βαριά αρθρίτιδα που είναι δύσκολο να περιοριστεί με τη θεραπεία και μπορεί να προκαλέσει αρθρική βλάβη.

Τι ερευνάται για την Αντιδραστική Αρθρίτιδα;

Οι ερευνητές συνεχίζουν να αναζητούν τα αίτια της αντιδραστικής αρθρίτιδας καθώς και θεραπείες για τη νόσο. Για παράδειγμα:

  • Ερευνάται η συσχέτιση μεταξύ λοίμωξης και αντιδραστικής αρθρίτιδας. Συγκεκριμένα, οι ερευνητές προσπαθούν να κατανοήσουν γιατί μία λοίμωξη προκαλεί αρθρίτιδα σε κάποιους ασθενείς ενώ σε κάποιους άλλους όχι. Ερευνάται επίσης γιατί οι ασθενείς με τον γενετικό παράγοντα HLA B27 διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από άλλους.
  • Ερευνητές ασχολούνται επίσης με την ανάπτυξη μεθόδων για την ανίχνευση στο σώμα των βακτηρίων που προκαλούν τη λοίμωξη. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι όταν τα βακτήρια εισέλθουν στον οργανισμό, μεταφέρονται στις αρθρώσεις, όπου παραμένουν σε μικρές ποσότητες για μεγάλη χρονική διάρκεια.
  • Δοκιμάζεται ακόμη ένας συνδυασμός φαρμάκων για την αντιδραστική αρθρίτιδα. Συγκεκριμένα, οι ερευνητές δοκιμάζουν τη χρήση αντιβιοτικών σε συνδυασμό με αναστολείς του TNF και άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, όπως η μεθοτρεξάτη και η σουλφασαλαζίνη.
Λέξεις-Κλειδιά

Αντισώματα: Ειδικές πρωτεΐνες που παράγονται από το ανοσοποιητικό σύστημα και βοηθούν στην αναγνώριση και αντιμετώπιση λοιμογόνων παραγόντων, όπως βακτήρια, ιούς και άλλους μικροοργανισμούς που εισβάλλουν στο σώμα.

Αντιπυρηνικά αντισώματα: Αντισώματα που βρίσκονται στην κυκλοφορία του αίματος ασθενών με νόσους του συνδετικού ιστού ή άλλα αυτοάνοσα νοσήματα.

Αρθρίτιδα: Κυριολεκτικά σημαίνει αρθρική φλεγμονή. Είναι ένας γενικός όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή παραπάνω από 100 παθήσεων που ονομάζονται ρευματικές νόσοι. Αυτές οι νόσοι επηρεάζουν όχι μόνο τις αρθρώσεις αλλά και άλλα μέρη του σώματος, όπως οι μύες, οι τένοντες και οι σύνδεσμοι καθώς και κάποια εσωτερικά όργανα.

Κορτικοστεροειδή: Ισχυρές αντιφλεγμονώδεις ορμόνες που παράγονται φυσιολογικά στο σώμα ή συνθετικά και χρησιμοποιούνται σαν φάρμακα. Λέγονται και γλυκοκορτικοειδή. Το συχνότερα συνταγογραφούμενο φάρμακο αυτής της κατηγορίας είναι η πρεδνιζόνη.

Ταχύτητα καθίζησης ερυθρών: Αναφέρεται και σαν ΤΚΕ. Μία εξέταση αίματος που υποδεικνύει την παρουσία φλεγμονής υπολογίζοντας την ταχύτητα με την οποία τα ερυθρά αιμοσφαίρια κατακάθονται στον πάτο του δοκιμαστικού σωλήνα.

HLA B27: Ανθρώπινο αντιγόνο λευκοκυττάρων 27. Ένας γενετικός δείκτης που συχνά – αλλά όχι πάντα – ανευρίσκεται στο αίμα ασθενών που πάσχουν από κάποιες συγκεκριμένες μορφές αρθρίτιδας, όπως η αντιδραστική αρθρίτιδα και η αγκυλωτική σπονδυλίτιδα.

Ανοσοποιητικό σύστημα: Το σύστημα που προστατεύει το σώμα από λοιμώξεις.

Εύρος κίνησης: Ένα μέτρο του εύρους που μπορεί να κινηθεί μία άρθρωση στα πλαίσια της φυσιολογικής της κινητικότητας.

Ρευματοειδής Αρθρίτιδα

Τι είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα;

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα (ΡΑ) είναι μία φλεγμονώδης νόσος που προκαλεί προκαλεί άλγος, οίδημα, ακαμψία και απώλεια κινητικότητας στις αρθρώσεις. Συμβαίνει όταν το ανοσοποιητικό σύστημα, που φυσιολογικά προστατεύει το σώμα από παθογόνους μικροοργανισμούς, επιτίθεται στις μεμβράνες που επικαλύπτουν τις αρθρώσεις.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την διαφοροποιούν από τις άλλες αρθρίτιδες. Για παράδειγμα, η ρευματοειδής αρθρίτιδα συνήθως εμφανίζεται αμφοτερόπλευρα, δηλαδή αν επηρεάζει το ένα γόνατο ή χέρι τότε κατά πάσα πιθανότητα επηρεάζει και το άλλο. Η νόσος συνήθως επηρεάζει τις αρθρώσεις του καρπού και των δακτύλων που είναι πλησιέστερα στο χέρι. Μπορεί όμως και να επηρεάσει και άλλα μέρη του σώματος εκτός των αρθρώσεων. Επιπλέον, οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα μπορεί να παρουσιάσουν κόπωση, παροδικά επεισόδια εμπύρετου και μειωμένη ενέργεια.

Η πορεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας μπορεί να είναι από ήπια μέχρι σοβαρή. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι χρόνια, που σημαίνει ότι διαρκεί πολύ καιρό – συχνά σε ολόκληρη τη ζωή του ασθενή. Σε πολλούς ασθενείς, μεγάλα χρονικά διαστήματα ηπίων συμπτωμάτων εναλλάσσονται με περιόδους εξάρσεων, ή περιόδους έντονης δραστηριότητας της νόσου. Σε άλλους, τα συμπτώματα εκδηλώνονται συνεχώς.

Χαρακτηριστικά της Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας
  • Ευαίσθητες, θερμές και οιδηματώδεις αρθρώσεις
  • Αμφοτερόπλευρη προσβολή των αρθρώσεων
  • Η φλεγμονή στις αρθρώσεις συνήθως εμφανίζεται στις αρθρώσεις του καρπών και τον δακτύλων που βρίσκονται πλησιέστερα στο χέρι
  • Η φλεγμονή στις αρθρώσεις σπανιότερα εμφανίζεται σε άλλες αρθρώσεις όπως του λαιμού, των ώμων, των αγκώνων, του ισχίου, των γονάτων, των αστραγάλων και των ποδιών
  • Κόπωση, περιοδικά επεισόδια εμπύρετου, απώλεια ενέργειας
  • Πόνος και ακαμψία που διαρκεί πάνω από 30 λεπτά το πρωί ή μετά από πολύωρο ύπνο
  • Συμπτώματα που διαρκούν για πολλά χρόνια
  • Διαφοροποίηση των συμπτωμάτων ανάμεσα σε ασθενείς με τη νόσο

Ποιοι πάσχουν από Ρευματοειδή Αρθρίτιδα;

Ερευνητές εκτιμούν ότι περίπου 1,5 εκατομμύρια άτομα, ή περίπου το 0,6% του ενήλικου πληθυσμού των ΗΠΑ, πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει το γεγονός ότι αν και ο αριθμός των ηλικιωμένων με ρευματοειδή αρθρίτιδα αυξάνεται, ο συνολικός αριθμός νέων περιστατικών μειώνεται.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα επηρεάζει όλες τις φυλές και τις εθνικές ομάδες. Αν και η νόσος συνήθως εμφανίζεται μετά τη μέση ηλικία και συχνότερα σε ηλικιωμένους, μπορεί να εμφανιστεί και σε έφηβους ή νεαρούς ενήλικες. (Τα παιδιά και οι έφηβοι μικρής ηλικίας μπορεί να διαγνωστούν με νεανική ιδιοπαθή αρθρίτιδα, μία νόσο που σχετίζεται με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα). Όπως και οι άλλες μορφές αρθρίτιδας, η ρευματοειδής αρθρίτιδα επηρεάζει συχνότερα γυναίκες παρά άντρες. Ο αριθμός των γυναικών που πάσχουν από τη νόσο είναι σχεδόν διπλάσιος ή τριπλάσιος από τον αντίστοιχο αριθμό των αντρών.

Τι συμβαίνει στη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα;

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι κυρίως μία νόσος των αρθρώσεων. Η άρθρωση είναι το σημείο όπου δύο οστά συνδέονται. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων (όπως το κρανίο και η πύελος), οι αρθρώσεις επιτρέπουν την κίνηση μεταξύ των οστών και την απορρόφηση των κραδασμών από κινήσεις όπως το περπάτημα. Τα άκρα των οστών καλύπτονται από ένα σκληρό, ελαστικό ιστό που λέγεται χόνδρος. Η άρθρωση περιβάλλεται από έναν θύλακο που την προστατεύει και την υποστηρίζει. Ο αρθρικός θύλακος καλύπτεται από έναν ιστό που λέγεται αρθρικός υμένας, ο οποίος παράγει αρθρικό υγρό, μία διαφανή ουσία που λιπαίνει και τρέφει το χόνδρο και τα οστά μέσα στον αρθρικό θύλακο.

Όπως πολλές άλλες ρευματικές νόσοι, η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μία αυτοάνοση νόσος, και ονομάζεται έτσι γιατί το ανοσοποιητικό σύστημα που φυσιολογικά βοηθά στην προστασία του οργανισμού από λοιμώξεις και νόσους, επιτίθεται στους ιστούς των αρθρώσεων για άγνωστους λόγους. Τα λευκά αιμοσφαίρια, που είναι τα κύρια όργανα του ανοσοποιητικού συστήματος, ταξιδεύουν στον αρθρικό υμένα και προκαλούν φλεγμονή (υμενίτιδα), που χαρακτηρίζεται από θερμότητα, ερυθρότητα και οίδημα – τα τυπικά συμπτώματα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Κατά τη διάρκεια της φλεγμονής, ο φυσιολογικά λεπτός αρθρικός υμένας γίνεται σκληρός και κάνει την άρθρωση οιδηματώδη, φουσκωμένη και κάποιες φορές ζεστή στο άγγιγμα.

Στην πορεία της νόσου, ο φλεγμαίνων αρθρικός υμένας εισβάλει και καταστρέφει τον χόνδρο και το οστό της άρθρωσης. Οι περιβάλλοντες μύες, σύνδεσμοι και τένοντες που στηρίζουν και σταθεροποιούν την άρθρωση, φθίνουν και χάνουν τη λειτουργικότητά τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πόνο και αρθρική βλάβη που είναι κοινά συμπτώματα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Οι ερευνητές που ασχολούνται με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα πιστεύουν ότι οι βλάβες στα οστά ξεκινούν μέσα στα πρώτα δύο χρόνια της νόσου, επομένως η διάγνωση όσο το δυνατόν συντομότερα είναι εξαιρετικά σημαντική.

Κάποιοι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα εμφανίζουν συμπτώματα και σε άλλα μέρη του σώματος εκτός από τις αρθρώσεις. Πολλοί ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα παρουσιάζουν αναιμία, ή ελάττωση στην παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων. Άλλα συμπτώματα που εμφανίζονται λιγότερο συχνά περιλαμβάνουν πόνο στον αυχένα και ξηρότητα στόματος και οφθαλμών. Σπανιότερα, μπορεί να παρουσιαστεί φλεγμονή των αγγείων (αγγειίτιδα), των πνευμόνων (πλευρίτιδα) ή της μεμβράνης που περιβάλλει την καρδιά (περικαρδίτιδα).

Τι επιπτώσεις έχει η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα στη ζωή του ασθενή;

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα επηρεάζει τον κάθε ασθενή με διαφορετικό τρόπο. Κάποιοι ασθενείς πάσχουν από ήπιες ή μέτριες μορφές της νόσου, με περιόδους όπου τα συμπτώματα είναι εντονότερα (εξάρσεις), και περιόδους όπου νιώθουν καλύτερα (υφέσεις). Άλλοι πάσχουν από πιο βαριά μορφή της νόσου που είναι ενεργή σχεδόν συνέχεια, διαρκεί για πολλά χρόνια ή εφ’ όρου ζωής, και οδηγεί σε σοβαρή βλάβη των αρθρώσεων και αναπηρία.

Αν και η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι κυρίως νόσος των αρθρώσεων, τα συμπτώματά της δεν είναι μόνο σωματικά. Πολλοί ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα συχνά έχουν κι άλλα συμπτώματα όπως:

  • Κατάθλιψη, άγχος
  • Αίσθημα ότι είναι αβοήθητοι
  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα μπορεί να έχει επιπτώσεις σε όλες τις πτυχές της ζωής ενός ατόμου από την εργασία μέχρι την οικογένεια. Μπορεί επίσης να σταθεί εμπόδιο στις χαρές και τις υποχρεώσεις της οικογένειας και να επηρεάσει την θέληση του ασθενή να κάνει παιδιά.

Ευτυχώς, οι πρόσφατες θεραπείες για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι αρκετά αποτελεσματικές και επιτρέπουν στους ασθενείς να έχουν μία αρκετά ενεργή και παραγωγική ζωή. Οι θεραπείες αυτές περιλαμβάνουν αναλγητικά φάρμακα, και φάρμακα που επιβραδύνουν τη βλάβη στις αρθρώσεις, ισοστάθμιση της άσκησης και της ξεκούρασης, παρακολούθηση ενημερωτικών προγραμμάτων για τη νόσο καθώς και προγράμματα στήριξης. Τελευταία, η έρευνα για τη νόσο έχει προοδεύσει αρκετά και πολλοί μηχανισμοί της ρευματοειδούς αρθρίτιδας έχουν αποσαφηνιστεί με αποτέλεσμα να ανακαλύπτονται όλο και πιο αποτελεσματικές θεραπείες.

Από τι προκαλείται η ρευματοειδής αρθρίτιδα;

Οι επιστήμονες δεν ξέρουν ακόμα τι είναι αυτό που κάνει το ανοσοποιητικό σύστημα να επιτίθεται στους ιστούς του σώματος, αλλά η έρευνα των τελευταίων ετών έχει ξεκινήσει να αποκρυπτογραφεί τους παράγοντες που εμπλέκονται.

  • Γενετικοί (κληρονομικοί) παράγοντες: Ερευνητές έχουν παρατηρήσει ότι κάποια γονίδια του ανοσοποιητικού συστήματος σχετίζονται με την ευαισθησία στη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Ωστόσο το κάθε γονίδιο συμβάλλει ελάχιστα στην πιθανότητα ενός ατόμου να εμφανίσει ρευματοειδή αρθρίτιδα. Ακόμα και άτομα  που έχουν αυτά τα γονίδια, μπορεί να μην εμφανίσουν ποτέ τη νόσο. Από το γεγονός αυτό καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αν και η κληρονομικότητα είναι ένας από τους παράγοντες που θα καθορίσουν αν κάποιος θα εμφανίσει ρευματοειδή αρθρίτιδα, δεν είναι ο μοναδικός. Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι η εμφάνιση ή όχι της νόσου καθώς και η βαρύτητά της δεν εξαρτώνται από ένα μόνο γονίδιο.
  • Περιβαλλοντικοί παράγοντες: Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι κάποιος εξωτερικός παράγοντας «ενεργοποιεί» τη ρευματοειδή αρθρίτιδα σε άτομα που έχουν γενετική προδιάθεση. Έχουν εξεταστεί διάφοροι αιτιολογικοί παράγοντες, αλλά ακόμα κανένας δεν έχει επιβεβαιωθεί.
  • Άλλοι παράγοντες: Κάποιοι επιστήμονες πιστεύουν ότι και κάποιοι ορμονικοί παράγοντες μπορεί να εμπλέκονται. Οι γυναίκες παρουσιάζουν ρευματοειδή αρθρίτιδα συχνότερα από τους άντρες. Η νόσος παρουσιάζει βελτίωση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και έξαρση μετά το πέρας της. Ο θηλασμός μπορεί να επιδεινώσει τη νόσο. Η χρήση αντισυλληπτικών μπορεί επίσης να αυξήσει την πιθανότητα ενός ατόμου να εμφανίσει τη νόσο. Από αυτό φαίνεται ότι οι ορμόνες, ή ενδεχομένως οι ανεπάρκειες ή αλλαγές σε κάποιες απ’ αυτές, μπορεί να συμβάλλουν στην ανάπτυξη ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε άτομα με γενετική προδιάθεση που έχουν εκτεθεί σε κάποιον παράγοντα ενεργοποίησης από το περιβάλλον τους.

Αν και ακόμα δεν είναι γνωστοί όλοι οι αιτιολογικοί παράγοντες της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, ένα είναι σίγουρο: Η ρευματοειδής αρθρίτιδα οφείλεται σε παραπάνω από ένα αίτια. Η σύγχρονη έρευνα πάνω στη νόσο έχει ως στόχο να καθορίσει ποιοι είναι αυτοί οι παράγοντες και πως αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.

Πώς διαγιγνώσκεται η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα;

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι δύσκολο να διαγνωστεί στα πρώιμα στάδια για αρκετούς λόγους. Πρώτον, δεν υπάρχει κάποια ειδική εξέταση για τη νόσο. Επιπλέον, τα συμπτώματα διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή και δεν εμφανίζονται σε όλους με την ίδια βαρύτητα. Ακόμη, τα συμπτώματα μπορεί να είναι κοινά με άλλες αρθρίτιδες, και μπορεί να χρειαστεί χρόνος μέχρι αυτές να αποκλειστούν από τη διαφορική διάγνωση. Τέλος, το πλήρες φάσμα των συμπτωμάτων αναπτύσσεται σταδιακά, έτσι στα πρώιμα στάδια μπορεί να έχουμε πολύ λίγα συμπτώματα. Σαν αποτέλεσμα, ο γιατρός χρησιμοποιεί αρκετά διαγνωστικά εργαλεία για να θέσει τη διάγνωση της νόσου:

Ιατρικό ιστορικό: Ο γιατρός ζητά από τον ασθενή να περιγράψει την πορεία των συμπτωμάτων του καθώς και πότε και πώς άρχισε η νόσος. Ο γιατρός θα ρωτήσει επίσης τον ασθενή αν πάσχει από άλλες ασθένειες αυτός ή κάποια μέλη της οικογένειάς του (οικογενειακό ιστορικό) καθώς και αν ακολουθεί κάποια φαρμακευτική αγωγή. Αυτές οι ερωτήσεις βοηθούν το γιατρό να θέσει τη διάγνωση της νόσου και να καταλάβουν σε ποιο βαθμό επηρεάζει τη ζωή του ασθενούς.

Φυσική εξέταση: Ο γιατρός θα ελέγξει τα αντανακλαστικά του ασθενούς καθώς και την μυϊκή του δύναμη. Θα εξετάσει ακόμη συγκεκριμένες αρθρώσεις και θα παρατηρήσει την ικανότητα του ασθενή να περπατά, να σκύβει και να πραγματοποιεί κινήσεις στην καθημερινότητά του. Θα ελέγξει επίσης το δέρμα για εξανθήματα και θα ακροαστεί τους πνεύμονες για σημεία που θα υποδεικνύουν φλεγμονή.

Εργαστηριακές εξετάσεις: Ένα σύνολο εργαστηριακών εξετάσεων μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Κάποιες από αυτές που χρησιμοποιούνται συχνότερα είναι:

  • Ρευματοειδής παράγοντας (RF): Ο Ρευματοειδής παράγοντας είναι ένα αντίσωμα που ανευρίσκεται στο αίμα των περισσότερων ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η εξέταση του ρευματοειδή παράγοντα δεν είναι θετική στο σύνολο των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Επίσης υπάρχουν άτομα με θετική εξέταση που δεν εμφανίζουν ποτέ τη νόσο. Η εξέταση του ρευματοειδούς παράγοντα μπορεί να είναι θετική και σε άλλες νόσους, ωστόσο, μία θετική RF σε ένα άτομο που παρουσιάζει τα συμπτώματα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, μπορεί να επιβεβαιώσει τη διάγνωση. Επιπλέον, υψηλά επίπεδα του ρευματοειδή παράγοντα συνήθως εμφανίζονται σε σοβαρή ρευματοειδή αρθρίτιδα.
  • Αντι-CCP αντισώματα: Αυτή η εξέταση αίματος ανιχνεύει αντισώματα για το κυκλικό κιτρουλλινιωμένο πεπτίδιο (αντι-CCP). Η εξέταση αυτή είναι θετική στους περισσότερους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα και μάλιστα μπορεί να βγει θετική και αρκετά χρόνια πριν ο ασθενής αρχίσει να εμφανίζει συμπτώματα. Σε συνδυασμό με την εξέταση RF, αυτή η εξέταση είναι πολύ χρήσιμη για να τεθεί η διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.
  • Άλλες: Άλλες κοινές εργαστηριακές εξετάσεις περιλαμβάνουν εξέταση λευκών αιμοσφαιρίων, εξετάσεις αίματος για αναιμία (είναι συχνή στην ρευματοειδή αρθρίτιδα), ταχύτητα καθίζησης ερυθρών, και C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, εξετάσεις που βοηθούν το γιατρό να υπολογίσει τα επίπεδα φλεγμονής από τη νόσο καθώς και την απόκριση στη θεραπεία.

Ακτίνες-Χ: Η ακτινογραφία με ακτίνες Χ χρησιμοποιείται για να διαπιστωθεί η έκταση της βλάβης των αρθρώσεων. Δεν έχει κάποια χρησιμότητα στα πρώιμα στάδια της ρευματοειδούς αρθρίτιδας όπου οι βλάβες στα οστά δεν είναι ακόμα εμφανείς. Ωστόσο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποκλείσει άλλα αίτια πόνου στις αρθρώσεις. Αργότερα, χρησιμοποιείται για να διαπιστωθεί η πορεία της νόσου.

Ποιες είναι οι θεραπείες για την Ρευματοειδή Αρθρίτιδα;

Οι γιατροί χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους για την θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Αυτές μεταβάλλονται ανάλογα με την πορεία της νόσου και είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες του κάθε ασθενή. Ανεξαρτήτως της θεραπείας που θα επιλέξει ο γιατρός πάντως, οι στόχοι είναι πάντα οι ίδιοι: η ανακούφιση από τον πόνο, η μείωση της φλεγμονής, η επιβράδυνση του βαθμού καταστροφής των αρθρικών επιφανειών και γενικά η βελτίωση της ψυχικής υγείας του ασθενούς.

Η σωστή επικοινωνία μεταξύ γιατρού και ασθενούς είναι ουσιώδης προκειμένου να επιλεχθεί το σωστό θεραπευτικό πλάνο. Ο γιατρός αν είναι σωστά ενημερωμένος από τον ασθενή μπορεί να χορηγήσει τη σωστή ποσότητα φαρμάκων, να συστήσει σωστούς τρόπους διαχείρισης του πόνου και να συμβουλεύσει αν μία χειρουργική επέμβαση κρίνεται απαραίτητη.

Στόχοι της θεραπείας
  • Ανακούφιση από τον πόνο
  • Μείωση της φλεγμονής
  • Επιβράδυνση ή τερματισμός της αρθρικής βλάβης
  • Βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς και της καθημερινής του ζωής
Θεραπευτικές Μέθοδοι
  • Αλλαγές του τρόπου ζωής
  • Φαρμακευτική αγωγή
  • Χειρουργική επέμβαση
  • Συνεχής παρακολούθηση και θεραπεία
Αλλαγές στον τρόπο ζωής

Κάποιες δραστηριότητες μπορούν να βελτιώσουν την ικανότητα του ασθενούς να λειτουργεί από μόνος του και να διατηρεί μια καλή ψυχολογική κατάσταση.

  • Ξεκούραση και άσκηση: Οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα πρέπει να διατηρούν μία καλή ισορροπία μεταξύ άσκησης και ξεκούρασης. Η φυσική άσκηση πρέπει να είναι περισσότερη όταν η νόσος είναι σε ύφεση και να μειώνεται όταν η νόσος παρουσιάζει έξαρση. Η ξεκούραση βοηθά στην μείωση του πόνου και της φλεγμονής στις αρθρώσεις καθώς και στην ανακούφιση από την κόπωση. Η διάρκεια της ξεκούρασης διαφέρει από άτομο σε άτομο αλλά γενικά, μικρά διαστήματα ξεκούρασης σε τακτά χρονικά διαστήματα, είναι πιο βοηθητικά σε σχέση με μακράς διάρκειας ξεκούραση. Η άσκηση είναι σημαντική για να διατηρηθούν οι μύες υγιείς και δυνατοί, να διατηρηθεί η κινητικότητα και η ευκαμψία των αρθρώσεων. Η άσκηση βοηθά ακόμα τους ασθενείς να κοιμούνται καλύτερα, βοηθά στη μείωση του πόνου, στη διατήρηση μιας θετικής διάθεσης καθώς και στη διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους. Το πρόγραμμα της άσκησης του κάθε ασθενούς πρέπει να είναι βασισμένο στις δυνατότητες του καθώς και στις συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες του.
  • Φροντίδα των αρθρώσεων: Σε κάποιους ασθενείς, η χρήση ενός νάρθηκα γύρω από τις επώδυνες αρθρώσεις μειώνει τον πόνο και το οίδημα, υποστηρίζοντας την άρθρωση και αφήνοντάς την να ξεκουραστεί. Οι νάρθηκες χρησιμοποιούνται περισσότερο στους καρπούς και τα χέρια, αλλά και κάποιες φορές στους αστραγάλους και τα πόδια. Ο γιατρός μπορεί να συμβουλεύσει ποιος είναι ο κατάλληλος νάρθηκας για κάθε ασθενή και να επιβεβαιώσει ότι εφαρμόζει σωστά. Άλλος τρόπος να μειωθεί η καταπόνηση των αρθρώσεων είναι η χρήση διαφόρων ειδών που βοηθούν στο να καθίσει ή να σηκωθεί ο ασθενής από μια καρέκλα, την τουαλέτα ή το κρεβάτι.
  • Μείωση του άγχους: Οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα αντιμετωπίζουν και ψυχολογικά συμπτώματα εκτός από τα σωματικά. Τα συναισθήματα που νιώθουν εξ’ αιτίας της νόσου – όπως φόβο, θυμό και απογοήτευση – σε συνδυασμό με τον πόνο και τους κινητικούς περιορισμούς μπορεί να αυξήσουν το άγχος. Αν και δεν έχει αποδειχθεί ότι το άγχος έχει κάποια σχέση με την εξέλιξη της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, μπορεί να κάνει δυσκολότερη τη ζωή του ασθενούς. Το άγχος πολλές φορές επιτείνει τον πόνο που νιώθει ο ασθενής. Για την αντιμετώπιση του άγχους προτείνονται διάφορες θεραπείες όπως μακρά διαστήματα ξεκούρασης, σωματική άσκηση, συμμετοχή σε ομάδες στήριξης και καλή επικοινωνία με τον θεράπων ιατρό.
  • Υγιεινή διατροφή: Εκτός από κάποια συγκεκριμένα είδη ελαίων, δεν υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι κάποιο συγκεκριμένο φαγητό ή τροφή βοηθά ή επιδεινώνει την πορεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Ωστόσο, μία υγιεινή διατροφή με αρκετές – αλλά όχι υπερβολικές – θερμίδες, πρωτεΐνες και ασβέστιο είναι σημαντική. Η χρήση των οινοπνευματωδών ποτών κάποιες φορές πρέπει να αποφεύγεται λόγω κινδύνου αλληλεπίδρασης με τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Ειδικά οι ασθενείς που παίρνουν Μεθοτρεξάτη πρέπει να αποφεύγουν το αλκοόλ, επειδή μία από τις σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες της Μεθοτρεξάτης είναι οι ηπατικές βλάβες.
  • Κλίμα: Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν ότι η αρθρίτιδά τους χειροτερεύει όταν υπάρχει μία ξαφνική αλλαγή στον καιρό. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι κάποιο συγκεκριμένο κλίμα βοηθά ή επιβραδύνει την πορεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Η μετακίνηση σε ένα νέο μέρος με διαφορετικό κλίμα δεν βοηθά τους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα μακροπρόθεσμα.
Φαρμακευτική αγωγή

Οι περισσότεροι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα παίρνουν φάρμακα. Κάποια φάρμακα (τα αναλγητικά) χρησιμοποιούνται για την ανακούφιση από τον πόνο, άλλα, όπως τα κορτικοστεροειδή και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ) έχουν ως σκοπό τον περιορισμό της φλεγμονής. Τα τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά (DMARDs), χρησιμοποιούνται για να επιβραδύνουν την πορεία της νόσου. Κοινά DMARDs είναι η υδροξυχλωροκίνη, η λεφλουνομίδη, η μεθοτρεξάτη και η σουλφασαλαζίνη. Άλλα DMARDs – οι τροποποιητές της βιολογικής απάντησης – χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με προχωρημένη μορφή της νόσου. Αυτά είναι γενετικά φάρμακα που βοηθούν στη μείωση της φλεγμονής και της δομικής βλάβης στις αρθρώσεις διακόπτοντας την αλληλουχία γεγονότων που οδηγούν στην εμφάνιση φλεγμονής. Σήμερα, διάφοροι τροποποιητές βιολογικής απόκρισης έχουν εγκριθεί για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, όπως η αμπατασέπτη, η αδαλιμουμάμπη, το ανακίνρα, η κερτολιζουμάμπη, η ετανερσέπτη, η γολιμουμάμπη, η ινφλιξιμάμπη, η ριτουξιμάμπη και η τοσιλιζουμάμπη.

Ένα άλλο DMARD, το Tofacitinib, καταπολεμά τη φλεγμονή από το εσωτερικό του κυττάρου σε άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Για πολλά χρόνια, οι γιατροί αρχικά χορηγούσαν ασπιρίνη ή άλλα αναλγητικά φάρμακα για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, και έδιναν πιο δυνατά φάρμακα μόνο όταν η νόσος παρουσίαζε σοβαρή επιδείνωση. Τις τελευταίες δεκαετίες αυτή η προσέγγιση στη θεραπεία έχει αλλάξει καθώς διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι η θεραπεία με δυνατά φάρμακα όσο το δυνατόν νωρίτερα έχει καλύτερα αποτελέσματα στη μείωση ή αντιμετώπιση της αρθρικής βλάβης. Οι ασθενείς με συμπτώματα ρευματοειδούς αρθρίτιδας που επιμένουν πρέπει να επισκεφθούν ένα γιατρό με εξειδίκευση στη νόσο και τη θεραπεία της προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο σοβαρής αρθρικής βλάβης.

Πολλά από τα φάρμακα που επιβραδύνουν την εξέλιξη της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, το επιτυγχάνουν μειώνοντας την φλεγμονή που είναι η αιτία του πόνου και της αρθρικής βλάβης. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις, η φλεγμονή είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιεί ο οργανισμός για τη διατήρηση της υγείας, όπως για την καταπολέμηση κάποιας λοίμωξης ή για να επιβραδύνει την εξάπλωση ενός όγκου. Το μέγεθος του κινδύνου από τη θεραπεία είναι δύσκολο να υπολογιστεί, επειδή διάφορες λοιμώξεις ή καρκίνος εμφανίζονται συχνότερα σε ασθενείς από ρευματοειδή αρθρίτιδα που δεν λαμβάνουν θεραπεία παρά σε υγιή άτομα.

Εγχείρηση

Κάποιες εγχειρήσεις συνίστανται σε ασθενείς με σοβαρή αρθρική βλάβη. Ο πρωταρχικός στόχος αυτών των επεμβάσεων είναι να μειωθεί ο πόνος, να βελτιωθεί η κινητικότητα των αρθρώσεων, και να βελτιώσουν την ικανότητα του ασθενεί να επιτελεί τις καθημερινές του ανάγκες. Η χειρουργική επέμβαση ωστόσο δεν ενδείκνυται για όλους τους ασθενείς και η απόφαση πρέπει να ληφθεί μόνο μετά από συνεννόηση με το γιατρό. Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη η συνολική υγεία του ασθενούς, η κατάσταση της άρθρωσης που θα εγχειριστεί καθώς και οι κίνδυνοι και τα οφέλη της χειρουργικής επέμβασης.

Τακτική παρακολούθηση και συνεχής φροντίδα

Η τακτική ιατρική περίθαλψη είναι σημαντική για την παρακολούθηση της πορείας της νόσου και την προσαρμογή της φαρμακευτικής θεραπείας όπου χρειάζεται. Η παρακολούθηση συνήθως περιλαμβάνει τακτικές επισκέψεις στο γιατρό. Μπορεί επίσης να περιλαμβάνει εξετάσεις αίματος, ούρων ή άλλες εργαστηριακές εξετάσεις και ακτινογραφίες.

Οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα πρέπει να συζητήσουν και την πρόληψη της οστεοπόρωσης με το γιατρό τους σαν κομμάτι της συνεχούς, μακροχρόνιας θεραπείας. Η οστεοπόρωση είναι μία νόσος στην οποία τα οστά αποδυναμώνονται και γίνονται εύθραυστα. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης τόσο σε άντρες όσο και σε γυναίκες, ειδικά αν παίρνουν κορτικοστεροειδή. Αυτοί οι ασθενείς είναι σκόπιμο να συζητήσουν με το γιατρό τους το πιθανό όφελος από συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D ή άλλες θεραπείες για την οστεοπόρωση.

Εναλλακτικές και συμπληρωματικές θεραπείες: Ειδικές δίαιτες, συμπληρώματα βιταμινών και άλλες εναλλακτικές θεραπείες έχουν προταθεί για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Η έρευνα έχει αποδείξει ότι κάποιες από αυτές, όπως τα ιχθυέλαια, μπορεί να βοηθήσουν στη μείωση της αρθρικής φλεγμονής. Για τις περισσότερες άλλες εναλλακτικές θεραπείες οι έρευνες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχει κάποια ουσιαστική βελτίωση.

Όπως και με κάθε άλλη θεραπεία, οι ασθενείς πρέπει να συζητούν με το γιατρό τους πριν ξεκινήσουν κάποια εναλλακτική θεραπεία. Αν ο γιατρός εκτιμήσει ότι θα υπάρξει κάποια βελτίωση από τη θεραπεία και δεν θα είναι επιβλαβής, μπορεί να ενταχθεί στη θεραπευτική αγωγή του ασθενούς.

Ποια ειδικότητα ασχολείται με τη θεραπεία της Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας;

Στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας μπορεί να εμπλέκονται παραπάνω από μία ειδικότητες.

Ο κύριος γιατρός για τη θεραπεία της αρθρίτιδας μπορεί να είναι ένας παθολόγος, ένας γιατρός που ειδικεύεται στη διάγνωση και θεραπεία ενηλίκων ασθενών, ή ένας ρευματολόγος, ένας γιατρός που ειδικεύεται στην αρθρίτιδα και άλλες ασθένειες των οστών, των αρθρώσεων και των μυών.

Καθώς η θεραπεία προχωρεί, και άλλοι επαγγελματίες υγείας μπορεί να βοηθήσουν. Αυτοί μπορεί να είναι:

  • Ορθοπεδικοί: Χειρουργοί που ειδικεύονται στη θεραπεία (συνήθως χειρουργική) νόσων των οστών και των αρθρώσεων.
  • Φυσιοθεραπευτές: Επαγγελματίες υγείας που δουλεύουν με ασθενείς για να βελτιώσουν την λειτουργία των αρθρώσεων.
  • Εργοθεραπευτές: Επαγγελματίες υγείας που διδάσκουν τον ασθενή πώς να προστατεύει τις αρθρώσεις του, να ελαχιστοποιεί τον πόνο, να επιτελεί εργασίες της καθημερινής του ζωής και να εξοικονομεί ενέργεια.
  • Διαιτολόγοι: Επαγγελματίες υγείας που ασχολούνται με την διατροφή και τη βελτίωση της υγείας καθώς και τη διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους.
  • Ψυχολόγοι: Επαγγελματίες υγείας που βοηθούν τους ασθενείς να αντιμετωπίσουν προβλήματα που δημιουργούνται από το νόσο στην εργασία και στο σπίτι.

Τι μπορείτε να κάνετε

Αν και οι γιατροί μπορούν να χορηγήσουν ή να συστήσουν διάφορες θεραπείες για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, ο ίδιος ο ασθενής πρέπει μόνος του να βρει τον τρόπο να ζει καλά με τη νόσο. Η έρευνα έχει δείξει ότι οι ασθενείς που εμπλέκονται ενεργά στη θεραπεία τους, βιώνουν λιγότερο πόνο και επισκέπτονται το γιατρό λιγότερο συχνά. Απολαμβάνουν επίσης μία καλή ποιότητα ζωής.

Διάφορα προγράμματα αυτοδιαχείρισης μπορούν να ενημερώσουν τον ασθενή για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και τις θεραπείες της, την άσκηση και τις τεχνικές χαλάρωσης, την επικοινωνία μεταξύ ασθενή και γιατρού, και γενικότερα την επίλυση προβλημάτων σχετιζόμενων με τη νόσο. Η έρευνα έχει αποδείξει ότι αυτά τα προγράμματα βοηθούν τον ασθενή:

  • Να κατανοήσει τη νόσο
  • Να μειώσει τον πόνο που αισθάνεται
  • Να βελτιώσει τη φυσική, συναισθηματική και νοητική του κατάσταση
  • Να ελέγξει τη νόσο και να αποκτήσει αυτοπεποίθηση για να ζήσει μια γεμάτη και ανεξάρτητη ζωή

Τι έρευνες διεξάγονται για τη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα;

Τις τελευταίες δεκαετίες, η έρευνα έχει αυξήσει σημαντικά την γνώση μας για τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, του γονιδιώματος και της βιολογίας. Η έρευνα τώρα έχει σημαντικά αποτελέσματα σε αρκετά κομμάτια που αφορούν τη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Οι επιστήμονες ανακαλύπτουν καινούρια στοιχεία για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα που ήταν άγνωστα πριν χρόνια.

Γενετική

Τις τελευταίες δεκαετίες, διάφοροι ερευνητές έχουν εντοπίσει αρκετούς γενετικούς παράγοντες που θεωρούνται προδιαθεσικοί για την ανάπτυξη της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, καθώς και κάποιους παράγοντες που συνδέονται με τη βαρύτητα της νόσου. Έχει επιβεβαιωθεί ότι παραπάνω από ένα γονίδια εμπλέκονται στην εμφάνιση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας καθώς και στην βαρύτητά της.

Μία διεθνής ερευνητική ομάδα έχει αποκρυπτογραφήσει μία σειρά περιοχών στο ανθρώπινο γονιδίωμα που συνδέονται με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και διαπίστωσε ότι πολλές από αυτές είναι ήδη στόχοι φαρμάκων για άλλες νόσους. Τα ευρήματα πάντως ανοίγουν νέες προοπτικές για τη θεραπεία της νόσου.

Η έρευνα σήμερα επικεντρώνεται στην διερεύνηση της πιθανής εμπλοκής της φυσιολογικής μικροχλωρίδας του ανθρώπου στην εμφάνιση της νόσου. Κάποιοι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η παρουσία ενός εντερικού βακτηρίου συνδέεται με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα σε νεοδιαγνωσμένους ασθενείς που δεν έχουν λάβει θεραπεία. Το εύρημα αυτό συνιστά πιθανή εμπλοκή του βακτηρίου στην εμφάνιση της νόσου.

Πορεία της νόσου

Οι ερευνητές μελετούν την φυσική πορεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε παιδιά και ενήλικες σε μια προσπάθεια να κατανοήσουν πώς εξελίσσεται η νόσος και τι επιπτώσεις έχει στην υγεία του ασθενούς.

Ερευνάται επίσης αν οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα που βρίσκονται σε ύφεση επειδή κάνουν θεραπεία με αναστολείς του TNF-α, μπορούν να παραμείνουν σε ύφεση μετά τη διακοπή της θεραπείας. Επιπλέον, προσπαθούν να ανιχνευθούν οι παράγοντες που προκαλούν έξαρση στους ίδιους ασθενείς.

Οι επιστήμονες συνεχίζουν να ερευνούν τις μοριακές βάσεις της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και να αναπτύσσουν τεστ που μπορούν να διαγνώσουν τη ρευματοειδή αρθρίτιδα πρώιμα καθώς και να καθορίσουν ποια είναι η μορφή θεραπείας που ενδείκνυται για κάθε ασθενή.

Νέες Θεραπείες

Οι ερευνητές ταυτοποιούν συνεχώς καινούρια μόρια που εμπλέκονται στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και επομένως είναι πιθανοί στόχοι για νέα φάρμακα. Η πορεία από την ταυτοποίηση ενός τέτοιου μορίου ως την ανάπτυξη ενός φαρμάκου που το στοχεύει είναι μακροχρόνια και αρκετά δύσκολη. Ευτυχώς, στις ημέρες μας, αυτή η διαδικασία έχει επισπευθεί και έχουν εμφανιστεί καινούρια φάρμακα που μειώνουν τα συμπτώματα και τις βλάβες στη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η έρευνα, ωστόσο, συνεχίζεται με σκοπό να προτείνει περισσότερα υποψήφια φάρμακα, με την ελπίδα ότι θα έχουν λιγότερες παρενέργειες και θα θεραπεύουν ένα ευρύτερο φάσμα ασθενών.

  • Τοφασιτινίμπη: Η Τοφασιτινίμπη, εγκρίθηκε για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας το 2012 και ανήκει σε μία νέα κατηγορία φαρμάκων που στοχεύουν τις Janus κινάσες. Γενετικές ανωμαλίες σε ένα μέλος αυτής της οικογένειας, το JAK3, μπορεί να προκαλέσουν σοβαρή ανοσοανεπάρκεια. Η ανακάλυψη αυτή γέννησε την ιδέα ότι φάρμακα που αναστέλλουν τις Janus κινάσες, μπορούν να καταστείλουν το ανοσοποιητικό σύστημα και επομένως να έχουν προστατευτική δράση ενάντια στη φλεγμονή που προκαλείται από τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και κάποιες άλλες αυτοάνοσες νόσους.
  • Αρθρική φλεγμονή: Προσφάτως διαπιστώθηκε ότι η αρθρική φλεγμονή μπορεί να συνεχιστεί ακόμα κι αν τα κλινικά συμπτώματα έχουν υποχωρήσει. Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να διαπιστώσουν αν ο ασθενής είναι όντως σε ύφεση και μπορεί να σταματήσει τη θεραπεία.

Αγγειίτιδα

Η αγγειίτιδα είναι μια πάθηση που αφορά φλεγμονή στα αιμοφόρα αγγεία. Η πάθηση εμφανίζεται όταν το ανοσοποιητικό σας σύστημα επιτίθεται στα αιμοφόρα αγγεία σας κατά λάθος. Αυτό μπορεί να συμβεί ως αποτέλεσμα μιας μόλυνσης, ενός φαρμάκου, ή μίας άλλης ασθένειας ή νόσου. Η “φλεγμονή” αναφέρεται στην αντίδραση του οργανισμού σε κάποιον τραυματισμό, και εν προκειμένω στα αιμοφόρα αγγεία. Συνήθως η φλεγμονή εκδηλώνεται με πόνο, ερυθρότητα, θερμότητα, οίδημα και απώλεια λειτουργίας των προσβεβλημένων ιστών. Η φλεγμονή στην αγγειίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα. Τα συμπτώματα εξαρτώνται από το ποια αιμοφόρα αγγεία, όργανα ή άλλα συστήματα του σώματος επηρεάζονται.

Γενικά για την Αγγειίτιδα

Η αγγειίτιδα μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε αιμοφόρο αγγείο του σώματος (αρτηρίες, φλέβες ή τριχοειδή αγγεία). Οι αρτηρίες μεταφέρουν το αίμα από την καρδιά στα υπόλοιπα όργανα. Οι φλέβες μεταφέρουν το αίμα από τα όργανα και τα άκρα πίσω στην καρδιά. Τα τριχοειδή αγγεία συνδέουν τις μικρές αρτηρίες και φλέβες. Αν ένα αιμοφόρο αγγείο φλεγμαίνει μπορεί να στενωθεί ή και να κλείσει τελείως. Αυτό περιορίζει ή εμποδίζει τη ροή του αίματος από το αγγείο. Σπάνια, το αιμοφόρο αγγείο θα τεντωθεί και θα εξασθενήσει, με αποτέλεσμα να διογκωθεί. Αυτή η προεξοχή είναι γνωστή ως ανεύρυσμα. Η διάσπαση της ροής του αίματος που προκαλείται από τη φλεγμονή μπορεί να προκαλέσει βλάβες σε διάφορα όργανα του σώματος. Τα συμπτώματα εξαρτώνται από τα όργανα που έχουν πάθει βλάβη και την έκταση των βλαβών. Τυπικά συμπτώματα της φλεγμονής, όπως πυρετός και πόνοι, είναι κοινά μεταξύ ανθρώπων που πάσχουν από αγγειίτιδα.

Πρόγνωση

Υπάρχουν πολλοί τύποι αγγειίτιδας, αλλά γενικά η πάθηση είναι σπάνια. Αν έχετε αγγειίτιδα η πρόγνωση εξαρτάται από:

  • Τον τύπο της αγγειίτιδας που έχετε
  • Ποια όργανα επηρεάζονται
  • Πόσο γρήγορα χειροτερεύει η κατάσταση
  • Τη βαρύτητα της νόσου

Η θεραπεία συχνά έχει καλά αποτελέσματα αν ξεκινήσει νωρίς. Σε κάποιες περιπτώσεις, η αγγειίτιδα μπορεί να πέσει σε ύφεση. “Ύφεση” σημαίνει ότι η νόσος δεν είναι ενεργή, αλλά μπορεί να επανέλθει ή να αναδυθεί στο μέλλον. Κάποιες φορές η αγγειίτιδα είναι χρόνια, και δεν πέφτει ποτέ σε ύφεση. Μακροχρόνια φαρμακευτική θεραπεία συνήθως μπορεί να περιορίσει τα συμπτώματα της χρόνιας αγγειίτιδας. Σπάνια, η αγγειίτιδα δεν ανταποκρίνεται καλά στη θεραπεία. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αναπηρία ή ακόμη και θάνατο. Πολλά είναι ακόμα άγνωστα για τις αγγειίτιδες. Ωστόσο, οι ερευνητές συνεχίζουν να μαθαίνουν όλο και περισσότερα για τη νόσο και τα διάφορα είδη, τα αίτια και τις θεραπείες της.

Είδη Αγγειίτιδας

Υπάρχουν πολλοί τύποι αγγειίτιδας. Όλοι οι τύποι όμως περιλαμβάνουν φλεγμονές των αιμοφόρων αγγείων. Ωστόσο, οι περισσότεροι τύποι διαφέρουν ως προς το ποιο αγγείο επηρεάζουν και ποια όργανα εμπλέκονται. Οι τύποι της αγγειίτιδας συχνά ταξινομούνται με βάση το μέγεθος των αιμοφόρων αγγείων που επηρεάζουν.

Αγγειίτιδες Μεγαλύτερων Αγγείων

Αυτοί οι τύποι αγγειίτιδας συνήθως επηρεάζουν τα μεγαλύτερα αγγεία του σώματος

Νόσος του Behçet

Η Νόσος του Behçet μπορεί να προκαλέσει υποτροπιάζοντα, επώδυνα έλκη (πληγές) στο στόμα, έλκη στα γεννητικά όργανα, δερματικές βλάβες ομοιάζουσες με ακμή και φλεγμονή στους οφθαλμούς που ονομάζεται ραγοειδίτιδα. Η νόσος εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα ηλικίας 20 έως 40 ετών. Συνήθως εμφανίζεται σε άνδρες μπορεί όμως να εμφανιστεί και σε γυναίκες. Η νόσος του Behçet είναι πιο συχνή σε άτομα που κατάγονται από τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την Άπω Ανατολή αν και σπάνια εμφανίζεται και σε Μαύρους. Ερευνητές πιστεύουν ότι ένα γονίδιο που λέγεται HLAB51 μπορεί να παίζει ρόλο στη Νόσο του Behçet. Ωστόσο όλοι οι φορείς του γονιδίου δεν εμφανίζουν τη νόσο.

Σύνδρομο Cogan

Το σύνδρομο Cogan μπορεί να εμφανιστεί σε ανθρώπους που έχουν μια συστηματική αγγειίτιδα που επηρεάζει τα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία, κυρίως την αορτή και την αορτική βαλβίδα. Η αορτή είναι η κύρια αρτηρία που μεταφέρει αίμα πλούσιο σε οξυγόνο από την καρδιά στο σώμα. Μια συστηματική αγγειίτιδα είναι ένα είδος αγγειίτιδας που επηρεάζει το σώμα ολικά. Το σύνδρομο Cogan μπορεί να οδηγήσει σε φλεγμονή των ματιών που ονομάζεται διάμεση κερατίτιδα. Το σύνδρομο μπορεί επίσης να επηρεάσει την ακοή προκαλώντας κώφωση.

Γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα

Η Γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα συνήθως επηρεάζει την κροταφική αρτηρία, μία αρτηρία στα πλάγια της κεφαλής. Αυτή η πάθηση καλείται κροταφική αρτηρίτιδα. Τα συμπτώματα αυτής της νόσου περιλαμβάνουν πονοκεφάλους, ευαισθησία στο τριχωτό της κεφαλής, πόνο στη γνάθο, θόλωση της όρασης, διπλωπία και οξεία (αιφνίδια) απώλεια της όρασης. Η Γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα είναι η πιό κοινή μορφή αγγειίτιδας σε ενήλικες ηλικίας άνω την 50 ετών. Συνηθέστερα εμφανίζεται σε άτομα Σκανδιναβικής καταγωγής, αλλά μπορεί να επηρεάσει άτομα κάθε φυλής.

Ρευματική πολυμυαλγία

Η Ρευματική Πολυμυαλγία ή PMR, επηρεάζει συνήθως τις μεγάλες αρθρώσεις του σώματος, όπως οι ώμοι και το ισχίο. Η PMR συνήθως προκαλεί δυσκαμψία και πόνο στους μυς του λαιμού, των ώμων, της πλάτης, των ισχίων και των μηρών. Η PMR εμφανίζεται συνήθως μόνη της, αλλά ένα 10-20% των ανθρώπων που που έχουν PMR εμφανίζουν επίσης γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα. Επίσης περίπου οι μισοί από τους ασθενείς που πάσχουν από γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα μπορεί να εμφανίσουν PMR.

Αρτηρίτιδα Takayasu

H Αρτηρίτιδα Takayasu επηρεάζει μεσαίου και μεγάλου μεγέθους αρτηρίες, ιδιαίτερα την αορτή και τους κλάδους της. Η πάθηση κάποιες φορές ονομάζεται και σύνδρομο του αορτικού τόξου. Αν και είναι σπάνια νόσος, η Αρτηρίτιδα Takayasu εμφανίζεται κυρίως σε έφηβες και νεαρές γυναίκες. Είναι πιο συχνή σε Ασιάτες αλλά μπορεί να εμφανιζτεί σε οποιαδήποτε φυλή. Η Αρτηρίτιδα Takayasu είναι μία συστηματική ασθένεια. Μία συστηματική νόσος είναι αυτή που επηρεάζει κάποιον συνολικά. Τα συμπτώματα της Αρτηρίτιδας Takayasu μπορεί να περιλαμβάνουν κόπωση και αίσθημα αδιαθεσίας, πυρετό, νυχτερινή εφίδρωση, ευαισθησία στις αρθρώσεις, απώλεια της όρεξης και απώλεια βάρους. Αυτά τα σημεία συνήθως εμφανίζονται πριν την εμφάνιση άλλων συμπτωμάτων που μας προδιαθέτουν για αρτηρίτιδα.

Αγγειίτιδες Μεσαίου Μεγέθους Αγγείων

Αυτοί οι τύποι αγγειίτιδας συνήθως επηρεάζουν τα μεσαίου μεγέθους αγγεία του σώματος

Νόσος του Buerger

Η Νόσος του Buerger γνωστή και ως αποφρακτική θρομβοαγγειίτιδα, συνήθως επηρεάζει τη ροή του αίματος στα χέρια και τα πόδια. Τα αιμοφόρα αγγεία στα χέρια και τα πόδια στενεύουν ή κλείνουν εντελώς. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι λιγότερο αίμα ρέει στους προσβεβλημένους ιστούς, που μπορεί να προκαλέσει πόνο και βλάβη των ιστών. Σπάνια, η Νόσος του Buerger μπορεί να επηρεάσει επίσης τα αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου, της κοιλίας και της καρδιάς. Η νόσος επηρεάζει συνήθως άνδρες ηλικίας 20 έως 40 ετών με καταγωγή από την Ασία ή την Ανατολική Ευρώπη. Η ασθένεια εμφανίζεται πολύ συχνά σε καπνιστές. Τα συμπτώματα της νόσου περιλαμβάνουν πόνο στις γάμπες και τα πόδια κατά το περπάτημα ή πόνο στους πήχεις και τα χέρια κατά την κίνηση. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν θρόμβους στις επιπολείς φλέβες των άκρων και Φαινόμενο Raynaud. Στις βαριές περιπτώσεις της νόσου, μπορεί να δημιουργηθούν έλκη στα δάκτυλα χεριών και ποδιών που εξελίσσονται σε γάγγραινα. Ο όρος “γάγγραινα” χρησιμοποιείται για να περιγράψει θάνατο ή φθορά των ιστών. Χειρουργική παράκαμψη των αιμοφόρων αγγείων μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της ροής του αίματος σε ορισμένες περιοχές. Η φαρμακευτική θεραπεία της νόσου γενικά δεν είναι αποτελεσματική. Ο καλύτερος τρόπος καταπολέμησης της νόσου είναι η άμεση διακοπή οποιουδήποτε προϊόντος καπνού.

Αγγειίτιδα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος

Η αγγειίτιδα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ) συνήθως εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα μίας συστηματικής αγγειίτιδας. Η συστηματική αγγειίτιδα είναι αυτή που επηρεάζει το σώμα συνολικά. Πολύ σπάνια, η αγγειίτιδα αυτή επηρεάζει μόνο τον εγκέφαλο ή/και τον νωτιαίο μυελό. Όταν συμβαίνει αυτό ονομάζεται πρωτογενής αγγειίτιδα του ΚΝΣ. Τα συμπτώματα της αγγειίτιδας του ΚΝΣ περιλαμβάνουν πονοκεφάλους, δυσκολία στη σκέψη, αλλαγές στη διανοητική λειτουργία ή συμπτώματα ομοιάζοντα εγκεφαλικό, όπως μυϊκή αδυναμία και παράλυση (αδυναμία κίνησης).

Νόσος Kawasaki

Η Νόσος Kawasaki είναι μία σπάνια νόσος της παιδικής ηλικίας κατά την οποία τα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων σε όλο το σώμα φλεγμαίνουν. Η νόσος μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε είδος αιμοφόρου αγγείου στο σώμα όπως αρτηρίες φλέβες και τριχοειδή αγγεία. Η Νόσος Kawasaki είναι επίσης γνωστή ως βλεννογονο-δερματικό λεμφαδενικό σύνδρομο. Αυτό οφείλεται στα συμπτώματα της νόσου που περιλαμβάνουν ερυθρότητα των βλεννογόνων στα μάτια και στο στόμα, ερυθρότητα στο δέρμα και διόγκωση των λεμφαδένων. Κάποιες φορές η νόσος προσβάλλει τις στεφανιαίες αρτηρίες, η οποίες μεταφέρουν αίμα πλούσιο σε οξυγόνο στην καρδιά. Έτσι, ένας μικρός αριθμός των παιδιών που πάσχουν από τη νόσο Kawasaki μπορεί να έχουν σοβαρά καρδιακά προβλήματα.

Οζώδης πολυαρτηρίτιδα

Η Οζώδης πολυαρτηρίτιδα μπορεί να επηρεάσει πολλά μέρη του σώματος. Συχνά επηρεάζει τα νεφρά, το πεπτικό σύστημα, τα νεύρα και το δέρμα. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πυρετό, γενικό αίσθημα αδιαθεσίας, απώλεια βάρους, πόνοι στους μυς και τις αρθρώσεις, καθώς και πόνο στους μυς της γάμπας που αναπτύσσεται σε διάστημα εβδομάδων ή μηνών. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν αναιμία (χαμηλός αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων), ένα μεμβρανώδες εξάνθημα, προεξοχές κάτω από το δέρμα και πόνος στο στομάχι μετά το φαγητό. Αυτό το είδος αγγειίτιδας πάντως είναι πολύ σπάνιο αν και τα συμπτώματα μπορεί να είναι παρόμοια με εκείνα άλλων τύπων αγγειίτιδας. Κάποιες περιπτώσεις οζώδους πολυαρτηρίτιδας φαίνεται να σχετίζονται με την Ηπατίτιδα B ή C.

Αγγειίτιδες Μικρών Αγγείων

Αυτές οι αγγειίτιδες συνήθως επηρεάζουν μικρά αιμοφόρα αγγεία του σώματος.

Ηωσινοφιλική κοκκιωμάτωση με πολυαγγειίτιδα

Η Ηωσινοφιλική κοκκιωμάτωση με πολυαγγειίτιδα ή EGPA είναι μία πολύ σπάνια νόσος που προκαλεί φλεγμονή των αιμοφόρων αγγείων. Η νόσος είναι επίσης γνωστή ως Σύνδρομο ChurgStrauss ή αλλεργική αγγειίτιδα και κοκκιωμάτωση. Μπορεί να επηρεάσει πολλά όργανα όπως του πνεύμονες, το δέρμα, τα νεφρά, ο νευρικό σύστημα και την καρδιά. Μπορεί να εμφανίσει και άλλα συμπτώματα σπανιότερα όπως άσθμα, υψηλά επίπεδα λευκών αιμοσφαιρίων στο αίμα και τους ιστούς καθώς και κοκκιώματα.

Κρυοσφαιριναιμική Αγγειίτιδα

Η Κρυοσφαιριναιμική Αγγειίτιδα εμφανίζεται όταν μη φυσιολογικές πρωτεΐνες του ανοσοποιητικού συστήματος (κρυοσφαιρίνες) πήζουν το αίμα και δυσχεραίνουν τη ροή του αίματος. Αυτό προκαλεί πόνο και βλάβες στο δέρμα, τις αρθρώσεις, τα περιφερικά νεύρα, τα νεφρά και το ήπαρ. Οι Κρυοσφαιρίνες είναι μη φυσιολογικές πρωτεΐνες στο αίμα που συγκολλώνται μεταξύ τους και πυκνώνουν το πλάσμα του αίματος. Οι Κρυοσφαιρίνες μπορούν να ανιχνευθούν στο εργαστήριο με την έκθεση ενός δείγματος αίματος σε ψυχρή θερμοκρασία. Σε χαμηλές θερμοκρασίες οι πρωτεΐνες του ανοσοποιητικού σχηματίζουν πήγματα όμως όταν η θερμοκρασία ανεβεί πάλι, τα πήγματα διαλύονται. Τα αίτια της Κρυοσφαιριναιμικής Αναιμίας δεν είναι πάντα γνωστά. Σε κάποιες περιπτώσεις, συνδέεται με άλλα νοσήματα όπως λέμφωμα, πολλαπλό μυέλωμα, νόσοι του συνδετικού ιστού και ηπατίτιδα C.

IgA Αγγειίτιδα

Στην IgA (ανοσοσφαιρίνη Α) Αγγειίτιδα (γνωστή και ως Πορφύρα Henoch Schonlein), μη φυσιολογικές εναποθέσεις IgA αναπτύσσονται σε μικρά αιμοφόρα αγγεία του δέρματος, των αρθρώσεων, των εντέρων και των νεφρών. Το IgA είναι ένα είδος αντισώματος που φυσιολογικά βοηθά στην προστασία του οργανισμού από λοιμώξεις. Τα συμπτώματα της IgA Αγγειίτιδας περιλαμβάνουν ένα ερυθροϊώδες εξάνθημα το οποίο εντοπίζεται συνήθως στους γλουτούς ή στα πόδια, κοιλιακό άλγος, οίδημα και πόνο στις αρθρώσεις και αίμα στα ούρα. Οι ασθενείς με IgA Αγγειίτιδα δεν εμφανίζουν απαραίτητα όλα τα συμπτώματα, αλλά σχεδόν όλοι έχουν το χαρακτηριστικό εξάνθημα. Η IgA Αγγειίτιδα εμφανίζεται συχνότερα σε παιδιά ηλικίας 2-11 ετών, αλλά μπορεί να επηρεάσει άτομα όλων των ηλικιών. Περισσότερο από το 75% των περιπτώσεων της IgA Αγγειίτιδας συμβαίνουν μετά από μία λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, μία λοίμωξη του λαιμού ή μια γαστρεντερική λοίμωξη. Οι περισσότεροι ασθενείς με IgA Αγγειίτιδα θεραπεύονται σε 1-2 μήνες χωρίς να έχει μείνει κάποια μόνιμη βλάβη. Σε σπάνιες περιπτώσεις τα συμπτώματα διαρκούν περισσότερο ή επανέρχονται.

Αγγειίτιδα από υπερευαισθησία

Η Αγγειίτιδα από υπερευαισθησία επηρεάζει το δέρμα. Η πάθηση είναι επίσης γνωστή ως αλλεργική αγγειίτιδα, δερματική αγγειίτιδα ή λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα. Ένα κοινό σύμπτωμα είναι οι κόκκινες κηλίδες στο δέρμα με εντόπιση συνήθως στο κατώτερο μέρος των ποδιών. Στους κλινήρεις ασθενείς, το εξάνθημα εμφανίζεται στο κάτω μέρος της πλάτης. Η αγγειίτιδα αυτή συνήθως είναι αποτέλεσμα αλλεργικής αντίδρασης σε κάποιο φάρμακο ή κάποιας φλεγμονής. Η διακοπή του φαρμάκου ή η αντιμετώπιση της φλεγμονής συνήθως θεραπεύει και την αγγειίτιδα. Ωστόσο, κάποιοι ασθενείς ίσως χρειαστούν συμπληρωματική θεραπεία με αντιφλεγμονώδη φάρμακα (όπως τα κορικοστεροειδή) για μικρό χρονικό διάστημα. Αυτά τα φάρμακα βοηθούν στην καταπολέμηση της φλεγμονής.

Μικροσκοπική πολυαγγειίτιδα

Η Μικροσκοπική πολυαγγειίτιδα επηρεάζει τα μικρά αιμοφόρα αγγεία, ιδιαίτερα αυτά που βρίσκονται στα νεφρά και στους πνεύμονες. Η νόσος εμφανίζεται κυρίως σε μεσήλικες και επηρεάζει περισσότερο τους άντρες. Τα συμπτώματα δεν είναι χαρακτηριστικά και ξεκινούν σταδιακά με πυρετό, απώλεια βάρους και μυϊκούς πόνους. Κάποιες φορές τα συμπτώματα εμφανίζονται ξαφνικά και προοδεύουν γρήγορα οδηγώντας σε νεφρική ανεπάρκεια. Αν επηρεαστούν οι πνεύμονες ένα από τα πρώτα συμπτώματα μπορεί να είναι ο βήχας με αίμα. Η Μικροσκοπική πολυαγγειίτιδα πολλές φορές εμφανίζεται ως αγγειίτιδα του εντερικού σωλήνα, του δέρματος και του νευρικού συστήματος. Τα συμπτώματα της Μικροσκοπικής πολυαγγειίτιδας πολλές φορές ομοιάζουν τα συμπτώματα της Κοκκιωμάτωσης Wegener. Ωστόσο η Μικροσκοπική πολυαγγειίτιδα συνήθως δεν επηρεάζει τη μύτη και τα ιγμόρεια και δεν προκαλεί ανώμαλο σχηματισμό ιστού στους πνεύμονες και τα νεφρά. Τα εργαστηριακά ευρήματα συνήθως καταδεικνύουν φλεγμονή. Αυτά περιλαμβάνουν υψηλή ταχύτητα καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων, χαμηλή αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτη, καθώς και υψηλά λευκά αιμοσφαίρια και αιμοπετάλια. Ακόμη, περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς που πάσχουν από Μικροσκοπική πολυαγγειίτιδα έχουν κάποια συγκεκριμένα αντισώματα στο αίμα τους. Αυτά ονομάζονται αντιουδετεροφιλικά αντισώματα (ANCA) και εμφανίζονται επίσης σε ασθενείς με κοκκιωμάτωση Wegener. Ο έλεγχος για ANCA δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση καμίας από τις δυο νόσους. Ωστόσο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν βοηθητικό μέσο για την διάγνωση ανθρώπων με συμπτώματα που ομοιάζουν αγγειίτιδες.

Από τι προκαλείται η αγγειίτιδα;

Η αγγειίτιδα εμφανίζεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα αιμοφόρα αγγεία κατά λάθος. Τα αίτια αυτού του γεγονότος δεν είναι ακόμη γνωστά. Μία πρόσφατη ή χρόνια λοίμωξη μπορεί να είναι η αιτία αυτής της επίθεσης. Το σώμα μπορεί ακόμη να επιτεθεί στα δικά του αιμοφόρα αγγεία σαν απόκριση σε κάποιο φάρμακο. Κάποιες φορές προκαλείται από ένα αυτοάνοσο νόσημα. Οι αυτοάνοσες νόσοι προκαλούνται όταν το σώμα παράγει αντισώματα που στοχεύουν τους δικούς του ιστούς ή αγγεία. Παράδειγμα τέτοιων νόσων είναι ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και το σκληρόδερμα. Μπορεί να νοσείτε από αυτές τις νόσους για χρόνια πριν εμφανιστεί αγγειίτιδα. Η αγγειίτιδα συχνά συνδέεται και με κάποιες μορφές καρκίνου του αίματος, όπως η λευχαιμία και το λέμφωμα.

Ποιοι κινδυνεύουν από Αγγειίτιδα;

Η αγγειίτιδες εμφανίζονται σε άτομα οποιασδήποτε ηλικίας, φυλής ή φύλου. Κάποια είδη αγγειίτιδας εμφανίζονται συχνότερα σε άτομα που:

  • Πάσχουν από κάποιες συγκεκριμένες νόσους όπως χρόνια Ηπατίτιδα B ή C
  • Πάσχουν από αυτοάνοσα νοσήματα όπως Λύκο, Ρευματοειδή Αρθρίτιδα ή Σκληρόδερμα
  • Καπνίζουν

Ποια είναι τα συμπτώματα της αγγειίτιδας;

Τα συμπτώματα της αγγειίτιδας ποικίλλουν. Εξαρτώνται από τον τύπο της αγγειίτιδας του ασθενή, τα όργανα που προσβάλλονται και την σοβαρότητα της νόσου. Σε κάποιους εμφανίζονται μόνο κάποια από τα συμπτώματα ένω σε άλλους μπορεί να εμφανίζονται πολλά περισσότερα. Κάποιες φορές τα συμπτώματα αναπτύσσονται αργά, σε χρονική διάρκεια μεγαλύτερη από μήνες. Άλλες φορές τα συμπτώματα εμφανίζονται σε διάστημα λίγω ημερών ή εβδομάδων.

Συστηματικά Σημεία και Συμπτώματα

Τα συστηματικά συμπτώματα είναι αυτά που επηρεάζουν τον οργανισμό συνολικά. Κοινά συστηματικά συμπτώματα της αγγειίτιδας είναι:

  • Πυρετός
  • Απώλεια της όρεξης
  • Απώλεια βάρους
  • Κόπωση (κούραση)
  • Γενικότεροι πόνοι και άλγη
  • Συμπτώματα ανά όργανο ή σύστημα του σώματος

Η αγγειίτιδα μπορεί να επηρεάσει διάφορα όργανα και συστήματα του σώματος, προκαλώντας μία σειρά από σημεία και συμπτώματα.

  • Δέρμα: Αν η αγγειίτιδα επηρεάζει το δέρμα μπορεί να παρατηρήσετε σημεία όπως ερυθρές κηλίδες, συστάδες από μικρές κουκκίδες, μώλωπες ή κνίδωση. Μπορεί να προκληθεί επίσης φαγούρα.
  • Αρθρώσεις: Εάν η αγγειίτιδα επηρεάζει τις αρθρώσεις μπορεί να έχουμε εμφάνιση αρθρίτιδας σε μία ή περισσότερες αρθρώσεις.
  • Πνεύμονες: Αν η αγγειίτιδα επηρεάζει τους πνεύμονες, μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα όπως δύσπνοια ή αιμόπτυση. Στην ακτινογραφία θώρακος θα υπάρχουν συμπτώματα που ομοιάζουν πνευμονία.
  • Γαστρεντερικός Σωλήνας: Αν η αγγειίτιδα προσβάλλει το γαστρεντερικό σωλήνα, μπορεί να εμφανιστούν έλκη στο στόμα ή να υπάρχει κοιλιακό άλγος. Σε σοβαρές περιπτώσεις, η ροή του αίματος προς το έντερο μπορεί να σταματήσει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση ή και ρήξη των τοιχωμάτων του εντέρου. Μία ρήξη μπορεί να έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις ακόμη και θάνατο.
  • Ιγμόρεια, Μύτη, Λαιμός και Αυτιά: Αν η αγγειίτιδα επηρεάζει τα ιγμόρεια, τη μύτη, το λαιμό ή τα αυτιά μπορεί να εμφανιστεί ιγμορίτιδα ή χρόνια μέση ωτίτιδα. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν έλκη στη μύτη και σε κάποιες πριπτώσεις απώλεια της ακοής.
  • Οφθαλμοί: Αν η αγγειίτιδα επηρεάζει τα μάτια, μπορεί να εμφανιστεί ερυθρότητα, φαγούρα ή κάψιμο στα μάτια. Μπορεί επίσης να υπάρξει φωτευαισθησία και θόλωση της όρασης. Σπάνια μπορεί να προκληθεί ακόμη και τύφλωση.
  • Εγκέφαλος: Αν η αγγειίτιδα επηρεάζει τον εγκέφαλο, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πονοκεφάλους, δυσκολία να σκεφτούμε καθαρά, αλλαγές στην διανοητική λειτουργία ή συμπτώματα ομοιάζοντα εγκεφαλικό, όπως μυική αδυναμία και παράλυση.
  • Νεύρα: Αν η αγγειίτιδα επηρεάζει τα νεύρα μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα όπως μούδιασμα, μυρμήγκιασμα και αδυναμία σε διάφορα μέρη του σώματος. Μπορεί να υπάρχει ακόμη απώλεια αισθητικότητας ή δύναμης στα χέρια και τα πόδια και οξείς πόνοι στα χέρια και τα πόδια.

Πώς διαγιγνώσκεται η αγγειίτιδα;

Ο ιατρός σας θα διαγνώσει αγγειίτιδα βασιζόμενος στα συμπτώματα, το ιατρικό ιστορικό, την φυσική εξέταση και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων.

Άλλες ειδικότητες

Ανάλογα με τον τύπο της αγγειίτιδας που έχετε και τα όργανα που προσβάλλονται, ο ιατρός σας μπορεί να σας παραπέμψει σε ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων όπως:

  • Ρευματολόγο (ειδικό για μυς και αρθρώσεις)
  • Λοιμωξιολόγο
  • Δερματολόγο
  • Πνευμονολόγο
  • Νεφρολόγο
  • Νευρολόγο
  • Καρδιολόγο
  • Οφθαλμίατρο
  • Ουρολόγο

Διαγνωστικά Τεστ και Εξετάσεις

Πολλές εξετάσεις έχουν χρησιμότητα για τη διάγνωση της αγγειίτιδας.

Εξετάσεις αίματος

Η εξέταση αίματος μπορεί να μας δείξει αν έχετε φυσιολογικά επίπεδα αιμοσφαιρίων και αντισωμάτων στο αίμα σας. Στις εξετάσεις αίματος ελέγχουμε:

  1. Αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτη: Χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη υποδηλώνουν αναιμία, μία επιπλοκή της αγγειίτιδας. Η αγγειίτιδα μπορεί επίσης να επηρεάσει την ικανότητα του σώματος να παράγει αρκετά ερυθρά αιμοσφαίρια.
  2. Αντιουδετεροφιλικά αντισώματα (ANCA): Αυτά τα αντισώματα εμφανίζονται σε άτομα που πάσχουν από κάποιους τύπους αγγειίτιδας.
  3. Ταχύτητα Καθίζησης Ερυθρών Αιμοσφαιρίων (ΤΚΕ): Μια υψηλή ΤΚΕ συνήθως είναι σημείο φλεγμονής.
  4. Ποσότητα της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CPR) στο αίμα: Υψηλά επίπεδα CPR υποδηλώνουν φλεγμονή.
Βιοψία

Η βιοψία είναι συχνά ο καλύτερος τρόπος για τον ιατρό για να κάνει μία ασφαλή διάγνωση αγγειίτιδας. Κατά την βιοψία, ο ιατρός σας θα πάρει ένα μικρό κομμάτι ιστού από το σώμα σας για να μελετήσει σε μικροσκόπιο. Το κομμάτι θα προέρχεται από ένα ιστό ή ένα αγγείο. Ένας παθολογοανατόμος θα μελετήσει το δείγμα για σημάδια φλεγμονής ή ιστική βλάβη. Ο παθολογοανατόμος είναι ο ιατρός που εξειδικεύεται στην διάγνωση ασθενειών με τη μελέτη κυττάρων και ιστών με τη χρήση μικροσκοπίου.

Πίεση Αίματος

Οι ασθενείς με αγγειίτιδα πρέπει να ελέγχουν συχνά την αρτηριακή τους πίεση. Μια αγγειίτιδα που βλάπτει τα νεφρά μπορεί να προκαλέσει υψηλή αρτηριακή πίεση.

Ανάλυση Ούρων

Με αυτή την εξέταση ανιχνεύονται μη φυσιολογικά επίπεδα πρωτεϊνών ή αιμοσφαιρίων στα ούρα. Μη φυσιολογικά επίπεδα αυτών των ουσιών είναι ένδειξη αγγειίτιδας στα νεφρά.

ΗΚΓ (Ηλεκτροκαρδιογράφημα)

Το ΗΚΓ είναι μία απλή ανώδυνη εξέταση που καταγράφει την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς. Εν προκειμένω, μας βοηθάει να καταλάβουμε αν η αγγειίτιδα επηρεάζει την καρδιά.

Ηχοκαρδιογράφημα

Το ηχοκαρδιογράφημα είναι μία ανώδυνη εξέταση που χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα για να δημιουργήσει μία κινούμενη εικόνα της καρδιάς. Η εξέταση δίνει πληροφορίες για το μέγεθος και το σχήμα της καρδιάς καθώς και το πόσο καλά λειτουργούν οι βαλβίδες, οι κόλποι και οι κοιλίες της καρδιάς.

Ακτινογραφία Θώρακα

Η ακτινογραφία θώρακος είναι μια ανώδυνη εξέταση που δημιουργεί μία απεικόνιση των διαφόρων οργάνων της θωρακικής κοιλότητας, όπως την καρδιά, τους πνεύμονες και τα αιμοφόρα αγγεία. Η ακτινογραφία θώρακος θα δείξει αν υπάρχει αγγειίτιδα που επηρεάζει τους πνεύμονες ή τα μεγάλα αγγεία (όπως την αορτή ή την πνευμονική αρτηρία).

Δοκιμασίες της Πνευμονικής Λειτουργίας

Με τις δοκιμασίες της πνευμονικής λειτουργίας μπορούμε να ελέγξουμε την ποσότητα του εισπνεόμενου και εκπνεόμενου αέρα, πόσο γρήγορα μπορεί να γίνει η εκπνοή και πόσο αποδοτικά μεταφέρεται οξυγόνο από τους πνεύμονες στο αίμα. Οι δοκιμασίες της πνευμονικής λειτουργίας βοηθούν τον ιατρό να καταλάβει αν η ροή οξυγόνου μέσα και έξω από τους πνεύμονες είναι περιορισμένη ή παρεμποδίζεται αρκετά.

Υπερηχογράφημα Κοιλίας

Το υπερηχογράφημα κοιλίας χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα για να δημιουργήσει μια εικόνα από τα όργανα και τους ιστούς στην κοιλιακή χώρα. Έτσι γίνεται ορατό αν κάποια αγγειίτιδα επηρεάζει τα όργανα της κοιλίας.

Αξονική τομογραφία

Η αξονική τομογραφία ή CT scan, είναι ένα είδος ακτινογραφίας που χρησιμοποιεί ακτίνες Χ και δημιουργεί μία πιο λεπτομερή εικόνα των εσωτερικών οργάνων απ’ ότι μια τυπική ακτινογραφία. Η αξονική τομογραφία μας υποδεικνύει την ύπαρξη αγγειίτιδας που προσβάλλει τα όργανα της κοιλίας ή τα αιμοφόρα αγγεία.

Μαγνητική Τομογραφία

Η μαγνητική τομογραφία (MRI) χρησιμοποιεί ραδιοκύματα, μαγνήτες και έναν υπολογιστή για να δημιουργήσει λεπτομερείς εικόνες από τα κοιλιακά όργανα.

Άλλες προηγμένες τεχνικές απεικόνισης

Σήμερα χρησιμοποιούντες και άλλες περισσότερο προηγμένες τεχνικές για τη διάγνωση της αγγειίτιδας. Το υπερηχογράφημα duplex συνδυάζει μία απεικόνιση της δομής του αιμοφόρου αγγείου με μία έγχρωμη εικόνα της ροής του αίματος μέσα από την αντίστοιχη αρτηρία ή φλέβα. Η τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων μας βοηθάει να εντοπίσουμε περιοχές με υψηλό μεταβολισμό γλυκόζης που οδηγούν σε διαταραχές στα αιμοφόρα αγγεία.

Αγγειογραφία

Η Αγγειογραφία είναι μία εξέταση που χρησιμοποιεί χρώση και ειδικές ακτίνες Χ για να απεικονίσει το αίμα που διέρχεται μέσα από τα αιμοφόρα αγγεία. Αρχικά η χρωστική ουσία εισέρχεται στο αίμα. Στη συνέχεια λαμβάνονται ειδικές φωτογραφίες καθώς η χρωστική ουσία διέρχεται μέσα από τα αγγεία. Η χρωστική ουσία χρησιμοποιείται για να κάνει τα αγγεία πιο ευδιάκριτα. Οι γιατροί χρησιμοποιούν την αγγειογραφία για να δουν αν τα αγγεία του ασθενή έχουν κάποια στένωση, οίδημα, παραμόρφωση ή έχουν κλείσει εντελώς.

Πώς θεραπεύεται η αγγειίτιδα;

Η θεραπεία της αγγειίτιδας εξαρτάται από τον τύπο της αγγειίτιδας του πάσχοντος, τα όργανα που προσβάλλονται καθώς και τη σοβαρότητα της κατάστασης. Οι βαριές περιπτώσεις αγγειίτιδας θεραπεύονται με φαρμακευτική αγωγή ή σπανιότερα χειρουργική επέμβαση. Οι ασθενείς με ήπια αγγειίτιδα δεν χρειάζονται ιδιαίτερη θεραπεία και συνήθως τα αναλγητικά όπως η ακεταμινοφαίνη, η ασπιρίνη, η ιβουπροφένη και η ναπροξένη έχουν επαρκή αποτελεσματικότητα. Ο κύριος στόχος στη θεραπεία της αγγειίτιδας είναι να μειωθεί η φλεγμονή στα αιμοφόρα αγγεία που προσβάλλονται. Αυτό συνήθως γίνεται με τη μείωση ή καταστολή της ανοσολογικής απόκρισης που προκάλεσε τη φλεγμονή.

Τύποι Θεραπείας

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνότερα για τη θεραπεία της αγγειίτιδας είναι τα κορτικοστεροειδή και τα κυτταροτοξικά φάρμακα. Τα κορτικοστεροειδή βοηθούν στη μείωση της φλεγμονής στα αιμοφόρα αγγεία. Παραδείγματα κορτικοστεροειδών φαρμάκων είναι η πρεδνιζόνη, η πρεδνιζολόνη και η μεθυλπρεδνιζολόνη. Σε περίπτωση που τα κορτικοστεροειδή δεν αρκούν ή η αγγειίτιδα είναι πολύ σοβαρή τότε οι γιατροί χρειάζεται να συνταγογραφήσουν και κυτταροτοξικά φάρμακα. Τα κυτταροτοξικά φάρμακα “σκοτώνουν” τα κύτταρα που προκαλούν τη φλεγμονή. Ενδεικτικά των κυτταροτοξικών φαρμάκων είναι η αζαθειοπρίνη, η μεθοτρεξάτη και η κυκλοφωσφαμίδη. Αρκετά συχνά χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή σε συνδυασμό με κυτταροτοξικά φάρμακα. Άλλες θεραπείες επίσης μπορεί να χρειάζονται σε συγκεκριμένα είδη αγγειίτιδας. Για παράδειγμα η Νόσος Kawasaki θεραπεύεται με υψηλές δόσεις ασπιρίνης και ανοσοσφαιρίνης. Η ανοσοσφαιρίνη είναι ενέσιμο φάρμακο. Ορισμένοι τύποι αγγειίτιδας μπορεί να χρειάζονται χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση ανευρυσμάτων που έχουν σχηματιστεί ως αποτέλεσμα της νόσου (Ανεύρυσμα είναι μία ανώμαλη διόγκωση στο τοίχωμα ενός αγγείου).

Πρόληψη της Αγγειίτιδας

Η αγγειίτιδα δεν μπορεί να προληφθεί. Ωστόσο, η θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην αποτροπή ή καθυστέρηση των επιπλοκών της αγγειίτιδας. Ασθενείς με σοβαρή αγγειίτιδα θεραπεύονται με φάρμακα ή σπανιότερα με χειρουργική επέμβαση. Η ήπια αγγειίτιδα θεραπεύεται με αναλγητικά φάρμακα όπως ακεταμινοφαίνη, ασπιρίνη, ιβουπροφένη ή ναπροξένη.

Ζώντας με μια αγγειίτιδα

Η πορεία της αγγειίτιδας είναι δύσκολο να προβλεφθεί. Εξαρτάται από τον τύπο της αγγειίτιδας, τα όργανα που προσβάλλει και την σοβαρότητα της νόσου. Αν η αγγειίτιδα διαγνωστεί νωρίς και ανταποκρίνεται καλά στη θεραπεία, τότε μπορεί να θεραπευτεί εντελώς ή να πέσει σε ύφεση. “Ύφεση” σημαίνει ότι η νόσος δεν είναι ενεργή αλλά μπορεί να επανέλθει ή να έχει έξαρση στο μέλλον. Το πότε θα συμβεί μια έξαρση είναι δύσκολο να προβλεφθεί. Μπορεί να παρουσιάσετε έξαρση όταν σταματήσετε τη φαρμακευτική αγωγή ή αλλάξετε θεραπεία. Ορισμένοι τύποι αγγειίτιδας παρουσιάζουν εξάρσεις συχνότερα από άλλους. Σε κάποιες περιπτώσεις η αγγειίτιδα είναι χρόνια και δεν θεραπεύεται ποτέ. Η μακροπρόθεσμη θεραπεία με φάρμακα συχνά περιορίζει τα συμπτώματα της χρόνιας αγγειίτιδας αλλά δεν τη θεραπεύει. Σπάνια, η αγγειίτιδα δεν ανταποκρίνεται καλά στη θεραπεία και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αναπηρία ή ακόμη και θάνατο.

Συνεχής Φροντίδα

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της αγγειίτιδας συχνά έχουν παρενέργειες. Για παράδειγμα, μακροπρόθεσμη χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του σωματικού βάρους, διαβήτη, αδυναμία, μείωση μυϊκής μάζας και οστεοπόρωση. Μακροπρόθεσμη χρήση κορτικοστεροειδών αυξάνει επίσης τον κίνδυνο λοίμωξης. Η δόση του φαρμάκου προσαρμόζεται συνήθως από το γιατρό με στόχο να μειωθούν ή να αποτραπούν οι παρενέργειες. Εάν η αγγειίτιδα πέφτει σε ύφεση τότε ο γιατρός μπορεί να αποσύρει προσεκτικά τη φαρμακευτική θεραπεία. Ωστόσο, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για μία ενδεχόμενη έξαρση. Όσο βρίσκεστε σε θεραπεία για αγγειίτιδα θα πρέπει να επισκέπτεστε το γιατρό σας τακτικά. Συζητάτε πάντα με το γιατρό σας τυχόν νέα συμπτώματα και άλλες αλλαγές στην υγεία σας καθώς και παρενέργειες από την φαρμακευτική σας αγωγή.

Ψυχολογική υποστήριξη

Συχνά οι χρόνιες παθήσεις προκαλούν και άλλα συμπτώματα όπως φόβο, άγχος, κατάθλιψη και στρες. Πάντα πρέπει να συζητάτε για το πώς νιώθετε με τον θεράπων ιατρό σας. Αν η κατάθλιψη είναι πολύ σοβαρή ο γιατρός μπορεί να σας συστήσει να μιλήσετε με έναν ειδικό σύμβουλο ή να προτείνει άλλες θεραπείες που θα βελτιώσουν την ποιότητα ζωής σας. Μία ομάδα υποστήριξης συχνά είναι μία καλή διέξοδος αφού μπορείτε να έρθετε σε επαφή με άτομα που πάσχουν από τα ίδια ή παρόμοια συμπτώματα και να δείτε πώς αντιμετώπισαν αυτοί την κατάστασή τους. Ο γιατρός σας συχνά μπορεί να σας παραπέμψει σε κάποια ομάδα στήριξης στην περιοχή σας. Μην παραμελήσετε επίσης να μιλήσετε με την οικογένειά σας. Η ψυχολογική υποστήριξη από την οικογένεια θα σας βοηθήσει να καταπολεμήσετε το άγχος και το στρες.

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ)

Τι είναι ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος;

Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) είναι μία από τις πολλές διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος που είναι γνωστές ως αυτοάνοσες νόσοι. Στις αυτοάνοσες νόσους, το ανοσοποιητικό σύστημα κινείται εναντίον οργάνων του σώματος τα οποία φυσιολογικά προστατεύει. Αυτό οδηγεί σε φλεγμονή και βλάβη των σχετικών ιστών του σώματος. Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μπορεί να επηρεάσει πολλά μέρη του σώματος όπως τις αρθρώσεις, το δέρμα, τα νεφρά, την καρδιά, τους πνεύμονες, τα αιμοφόρα αγγεία και τον εγκέφαλο. Τυπικά, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος χαρακτηρίζεται από μια περίοδο με συμπτώματα, που ονομάζεται περίοδος έξαρσης, και μια περίοδο απουσίας συμπτωμάτων που ονομάζεται περίοδος ύφεσης. Οι ασθενείς που πάσχουν από συστηματικό ερυθηματώδη λύκο πρέπει να γνωρίζουν πως να αποτρέψουν τις περιόδους έξαρσης ή πως να τις αντιμετωπίσουν αν συμβούν.

Ποιοι Μπορεί να Νοσήσουν από Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο;

Στατιστικά, πολύ περισσότερες γυναίκες απ’ ότι άντρες πάσχουν από ΣΕΛ. Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος επηρεάζει επίσης συχνότερα έγχρωμες, ασιατικής καταγωγής και ιθαγενείς γυναίκες απ’ ότι καυκάσιες. Οι έγχρωμες γυναίκες έχουν επίσης μεγαλύτερες πιθανότητες να παρουσιάσουν ενεργή νόσο με σοβαρές επιπτώσεις στα οργανικά συστήματα. Επιπλέον, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος παρουσιάζει κληρονομικότητα αλλά ο κίνδυνος για τα παιδιά ή τα αδέρφια του ασθενούς είναι πολύ μικρός. Τα συμπτώματα της νόσου γενικά ποικίλλουν ευρέως και είναι συχνά δύσκολο να εντοπιστούν. Παρά το γεγονός ότι ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος συνήθως εμφανίζεται στην ηλικία μεταξύ 15 και 45 ετών, μπορεί να επηρεάσει και άτομα έξω από αυτό το ηλικιακό εύρος.

Αίτια του Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου

Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος είναι μία πολύπλοκη ασθένεια και τα αίτιά της δεν είναι ακόμη πλήρως γνωστά. Έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει γενετική προδιάθεση, ωστόσο τα γονίδια δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που ευθύνεται για την εμφάνιση ΣΕΛ. Άλλοι παράγοντες που εξετάζονται περιλαμβάνουν την έκθεση στον ήλιο, το άγχος, τις ορμονικές διαταραχές, το κάπνισμα, ορισμένα φάρμακα καθώς και μολυσματικούς παράγοντες όπως ιούς. Μελέτες έχουν επιβεβαιώσει ότι ένας ιός, ο ιός Epstein-Barr (EBV), ο οποίος προκαλεί λοιμώδη μονοπυρήνωση, είναι υπεύθυνος για την εμφάνιση ΣΕΛ σε άτομα με γενετική προδιάθεση.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος δεν οφείλεται σε ένα μόνο γονίδιο. Αντιθέτως, οι μελέτες έχουν αποδείξει ότι ένας αριθμός γονιδίων καθορίζει την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου, τους ιστούς που θα προσβληθούν καθώς και την σοβαρότητα της νόσου.

Στο ΣΕΛ, το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού δεν λειτουργεί φυσιολογικά. Το υγιές ανοσοποιητικό σύστημα παράγει πρωτεΐνες που ονομάζονται αντισώματα καθώς και κύτταρα που ονομάζονται λεμφοκύτταρα. Αυτά βοηθούν στην αντιμετώπιση και τελικά καταστροφή των ιών, βακτηρίων και άλλων ξένων ουσιών που εισβάλλουν στον οργανισμό. Στο ΣΕΛ, το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα εναντίον υγιών κυττάρων και ιστών του σώματος. Αυτά τα αντισώματα, που ονομάζονται αυτοαντισώματα, προκαλούν φλεγμονές σε διάφορα σημεία του σώματος και ως αποτέλεσμα βλάβες στα όργανα και τους ιστούς. Ο πιο κοινός τύπος αυτοαντισωμάτων είναι τα αντιπυρηνικά αντισώματα, τα οποία αντιδρούν με τμήματα του πυρήνα στα κύτταρα. Το σύνολο των παραγόντων που προκαλούν φλεγμονή στο ΣΕΛ δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα, αλλά συνεχώς διεξάγονται έρευνες με αυτό το σκοπό.

Συχνή Συμπτωματολογία του ΣΕΛ

  • Επώδυνες ή διογκωμένες αρθρώσεις και μυικός πόνος
  • Πυρετός
  • Ερυθρά εξανθήματα, συνήθως στο πρόσωπο
  • Πόνος στο στήθος κατά την βαθιά αναπνοή
  • Τριχόπτωση
  • Ωχρότητα ή ερυθρότητα στα δάχτυλα των χεριών ή των ποδιών από το κρύο ή το άγχος (Φαινόμενο Raynaud)
  • Ευαισθησία στον ήλιο
  • Οίδημα στα πόδια ή γύρω από τα μάτια
  • Στοματικά έλκη
  • Διογκωμένοι λεμφαδένες
  • Εύκολη κόπωση

Συμπτώματα του Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου

Κάθε ασθενής με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο έχει διαφορετικά συμπτώματα τα οποία μπορεί να κυμαίνονται από ήπια έως πιο σοβαρά και μπορεί να έχουν εξάρσεις και υφέσεις. Ωστόσο, στα πιο κοινά συμπτώματα του Λύκου περιλαμβάνονται επώδυνες και διογκωμένες αρθρώσεις (αρθρίτιδα), ανεξήγητος πυρετός και εύκολη κόπωση. Ένα χαρακτηριστικό ερυθρό εξάνθημα – το λεγόμενο “εξάνθημα της πεταλούδας” (malar rash) – μπορεί να εμφανιστεί στη μύτη και τα μάγουλα. Εξανθήματα μπορεί να εμφανιστούν επίσης στο πρόσωπο, τα αυτιά, τα χέρια, τους ώμους και γενικά σε περιοχές του σώματος που είναι εκτεθειμένες στον ήλιο. Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος χαρακτηρίζεται γενικά από μία ευαισθησία στο ηλιακό φως (φωτοευαισθησία), επομένως πολλές φορές τα δερματικά εξανθήματα πρωτοεμφανίζονται ή επιδεινώνονται μετά από έκθεση στον ήλιο.

Άλλα συμπτώματα του ΣΕΛ περιλαμβάνουν πόνο στο στήθος, τριχόπτωση, αναιμία (μείωση του αριθμού των ερυθρών αιμοσφαιρίων), στοματικά έλκη και ωχρό ή μοβ χρώμα των δακτύλων από το κρύο ή το άγχος. Μερικοί ασθενείς εμφανίζουν επίσης κεφαλαλγίες, ίλιγγο, κατάθλιψη, σύγχυση ή επιληπτικές κρίσεις. Νέα συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται χρόνια μετά την αρχική διάγνωση, και διαφορετικά συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται σε διαφορετικές στιγμές στην πορεία της νόσου. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να επηρεάζεται μόνο ένα σύστημα του σώματος, όπως το δέρμα ή οι αρθρώσεις. Σε άλλους μπορεί να εμφανίζονται συμπτώματα σε πολλά οργανικά συστήματα. Η βαρύτητα των συμπτωμάτων διαφέρει επίσης από ασθενή σε ασθενή. Τα ακόλουθα συστήματα του σώματος μπορούν  επίσης να επηρεαστούν από το ΣΕΛ:

  • Νεφροί: Μία φλεγμονή των νεφρών (νεφρίτιδα) μπορεί να επηρεάσει την ικανότητά τους να απαλλάσσουν αποτελεσματικά το σώμα από τοξίνες και απόβλητα. Συνήθως δεν υπάρχει πόνος όταν προσβάλλονται οι νεφροί. Τις περισσότερες φορές, η μόνη ένδειξη νεφρικής νόσου είναι μία παθολογική εξέταση αίματος ή ούρων: ωστόσο, κάποιοι ασθενείς μπορεί να παρατηρήσουν σκουρόχρωμα ούρα και οίδημα γύρω από τα μάτια, τα πόδια, τους αστραγάλους ή τα δάχτυλα. Αν ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος προσβάλλει τους νεφρούς απαιτείται εντατική φαρμακευτική αγωγή προκειμένου να αποφευχθεί κάποια μόνιμη βλάβη.
  • Πνεύμονες: Κάποιοι ασθενείς με ΣΕΛ, εμφανίζουν πλευρίτιδα, μία φλεγμονή του βλεννογόνου της θωρακικής κοιλότητας που προκαλεί πόνο στο στήθος, ιδιαίτερα κατά την αναπνοή. Οι ασθενείς με ΣΕΛ μπορεί επίσης να εμφανίσουν πνευμονία.
  • Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ): Σε ορισμένους ασθενείς, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος επηρεάζει τον εγκέφαλο ή το ΚΝΣ. Αυτό μπορεί να προκαλέσει κεφαλαλγίες, ίλιγγο, κατάθλιψη, διαταραχές της μνήμης, προβλήματα στην όραση, επιληπτικές κρίσεις, εγκεφαλικά επεισόδια ή αλλαγές στη συμπεριφορά.
  • Αιμοφόρα αγγεία: Τα αιμοφόρα αγγεία μπορεί επίσης να φλεγμαίνουν (αγγειίτιδα), με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η κυκλοφορία του αίματος. Η φλεγμονή μπορεί να είναι ήπια και να μην χρήζει θεραπείας ή μπορεί να είναι σοβαρή και να απαιτείται άμεση αντιμετώπιση. Οι ασθενείς με ΣΕΛ διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο για αθηροσκλήρωση (σκλήρυνση των αρτηριών).
  • Αίμα: Οι ασθενείς με ΣΕΛ μπορεί να παρουσιάσουν αναιμία, λευκοπενία (μείωση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων) ή θρομβοκυτταροπενία (μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων στο αίμα). Οι ασθενείς που έχουν ένα είδος αυτοαντισωμάτων που ονομάζεται αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα έχουν αυξημένο κίνδυνο θρόμβωσης.
  • Καρδιά: Σε κάποιους ασθενείς με ΣΕΛ η φλεγμονή μπορεί να συμβεί στην καρδιά (μυοκαρδίτιδα ή ενδοκαρδίτιδα) ή την μεμβράνη που την περιβάλλει (περικαρδίτιδα), προκαλώντας πόνο στο στήθος ή άλλα συμπτώματα. Η ενδοκαρδίτιδα επηρεάζει τις βαλβίδες της καρδιάς, ενίοτε προκαλώντας φυσήματα, χωρίς όμως να επηρεάζει τη λειτουργία τους.

Διάγνωση του Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου

Η διάγνωση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου είναι δύσκολη. Μπορεί να πάρει στους ιατρούς μήνες ή και χρόνια μέχρι να μπορέσουν να θέσουν μία ακριβή διάγνωση αυτής της σύνθετης νόσου. Η σωστή διάγνωση του ΣΕΛ απαιτεί τόσο την εκτεταμένη γνώση του ιατρού όσο και τη σωστή επικοινωνία μεταξύ ιατρού-ασθενή. Το να δώσετε στον ιατρό σας ένα πλήρες και ακριβές ιστορικό είναι ζωτικής σημασίας για τη διαδικασία της διάγνωσης. Το ιστορικό σε συνδυασμό με τη φυσική εξέταση και τα αποτελέσματα των εξετάσεων είναι αυτά που τελικά βοηθούν τον ιατρό να αποφανθεί αν όντως έχετε ΣΕΛ ή αν έχετε κάποια άλλη ασθένεια που τα συμπτώματά της ομοιάζουν με τον ΣΕΛ. Καθώς νέα συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται συνεχώς, για τη διάγνωση μπορεί να χρειαστεί αρκετός χρόνος.

Δεν υπάρχει μία ειδική εξέταση για το ΣΕΛ, αλλά αρκετές εργαστηριακές εξετάσεις μπορούν είτε να επιβεβαιώσουν τη διάγνωση του ΣΕΛ,  είτε να αποκλείσουν άλλες ασθένειες από τη διαφορική διάγνωση. Οι πλέον χρήσιμες εξετάσεις είναι αυτές που ανιχνεύουν κάποια αυτοαντισώματα στο αίμα του ασθενούς. Για παράδειγμα, η εξέταση του αντιπυρηνικού αντισώματος (ΑΝΑ) χρησιμοποιείται συχνά για να ανιχνεύσει αυτοαντισώματα που αντιδρούν με τον πυρήνα του κυττάρου. Οι περισσότεροι ασθενείς με ΣΕΛ έχουν θετική ΑΝΑ, ωστόσο αυτό μπορεί να οφείλεται και σε άλλα αίτια, όπως λοιμώξεις και άλλα αυτοάνοσα νοσήματα. Θετική ΑΝΑ μπορεί να υπάρχει ακόμα και σε υγιή άτομα. Η ΑΝΑ απλά δίνει στον ιατρό ένα ακόμα στοιχείο που βοηθά στη διάγνωση. Υπάρχουν, ακόμη, κάποιες εξετάσεις αίματος για συγκεκριμένα αυτοαντισώματα που είναι πιο συχνά σε ασθενείς με ΣΕΛ, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η παρουσία αυτών των αυτοαντισωμάτων μπορεί να θέσει τη διάγνωση της νόσου. Αυτό συμβαίνει γιατί αυτά τα αυτοαντισώματα μπορεί να εμφανίζονται και σε άτομα που δεν πάσχουν από ΣΕΛ. Αυτά τα αντισώματα περιλαμβάνουν τα αντι-DNA, αντι-Sm, αντι-RNP, αντι-Ro(SSA) και αντι-La(SSB) αυτοαντισώματα.

Κάποιες εξετάσεις χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά αλλά μπορεί να είναι απαραίτητες αν η αιτία των συμπτωμάτων δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί. Μπορεί να χρειαστεί βιοψία του δέρματος ή των νεφρών εάν προσβάλλονται. Μπορεί ακόμη να γίνει δοκιμή αντικαρδιολιπίνης ή αντιφωσφολιπιδικού αντισώματος. Η παρουσία αυτού του αντισώματος συνήθως προδιαθέτει για διαταραχές στην πήξη του αίματος και κίνδυνο αποβολής σε εγκύους ασθενείς με ΣΕΛ. Το σύνολο αυτών των εξετάσεων είναι απλά εργαλεία στα χέρια του γιατρού προκειμένου να τεθεί η διάγνωση του ΣΕΛ. Τελικά ο γιατρός λαμβάνει υπ’όψη του το ιατρικό ιστορικό, την συμπτωματολογία και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων για να καθορίσει αν ο ασθενής πάσχει από ΣΕΛ.

Εργαλεία για τη διάγνωση του ΣΕΛ

Κάποιες εξετάσεις έχουν χρησιμότητα στην παρακολούθηση της νόσου αφού έχει ήδη διαγνωστεί. Η γενική εξέταση αίματος, η εξέταση ούρων, οι βιοχημικές εξετάσεις αίματος και η ταχύτητας καθίζησης ερυθρών μπορούν να παράσχουν πολύτιμες πληροφορίες. Χρησιμότητα έχει επίσης ο υπολογισμός των επιπέδων του συμπληρώματος, ενός συνόλου ουσιών που βοηθούν τα αντισώματα να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς. Χαμηλά επίπεδα του συμπληρώματος μπορεί να υποδεικνύουν ότι χρησιμοποιείται για κάποια ανοσοαπόκριση που λαμβάνει χώρα στο σώμα, όπως κατά τη διάρκεια μίας έξαρσης του ΣΕΛ.

Θεραπεία του Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου

Η διάγνωση και η θεραπεία του ΣΕΛ συνήθως απαιτεί μία ομαδική προσπάθεια από τον ασθενή σε συνεργασία με αρκετούς επαγγελματίες στον τομέα της υγείας. Οι περισσότεροι ασθενείς θα απευθυνθούν σε ένα ρευματολόγο για τη θεραπεία του ΣΕΛ. Ο ρευματολόγος είναι ένας γιατρός που ειδικεύεται σε ρευματικές παθήσεις, όπως η αρθρίτιδα και άλλες φλεγμονώδεις διαταραχές που συχνά σχετίζονται και με το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι κλινικοί ανοσολόγοι, οι οποίοι ειδικεύονται σε διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος, μπορούν επίσης να προσφέρουν θεραπευτική αγωγή σε ασθενείς με ΣΕΛ. Καθώς η θεραπεία προχωρεί, μπορεί να χρειαστεί και η βοήθεια άλλων επαγγελματιών υγείας. Αυτοί μπορεί να είναι νοσηλευτές, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, νεφρολόγοι (γιατροί που ειδικεύονται στη θεραπεία των νεφρικών παθήσεων), καρδιολόγοι (γιατροί που εξειδικεύονται στην καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία), ενδοκρινολόγοι (γιατροί που ειδικεύονται στις ορμόνες και τους αδένες), δερματολόγοι (γιατροί που ειδικεύονται στη θεραπεία δερματικών νοσημάτων) και νευρολόγοι (γιατροί που ειδικεύονται σε διαταραχές του νευρικού συστήματος). Είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό για τους ασθενείς με ΣΕΛ να έχουν έναν ιατρό που τους παρακολουθεί τακτικά -συνήθως παθολόγος ή οικογενειακός γιατρός- ο οποίος θα συντονίσει την θεραπεία από όλες τις άλλες ειδικότητες και θα καθοδηγήσει την αντιμετώπιση νεοεμφανιζόμενων συμπτωμάτων. Το εύρος και η αποτελεσματικότητα των θεραπειών για το ΣΕΛ έχουν αυξηθεί δραματικά την τελευταία δεκαετία, παρέχοντας στους ιατρούς περισσότερες επιλογές για το πώς να διαχειριστούν την ασθένεια. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του ΣΕΛ περιλαμβάνουν:

  • ΜΣΑΦ: Για τους ασθενείς με πόνο στις αρθρώσεις ή στο στήθος ή πυρετό, συνήθως χορηγούνται φάρμακα που περιορίζουν τη φλεγμονή τα οποία ονομάζονται Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ). Κάποια ΜΣΑΦ, όπως η ιβουπροφαίνη και η ναπροξένη, χορηγούνται και χωρίς συνταγή, ενώ για κάποια άλλα χρειάζεται συνταγή γιατρού. Τα ΜΣΑΦ χορηγούνται συχνά σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα για να αντιμετωπιστεί το άλγος, το οίδημα και ο πυρετός. Παρά το γεγονός ότι κάποια ΜΣΑΦ μπορούν να αγοραστούν χωρίς την συνταγή γιατρού όπως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει ποτέ να τα παίρνετε χωρίς να έχετε συμβουλευτεί το γιατρό σας.
  • Ανθελονοσιακά: Τα ανθελονοσιακά είναι ακόμα μία κατηγορία φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του ΣΕΛ. Αυτά τα φάρμακα κανονικά θεραπεύουν την ελονοσία αλλά οι γιατροί έχουν διαπιστώσει ότι βοηθούν επίσης στη θεραπεία του ΣΕΛ. Ένα ανθελονοσιακό που χρησιμοποιείται συχνά στη θεραπεία του ΣΕΛ είναι η υδροξυχλωροκίνη. Μπορεί να χορηγηθεί χωρίς συμπληρωματική θεραπεία ή μαζί με άλλα φάρμακα και γενικά η χορήγησή της στοχεύει στην αντιμετώπιση της κόπωσης, του πόνου στις αρθρώσεις, των δερματικών εξανθημάτων και της φλεγμονής των πνευμόνων. Πρόσφατες κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η συνεχής θεραπεία με ανθελονοσιακά φάρμακα μειώνει επίσης τη συχνότητα των εξάρσεων.
  • Κορτικοστεροειδή: Τα κορτικοστεροειδή όπως η πρεδνιζόνη, η υδροκορτιζόνη, η μεθυλπρεδνιζολόνη και η δεξαμεθαζόνη, σχετίζονται με την κορτιζόνη, που είναι μία φυσική ορμόνη με αντιφλεγμονώδη δράση. Καταστέλλουν τη φλεγμονή πολύ γρήγορα. Τα κορτικοστεροειδή μπορούν να χορηγηθούν από το στόμα, σε δερματικές κρέμες, ενέσιμα ή ενδοφλεβίως. Επειδή είναι πολύ ισχυρά φάρμακα, ο γιατρός θα χορηγήσει τη χαμηλότερη δυνατή δόση για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Σε μία προσπάθεια να ελαχιστοποιηθούν οι παρενέργειες που σχετίζονται με την χρήση κορτικοστεροειδών, συχνά χορηγούνται μικρότερες ποσότητες σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα. Ο γιατρός μπορεί επίσης να μειώσει τη δόση σταδιακά αν η νόσος είναι σε ύφεση.
  • Ανοσοκατασταλτικά: Σε κάποιους ασθενείς ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος προσβάλλει τα νεφρά και το κεντρικό νευρικό σύστημα. Σε αυτούς τους ασθενείς ενδείκνυται η χρήση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων. Τα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, όπως το κυκλοφωσφαμίδιο και η μυκοφαινολική μοφετίλη, περιορίζουν την υπερδραστηριότητα του ανοσοποιητικού συστήματος, αναστέλλοντας την παραγωγή κυττάρων του ανοσοποιητικού. Χορηγούνται συνήθως από το στόμα ή με ενδοφλέβια έγχυση. Ο κίνδυνος για την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών αυξάνει ανάλογα με τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Ειδικοί αναστολείς του BLyS: Η μπελιμουμάμπη προσφάτως εγκρίθηκε για τη θεραπεία των ασθενών με ΣΕΛ σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα από αυτά που έχουν προαναφερθεί. Χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση και μειώνει τον αριθμό των μη φυσιολογικών Β-λεμφοκυττάρων που ευθύνονται για πολλά συμπτώματα του ΣΕΛ. Σε μελέτες που έχουν γίνει σε μαύρους ασθενείς και σε ασθενείς με αφρικανική καταγωγή δεν φαίνεται να υπάρχει ανταπόκριση στη θεραπεία με μπελιμουμάμπη. Αν και έχουν προγραμματιστεί αρκετές μελέτες για να εξεταστεί αυτό το γεγονός, είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει διαφορά στην απόκριση διαφορετικών ασθενών στην ίδια θεραπεία.

Επειδή η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες, είναι σημαντικό να ενημερώσετε το γιατρό σας άμεσα σε περίπτωση εμφάνισης νέων συμπτωμάτων. Δεν πρέπει επίσης να σταματήσετε ή να αλλάξετε τη θεραπεία σας χωρίς να συμβουλευτείτε το γιατρό σας. Εκτός από τα φάρμακα του ΣΕΛ, ίσως χρειαστεί να σας χορηγηθούν επιπλέον φάρμακα για τη θεραπεία προβλημάτων που σχετίζονται με το ΣΕΛ όπως η υψηλή χοληστερόλη, η υψηλή αρτηριακή πίεση ή κάποια λοίμωξη.

Εναλλακτικές και Συμπληρωματικές Θεραπείες

Λόγω της φύσεως και του κόστους των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του ΣΕΛ καθώς και των σοβαρών παρενεργειών που μπορεί αυτά να προκαλέσουν, πολλοί ασθενείς αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους θεραπείας. Διάφορες εναλλακτικές θεραπείες που έχουν δοκιμαστεί κατά καιρούς περιλαμβάνουν ειδικές διατροφές, συμπληρώματα διατροφής, ιχθυέλαια, αλοιφές και κρέμες, χειροπρακτική θεραπεία ή ομοιοπαθητική. Αν και αυτές οι μορφές θεραπείας δεν είναι επιβλαβείς και συνήθως παρέχουν μόνο συμπτωματική ή ψυχολογική θεραπεία, καμία έρευνα έως σήμερα δεν έχει δείξει ότι επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου ή αποτρέπουν την ιστική βλάβη των οργάνων.

Τι Μπορείτε να Κάνετε – Η Σημασία της Ατομικής Φροντίδας

Παρά τα συμπτώματα του ΣΕΛ και τις πιθανές παρενέργειες από τη θεραπεία, οι ασθενείς με ΣΕΛ μπορούν να διατηρήσουν μία πολύ υψηλή ποιότητα ζωής. Ένα σημαντικό στοιχείο στη διαχείριση του ΣΕΛ είναι η κατανόηση της νόσου και των επιπτώσεών της. Η αναγνώριση των προειδοποιητικών συμπτωμάτων μίας έξαρσης βοηθάει τον ασθενή να λάβει μέτρα για να την αποτρέψει ή να μειώσει την έντασή της. Αρκετοί ασθενείς με ΣΕΛ παρουσιάζουν αυξημένη κόπωση, πόνο, εξάνθημα, πυρετό, κοιλιακό άλγος, κεφαλαλγία ή ίλιγγο πριν την αρχή της έξαρσης. Η ανάπτυξη στρατηγικών για την πρόληψη των εξάρσεων είναι επίσης χρήσιμη, όπως για παράδειγμα να αναγνωρίζετε τα προειδοποιητικά συμπτώματα των εξάρσεων και να έχετε καλή επικοινωνία με το γιατρό σας.

Είναι, ακόμη, προτιμότερο εάν είστε ασθενής με ΣΕΛ να έχετε σταθερή παρακολούθηση από γιατρό και όχι να αναζητείτε βοήθεια μόνο όταν χειροτερεύουν τα συμπτώματα.  Η φυσική εξέταση και οι εργαστηριακές εξετάσεις όταν γίνονται τακτικά, βοηθούν το γιατρό να παρατηρήσει διάφορες αλλαγές και να ανιχνεύσει και να θεραπεύσει τις εξάρσεις νωρίς. Το θεραπευτικό πλάνο, το οποίο είναι προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε ασθενούς, μπορεί να προσαρμοστεί ανάλογα. Εάν τα νέα συμπτώματα ανιχνεύονται νωρίς, οι θεραπείες για αυτά έχουν καλύτερα αποτελέσματα. Με τις τακτικές επισκέψεις στο γιατρό σας μπορείτε να αντιμετωπίζετε τα προβλήματα αμέσως μόλις αυτά εμφανίζονται.

Οι ασθενείς με ΣΕΛ διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο πρόωρης καρδιαγγειακής νόσου. Αυτό αυξάνει εξαιρετικά την ανάγκη για πιο υγιείς επιλογές στον τρόπο ζωής. Η αποφυγή ή ελάττωση του καπνίσματος, η φυσική άσκηση και η σωστή διατροφή είναι εξαιρετικά σημαντικά σε ασθενείς με ΣΕΛ.

Προειδοποιητικά σημεία μιας έξαρσης
Πρόληψη των εξάρσεων
  • Μάθετε να αναγνωρίζετε τα προειδοποιητικά σημεία σας
  • Διατηρείτε καλή επικοινωνία με τον γιατρό σας

Η διατήρηση της ψυχικής υγείας απαιτεί σημαντική προσπάθεια και φροντίδα στους ασθενείς με ΣΕΛ. Ένας από του σημαντικότερους παράγοντες είναι η αντιμετώπιση του άγχους που σχετίζεται με τις χρόνιες νόσους. Σ’ αυτό μπορεί να βοηθήσουν η άσκηση, τεχνικές χαλάρωσης όπως ο διαλογισμός καθώς και ο ορισμός προτεραιοτήτων ως προς τις δαπάνες χρόνου και ενέργειας.

Είναι σημαντικό, ακόμη να υπάρχει υποστήριξη από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Στο συγκεκριμένο τομέα εκτός από τους φίλους και τους συγγενείς, μπορεί να προσφέρουν βοήθεια και διάφοροι επαγγελματίες υγείας ή θεραπευτικές ομάδες.

Η συνεχής ενημέρωση για τον ΣΕΛ θεωρείται επίσης βοηθητικός παράγοντας. Μελέτες έχουν δείξει ότι ασθενείς που είναι ενημερωμένοι και συμμετέχουν ενεργά στη θεραπεία τους, βιώνουν μειωμένο πόνο, επισκέπτονται τον γιατρό πιο αραιά, αναπτύσσουν αυτοπεποίθηση και παραμένουν ενεργοί.

Εγκυμοσύνη και Αντισύλληψη για τις γυναίκες με ΣΕΛ

Αν και η εγκυμοσύνη στις γυναίκες με ΣΕΛ θεωρείται υψηλού κινδύνου, πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι οι περισσότερες γυναίκες με ήπιο έως μέτριο ΣΕΛ θα έχουν εγκυμοσύνες χωρίς προβλήματα. Η παρακολούθηση και η συμβουλευτική πριν την εγκυμοσύνη είναι σημαντικές. Ιδανικά, η γυναίκα δεν πρέπει να έχει εμφανίσει συμπτώματα ή να κάνει φαρμακευτική θεραπεία για αρκετούς μήνες πριν μείνει έγκυος.

Κάποιες γυναίκες παρουσιάζουν μία ήπια ή μέτρια έξαρση κατά την διάρκεια ή μετά το πέρας της εγκυμοσύνης τους. Οι έγκυες γυναίκες με ΣΕΛ, ειδικά αυτές που λαμβάνουν θεραπεία με κορτικοστεροειδή, έχουν αρκετές πιθανότητες να παρουσιάσουν υψηλή πίεση, διαβήτη, υπεργλυκαιμία και νεφρικές διαταραχές, επομένως η τακτική παρακολούθηση και η καλή διατροφή κατά τη διάρκεια της κύησης είναι εξαιρετικά σημαντικές.

Για τις γυναίκες με ΣΕΛ που δεν επιθυμούν να μείνουν έγκυες ή που λαμβάνουν φάρμακα που μπορεί να είναι επιβλαβή για το έμβρυο επιβάλλεται η χρήση αντισυλληπτικών μέσων. Τα από του στόματος αντισυλληπτικά (χάπια) κάποτε δεν ήταν η πρώτη επιλογή αντισύλληψης γιατί οι γιατροί φοβόντουσαν ότι οι ορμόνες που περιέχουν θα προκαλούσαν έξαρση της νόσου. Ωστόσο μία πρόσφατη έρευνα επιβεβαίωσε ότι οι ασθενείς που έπαιρναν αντισυλληπτικά χάπια δεν παρουσίαζαν σοβαρές εξάρσεις συχνότερα από αυτές που δεν έπαιρναν. Μετά από αυτή την έρευνα οι γιατροί συνταγογραφούν αρκετά συχνά αντισυλληπτικά χάπια σε γυναίκες με ανενεργό ή σταθερό ΣΕΛ.

Διαβήτης και Εμβόλια Ενηλίκων

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο εμβολιασμός αποτελεί μία από τις πιο αποτελεσματικές και επωφελείς υγειονομικές παρεμβάσεις, αφού προλαμβάνει ετησίως 2-3 εκατομμύρια θανάτους ασθενών κάθε ηλικίας, πού νοσούν από λοιμώξεις που θα μπορούσαν να προληφθούν με τον εμβολιασμό. Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όταν αναφερόμαστε σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού όπως είναι οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι ασθενείς με χρόνια υποκείμενα νοσήματα.

Η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών, ακολουθώντας τις διεθνείς οδηγίες, κατάρτισε πρόσφατα το Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων το οποίο συμπεριλαμβάνει δώδεκα εμβόλια. Κάθε ένα από αυτά συνιστάται για ορισμένες ηλικιακές ομάδες ασθενών, συνεκτιμώντας τους επιβαρυντικούς παράγοντες, τα χρόνια νοσήματα  και το προηγούμενο ιστορικό εμβολιαστικής τους κάλυψης.

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 ή τύπου 2 είναι ένα από τα συχνότερα  χρόνια νοσήματα που  επηρεάζει όλα σχεδόν τα συστήματα του ανθρωπίνου σώματος και αποτελεί παράγοντα κινδύνου για σοβαρές λοιμώξεις. Ακόμα και καλά ρυθμισμένος, μπορεί να επιβαρύνει την λειτουργική ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος  με αποτέλεσμα οι ασθενείς αυτοί να νοσούν συχνότερα αλλά και σοβαρότερα από ιογενείς αλλά και μικροβιακές λοιμώξεις. Έτσι λοιπόν σύμφωνα με επίσημες μελέτες οι ασθενείς με Σακχαρώδη διαβήτη έχουν έξι φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να νοσήσουν βαριά και να χρειαστούν νοσηλεία για γρίπη. Ανήκουν στις  ομάδες εκείνες του πληθυσμού που θα πρέπει να εμβολιάζονται ετησίως με το αντιγριπικό εμβόλιο.

Ο εμβολιασμός πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο κατά το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου. Χρειάζονται περίπου 2 εβδομάδες από τον εμβολιασμό ώστε ο οργανισμός να δημιουργήσει προστατευτικά αντισώματα για τη γρίπη. Στους ενήλικες αρκεί να γίνεται μόνο μία δόση εμβολίου κάθε χρόνο. Μελέτες έχουν δείξει ότι επαναληπτική δόση του εμβολίου γρίπης δεν προσφέρει στην βελτίωση της ανοσίας.

Φαίνεται επίσης ότι οι ασθενείς με Διαβήτη παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά Ηπατίτιδας Β από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Τα κρούσματα Ηπατίτιδας Β που καταγράφονται, συνήθως σχετίζονται με τα σύνεργα παρακολούθησης των επιπέδων του σακχάρου αίματος και την κακή χρήση αυτών ή την  ακατάλληλη επαναχρησιμοποίηση τους από άτομο σε άτομο. Σύμφωνα με τις επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες, το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β συνιστάται για όλους τους  επίνοσους διαβητικούς ασθενείς κάτω των 60 ετών ενώ για τους ασθενείς άνω των 60 ετών, η απόφαση εναπόκειται στην κρίση του θεράποντος ιατρού. Το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β χορηγείται σε τρεις δόσεις.

Μια άλλη συχνή  και δυνητικά σοβαρή λοίμωξη  στους διαβητικούς  ασθενείς που προλαμβάνεται με τον εμβολιασμό είναι η Πνευμονιοκοκκική νόσος. Στον όρο «πνευμονιοκοκκική νόσος» περιλαμβάνεται μία ομάδα λοιμώξεων που προκαλούνται από το βακτήριο Streptococcus pneumoniae, επίσης γνωστό ως πνευμονιόκοκκος. Σε αυτές ανήκουν οι :

  • Διεισδυτικές λοιμώξεις, όπως η βακτηριαιμία, η μηνιγγίτιδα και η βακτηριαιμική πνευμονία .Η τελευταία χαρακτηρίζεται από προσβολή των πνευμόνων με ταυτόχρονη ανεύρεση του πνευμονιοκόκκου στο αίμα και συνοδεύεται από υψηλά ποσοστά θνητότητας
  • Μη διεισδυτικές πνευμονιοκοκκικές λοιμώξεις, όπως η οξεία μέση ωτίτιδα,η πνευμονία χωρίς βακτηριαιμία και η παραρρινοκολπίτιδα.

Προσβάλλει μικρά παιδιά, αλλά και ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας. Σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες, οι ασθενείς µε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2 έχουν 4,4 φορές και 1,2 φορές µεγαλύτερο κίνδυνο νοσηλείας εξ’ αιτίας πνευμονιοκοκκικής πνευµονίας, αντίστοιχα.

Ποια εμβόλια έχουν έγκριση για τους ενήλικες;

Υπάρχουν δύο εμβόλια που έχουν έγκριση για προφύλαξη από πνευμονιοκοκκική νόσο στους ενήλικες:

  • Το 23-δύναμο πολυσακχαριτιδικό πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο (PPSV23) που προστατεύει έναντι 23 οροτύπων του πνευμονιόκοκκου.
  • Το 13-δύναμο συζευγμένο πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο (PCV-13) Prevenar13

Στη χώρα μας η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού ενέταξε το 13δύναμο συζευγμένο αντιπνευμονιοκοκκικό εμβόλιο στο βασικό πρόγραμμα εμβολιασμού

  • για τους ενήλικες 18-64 που είναι χρόνιοι καπνιστές ή πάσχουν από χρόνια νόσο (διαβήτης, καρδιαγγειακή νόσος κλπ)
  • σε όλα τα άτομα άνω των 65 ετών.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις το κόστος καλύπτεται από όλα τα ασφαλιστικά ταμεία κατά 100%.

Για τον πλήρη εμβολιασμό των ενηλίκων με Σακχαρώδη διαβήτη είναι απαραίτητα και τα δύο εμβόλια. Για την καλύτερη ανοσολογική απόκριση καλό είναι το 13-δύναμο συζευγμένο πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο (PCV-13) να προηγείται και το 23-δύναμο πολυσακχαριτιδικό πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο (PPSV23) να έπεται, ανεξάρτητα από την προηγούμενη κατάσταση πνευμονιοκοκκικού εμβολιασμού. Ο εμβολιασμός για τους διαβητικούς ασθενείς συνίσταται σε μία απλή δόση  από  κάθε εμβολίο. Το μεσοδιάστημα ανάμεσα στα δύο εμβόλια καθορίζεται  με βάσει τις επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες από το θεράποντα ιατρό. Άτομα που έλαβαν 1 ή 2 δόσεις του PPSV23 πριν την ηλικία των 65 χρονών, θα πρέπει να πάρουν ακόμα μία δόση σε ηλικία 65 ετών ή μεγαλύτερη, υπό την προϋπόθεση οτι έχουν περάσει τουλάχιστον 5 χρόνια από την προηγούμενη δόση.

Στα απαραίτητα εμβόλια για τους διαβητικούς ασθενείς ανήκουν επίσης

  • Το εμβόλιο Διφθερίτιδας-Τετάνου-Κοκκύτη (Tdap/Td): Στους ενήλικες ως πρώτη αναμνηστική δόση χορηγείται άπαξ το τριδύναμο εμβόλιο Tdap (στην Ελλάδα κυκλοφορεί με προσθήκη εμβολίου κατά της πολιομυελίτιδας) και συνεχίζεται το πρόγραμμα με το εμβόλιο DTvax adult που πρέπει να γίνεται μία φορά κάθε 10 χρόνια.
  • Το εμβόλιο Έρπητος ζωστήρα: Συνίσταται σε όλους τους ενήλικες άνω των 60 ετών, ανεξάρτητα από το εάν νόσησαν από έρπητα ζωστήρα. Γίνεται σε μία δόση και προφυλάσσει τόσο από την εμφάνιση του έρπητα όσο και από την εμφάνιση της μεθερπητικής νευραλγίας.

Υπολογίζεται ότι από 25% έως 33% των ανθρώπων θα παρουσιάσουν έρπητα ζωστήρα. Η αύξηση της ηλικίας και η μείωση της άμυνας του οργανισμού είναι παράγοντες που συμβάλλουν στην επαναδραστηριοποίηση του ιού VZV και στην πρόκληση του έρπητα ζωστήρα. Η ασθένεια είναι συχνότερη μετά την ηλικία των 50 ετών και είναι πιο επικίνδυνη μετά τα 60.

Τα εμβόλια είναι ένας από τους αφαλέστερους τρόπους να προστατευθούν οι ασθενείς με Σακχαρώδη διαβήτη από αυτές τις ασθένειες, Οι παρενέργειες των εμβολίων είναι συνήθως ήπιες και υποχωρούν από μόνες τους. Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι εξαιρετικά σπάνιες. Πέραν της καλής ρύθμισης των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα και της καθημερινής άσκησης, τα εμβόλια  αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της παρακολούθησης και της φροντίδας των διαβητικών ασθενών ώστε να εξασφαλιστεί η καλύτερη ποιότητα ζωής τους.

Πνευμονία

0

Η πνευμονία είναι μια συχνή και δυνητικά σοβαρή λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος. Η βαρύτητα της ποικίλλει, από ήπια νόσο που μπορεί να αντιμετωπισθεί κατ΄οίκον, μέχρι πολύ σοβαρή λοίμωξη που χρειάζεται νοσοκομειακή αντιμετώπιση.

Παρά την πρόοδο της ιατρικής επιστήμης και την ανακάλυψη ισχυρών αντιβιοτικών η θνητότητα της πνευμονίας παραμένει υψηλή. Ιδιαίτερα κινδυνεύουν οι ηλικιωμένοι , οι πάσχοντες από χρόνια υποκείμενα νοσήματα και οι άνθρωποι με εξασθενημένο ανοσολογικό σύστημα.

Ανάλογα με το πού ή το πώς έχει αποκτηθεί , η πνευμονία συνήθως χαρακτηρίζεται ως:

  1. Εξωνοσοκομειακή ή πνευμονία της κοινότητας (Community Acquired Pneumonia), όταν ο ασθενής αποκτά την πνευμονία στο σπίτι του
  1. Νοσοκομειακή πνευμονία (Hospital Acquired Pneumonia), όταν ο ασθενής προσβάλλεται από πνευμονία μέσα στο Νοσοκομείο, 48-72 ώρες τουλάχιστον μετά την εισαγωγή του
  1. Πνευμονία σχετιζόμενη με δομές παροχής φροντίδας υγείας (Healthcare- associated pneumonia), όπως είναι οι οίκοι ευγηρίας, τα κέντρα αποκατάστασης, οι μονάδες αιμοκάθαρσης.

Προδιαθεσικοί παράγοντες

Οποιοσδήποτε μπορεί να νοσήσει από πνευμονία αλλά κάποιοι άνθρωποι είναι πιο ευάλωτοι στη νόσο από άλλους. Οι προδιαθεσικοί παράγοντες (αυξάνουν την πιθανότητα κάποιου να νοσήσει από πνευμονία) περιλαμβάνουν:

  1. Ηλικία (άνω των 65 ετών)
  2. Χρόνια αναπνευστικά προβλήματα (Άσθμα, Χρόνια Βρογχίτιδα, Κάπνισμα)
  3. Καρδιακή ανεπάρκεια
  4. Νοσήματα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, Άνοια, Διαταραχές επιπέδου συνείδησης)
  5. Αλκοολισμός
  6. Πρόσφατο χειρουργείο ή τραύμα
  7. Νεοπλασματικά Νοσήματα
  8. Αιματολογικά Νοσήματα
  9. Σπληνεκτομή
  10. Νεφρική ανεπάρκεια – Αιμοκάθαρση
  11. Ηπατική Νόσος (Χρόνια Ηπατίτιδα – Κίρρωση)
  12. Ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος – γρίπη (Ο συνδυασμός πνευμονίας και γρίπης αποτελεί την 7η αιτία θανάτου στις ΗΠΑ)
  13. Φάρμακα (χρόνια λήψη αναστολέων της αντλίας πρωτονίων PPI’s, αντιψυχωσικά φάρμακα, κατασταλτικά φάρμακα, ανοσοκατασταλτικά φάρμακα)

Πού οφείλεται η πνευμονία; Αιτιολογικοί παράγοντες

Συνήθως προκαλείται από βακτήρια, αλλά μπορεί επίσης να προκληθεί από ιούς και άλλους πιο σπάνιους μικροοργανισμούς.

Το συχνότερο αίτιο της εξωνοσοκομειακής πνευμονίας παραμένει ο στρεπτόκοκκος της πνευμονίας (Streptococcus pyogenes) γνωστός και ως πνευμονιόκοκκος. Η πλέον σοβαρή κλινική εκδήλωση του, είναι η λεγόμενη διηθητική πνευμονιοκοκκική νόσος (ΔΠΝ). Εκδηλώνεται σε ποσοστό 15-20%. Πάνω από το 80% των περιστατικών ΔΠΝ στους ενήλικες ηλικίας άνω των 65 ετών είναι περιστατικά βακτηριαιμικής πνευμονίας. Χαρακτηρίζεται από προσβολή των πνευμόνων με ταυτόχρονη ανεύρεση του πνευμονιοκόκκου στο αίμα (διηθητική πνευμονιοκοκκική πνευμονία-ΔΠΝ). Οι περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει βακτηριαιμία εμφανίζουν πολλαπλάσια θνητότητα, ιδίως αν συνυπάρχει σπληνική δυσλειτουργία ή ασπληνία. Σπανιότερα απομονώνονται παθογόνα όπως ο αιμόφιλος της ινφλουέντζας (Haemophilus influenzae) και η Moraxella catarrhalis. Ακολουθούν οι ιοί που προσβάλλουν το αναπνευστικό σύστημα όπως είναι ο ιός της γρίπης (influenza A και Β), οι ρινοιοί και ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV). Οι ιογενείς πνευμονίες επιδεικνύουν εποχιακή κατανομή και απαντώνται συχνότερα το χειμώνα και την άνοιξη.

Συχνά η πνευμονία οφείλεται σε άτυπα παθογόνα όπως είναι το μυκόπλασμα της πνευμονίας (mycoplasma pneumoniae), η λεγιονέλλα (Legionella pneumonophila) και τα χλαμύδια της πνευμονίας (chlamydophila pneumoniae). Οι λοιμώξεις που προκαλούν τα παθογόνα αυτά αποκαλούνται άτυπες πνευμονίες και προσβάλουν συνήθως άτομα κάτω των 40 ετών. Γενικά οι άτυπες πνευμονίες έχουν υποξεία έναρξη και είναι πιο ήπιες, με αρνητικές καλλιέργειες πτυέλων και αίματος. Υπάρχουν λίγα ακροαστικά ευρήματα κατά την κλινική εξέταση σε σύγκριση με τα ακτινολογικά ευρήματα που συνήθως είναι πλούσια. Αναερόβια παθογόνα ανευρίσκονται στην πνευμονία εξ εισροφήσεως που συμβαίνει συχνότερα σε ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού, επιληψίας ή μυασθένειας, σε ασθενείς με αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, και σε άτομα που διαμένουν σε ιδρύματα πχ οίκους ευγηρίας.

Η πνευμονία από χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο (Staphylococcus aureus) εμφανίζεται κυρίως μετά από νόσηση από τον ιό της γρίπης και απαιτεί είσοδο σε νοσοκομείο. Τελευταία, ένα στέλεχος του χρυσίζοντα σταφυλόκοκκου, ο MRSA (χρυσίζων σταφυλόκοκκος ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη), ο οποίος στο παρελθόν εμφανιζόταν μόνο σε νοσοκομειακό περιβάλλον, έχει τώρα διασπαθεί στην κοινότητα και προκαλεί μία μορφή πνευμονίας γνωστή ως MRSA της κοινότητας (CA-MRSA). 

Πώς θα καταλάβουμε ότι πάσχουμε από πνευμονία (συμπτώματα)

Η νόσος συνήθως χαρακτηρίζεται από ταχεία εισβολή και θορυβώδη κλινική εικόνα. Τα συνηθέστερα συμπτώματα είναι:

  1. υψηλός πυρετός >38˚C ή υποθερμία χωρίς άλλη αιτία

  2. πρόσφατη εμφάνιση βήχα με βλεννοπυώδη ή βλεννοαιματηρή απόχρεμψη

  3. θωρακικό άλγος που επιτείνεται με τις αναπνευστικές κινήσεις

  4. δύσπνοια, ταχύπνοια και ταχυκαρδία

  5. μη ειδικά συμπτώματα και εξωπνευμονικές εκδηλώσεις όπως π.χ. γενικό αίσθημα κακουχίας, κοιλιακό άλγος, έμετοι, διάρροια, ανορεξία, κεφαλαλγία

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι στους ηλικιωμένους και στους ανοσοκατεσταλμένους , η τυπική συμπτωματολογία της πνευμονίας είναι δυνατόν να απουσιάζει και να εκδηλώνεται μόνο με έκπτωση του επιπέδου συνειδήσεως και ταχύπνοια.

Πώς τίθεται η διάγνωση της πνευμονίας;

Η διάγνωση της πνευμονίας είναι κλινική , ακτινολογική και εργαστηριακή.

Μετά τη λήψη του ιατρικού ιστορικού, ο γιατρός προχωρά στην κλινική εξέταση αναζητώντας ενδεικτικά για πνευμονία ακροαστικά ευρήματα όπως είναι οι μη μουσική ρόγχοι («τρίζοντες»), το σωληνώδες φύσημα , η βρογχοφωνία και η επικρουστική αμβλύτητα.

Η διενέργεια ακτινογραφίας θώρακος είναι ουσιώδης στην τεκμηρίωση της πνευμονίας αλλά και τον καθορισμό της ανατομική της εντόπισης. Πάντοτε πρέπει να γίνεται κατά μέτωπο και πλάγια ακτινογραφία. Η φυσιολογική ακτινογραφία θώρακος αποκλείει την πνευμονία στο 95% των περιπτώσεων. Επί ισχυρής υποψίας και αρνητικής ακτινογραφίας συχνά δικαιολογείται η διενέργεια αξονικής τομογραφίας θώρακος. Αυτό συμβαίνει κυρίως στους αφυδατωμένους, ουδετεροπενικούς ή ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

Εξίσου σημαντική είναι η προσπάθεια βακτηριολογικής τεκμηρίωσης της πνευμονίας. Αυτή περιλαμβάνει:

  1. την εξέταση πτυέλων ή πλευριτικού υγρού με άμεση χρώση κατά Gram και καλλιέργεια
  2. την ανίχνευση αντιγόνου πνευμονιοκόκκου και λεγιονέλλας στα ούρα
  3. ειδικές ορολογικές εξετάσεις ανίχνευσης αντισωμάτων που υποδηλώνουν οξεία νόσηση από κάποια παθογόνα όπως π.χ. ο ιός της γρίπης, η λεγιονέλλα, και τα χλαμύδια
  4. Εξειδικευμένες μοριακές εξετάσεις που ανιχνεύουν γενετικό υλικό ορισμένων παθογόνων κυρίως ιών , από αναπνευστικές εκκρίσεις
  5. Καλλιέργειες αίματος

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η μικροβιολογική τεκμηρίωση της πνευμονίας επιτυγχάνεται σε λιγότερο του 60% των περιπτώσεων ακόμη και μετά από πλήρη έλεγχο.

Απαραίτητη είναι επίσης η διενέργεια ενός βασικού εργαστηριακού ελέγχου που περιλαμβάνει γενικές εξετάσεις αίματος.

Η συναξιολόγηση όλων των ανωτέρω παραμέτρων θα καθορίσουν την βαρύτητα της πνευμονίας αλλά και την επιτακτικότατα εισαγωγής του ασθενούς στο Νοσοκομείο για την αντιμετώπιση της. Η βαρύτητα της πνευμονίας, η οποία συνδέεται άμεσα και με τη θνητότητα αξιολογείται από τον θεράποντα ιατρό με διάφορα συστήματα βαθμολόγησης.

Πώς θεραπεύεται η πνευμονία;

Η θεραπεία της βακτηριακής πνευμονίας σε στηρίζεται στην αντιβιοτική αγωγή. Η αντιβίωση χορηγείται από τους θεράποντες ιατρούς είτε εμπειρικά καλύπτοντας τις πιο πιθανές περιπτώσεις παθογόνων, είτε αιτιολογικά, όταν έχει απομονωθεί ο υπεύθυνος μικροοργανισμός και έχει βρεθεί σε ποια αντιβιοτικά είναι ευαίσθητος (αντιβιόγραμμα).

Οι ασθενείς με ήπιας βαρύτητας νόσο και χωρίς υποκείμενα νοσήματα μπορούν να λάβουν αγωγή κατ’ οίκον. Εκτός από την αντιμικροβιακή αγωγή, απαραίτητα για την ταχύτερη ανάρρωση είναι η επαρκής θρέψη και ενυδάτωση καθώς και ο κλινοστατισμός για της πρώτες ημέρες της θεραπείας.

Τα αντιβιοτικά θα πρέπει να λαμβάνονται αυστηρά σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού. Η επιλογή , η δοσολογία αλλά και τη διάρκεια χορηγήσης των αντιβιοτικών θα πρέπει να είναι πάντα η ενδεδειγμένη σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες αλλά και τα τοπικά επιδημιολογικά δεδομένα. Η διάρκεια θεραπείας της εξωνοσοκομειακής πνευμονίας είναι γενικά 7-10 ημέρες.

Ορισμένα παθογόνα απαιτούν τη χορήγηση παρατεταμένης αντιμικροβιακής αγωγής που φτάνει τις 2-3 εβδομάδες.

Τα περισσότερα συμπτώματα όπως ο πυρετός ή ο πόνος στο στήθος υποχωρούν μέσα σε λίγα 24ωρα από την έναρξη της θεραπείας. Ο βήχας συνήθως περνάει σε 2 ή 3 εβδομάδες , αλλά το αίσθημα της κόπωσης και της αδυναμίας μπορεί να επιμείνει για αρκετό χρονικό διάστημα. Τα ακτινολογικά ευρήματα αργούν να υποχωρήσουν τελείως, μπορούν δε να επιμείνουν επί ένα μήνα ή και περισσότερο σε ορισμένες περιπτώσεις.

Οι ιογενείς πνευμονίες συνήθως είναι αυτοπεριοριζόμενες νόσοι που δεν απαιτούν ιδιαίτερη θεραπευτική αντιμετώπιση.  Τα αντιβιοτικά δεν έχουν καμία θέση. Είτε δοθούν είτε όχι, η ανάρρωση συνήθως είναι πιο αργή, δεν υπάρχει άμεση ανταπόκριση στην αντιβίωση μέσα σε 2 μέρες, αλλά μπορεί να υπάρξει σταδιακή βελτίωση μέσα σε εβδομάδες. Το σημαντικότερο θεραπευτικό μέτρο σε μια βαριά ιογενή πνευμονία είναι η υποστηρικτική αγωγή και η πρόληψη των επιπλοκών.

Ειδική θεραπεία αντιιική θεραπεία με φάρμακα που λέγονται αναστολείς της νευραμινιδάσης (ΝΑΙs) χορηγείται μόνο στην περίπτωση της πνευμονίας από τον ιό της γρίππης.

Πρόληψη της πνευμονίας

Μπορείτε να μειώσετε τον κίνδυνο να νοσήσετε από πνευμονία ακολουθώντας μερικά απλά βήματα:

Εμβολιασμός
  • Εμβολιαστείτε κάθε χρόνο για να προστατευτείτε από την εποχική γρίπη. Η γρίπη είναι ένας συνήθης αιτιολογικός παράγοντας της πνευμονίας.
  • Παιδιά μικρότερα των 5 ετών και ενήλικες άνω των 65 ετών πρέπει να εμβολιάζονται για την πρόληψη από την πνευμονιοκοκκική πνευμονία. Το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου ενδείκνυται επίσης για όλα τα παιδιά και τους ενήλικες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο πνευμονιοκοκκικής νόσου λόγω άλλων προβλημάτων υγείας. Υπάρχουν δύο διαφορετικά εμβόλια για τον πνευμονιόκοκκο. Συμβουλευτείτε το γιατρό σας για το ποιο είναι το καλύτερο για εσάς.
  • Υπάρχουν και άλλα εμβόλια που σας προστατεύουν από ιούς και βακτήρια τα οποία μπορεί να προκαλέσουν πνευμονία, όπως το εμβόλιο του κοκκύτη, της ανεμοβλογιάς και της ιλαράς.
Πλύσιμο χεριών

Να πλένετε τα χέρια σας συχνά ειδικά αφού φυσήξετε τη μύτη σας, πάτε στην τουαλέτα, αλλάξετε πάνες και πάντα πριν το φαγητό ή την προετοιμασία του.

Διακοπή του Καπνίσματος

Ο καπνός μειώνει την ικανότητα των πνευμόνων σας να αντιστέκονται στις λοιμώξεις. Οι καπνιστές γενικά έχει αποδειχθεί ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης πνευμονίας. Οι καπνιστές αποτελούν μία από τις ομάδες υψηλού κινδύνου και συνίσταται να κάνουν το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου.

Επαγρύπνηση για τη διατήρηση της υγεία σας

Η πνευμονία συχνά ακολουθεί λοιμώξεις του αναπνευστικού, επομένως αν έχετε συμπτώματα που διαρκούν πάνω από μερικές μέρες, επισκεφθείτε ένα γιατρό. Η υγιεινή διατροφή, η σωστή ξεκούραση και η τακτική άσκηση βοηθούν στην πρόληψη από ιούς και νόσους του αναπνευστικού συστήματος ή στην γρήγορη ανάρρωση αν νοσήσετε από αυτούς.

Φωτογραφία: Roger Brown

Διαβητική Νεφροπάθεια

Τι είναι η διαβητική νεφροπάθεια;

H διαβητική νεφροπάθεια είναι μια επιπλοκή του διαβήτη και εμφανίζεται σε ποσοστό 20–30% των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη και αποτελεί την κύρια αιτία χρόνιας νεφρικής νόσου τελικού σταδίου και της ανάγκης για τεχνητό νεφρό. Η διαβητική νεφροπάθεια είναι η συχνότερη αιτία χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας (30-40% των περιπτώσεων χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου).

  • Στο διαβήτη τύπου 1 η νεφροπάθεια μπορεί να εμφανισθεί μετά τα 10-15 χρόνια από την εμφάνιση του διαβήτη
  • Στο διαβήτη τύπου 2 η νεφροπάθεια μπορεί να προηγηθεί της διάγνωσης του διαβήτη (3% των ατόμων με ΣΔτ2 έχουν διαβητική νεφροπάθεια κατά τη διάγνωση του διαβήτη)
  • Αν ένα άτομο με ΣΔ δεν έχει μικροαλβουμινουρία μετά από 10-20 χρόνια ΣΔ, μάλλον δεν θα εμφανίσει νεφροπάθεια

Ποιά είναι τα συμπτώματα της διαβητικής νεφροπάθειας;

Σε αρχικά στάδια η επιπλοκή αυτή δεν προκαλεί συμπτώματα. Όταν όμως η νεφροπάθεια επιδεινωθεί οι νεφροί δεν λειτουργούν κανονικά (νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου). Τότε η ποσότητα της λευκωματίνης στα ούρα αυξάνεται και η λευκωματίνη στο αίμα ελαττώνεται. Μπορεί να παρατηρηθεί ελάττωση της ποσότητας των ούρων και οίδημα (πρήξιμο), συνήθως γύρω από τα μάτια και αργότερα γενικευμένο οίδημα, όπως πρήξιμο των ποδιών, αφρώδη ούρα (από το αυξημένο λεύκωμα), αύξηση του σωματικού βάρους (από συγκράτηση υγρού, που δεν μπορεί να απομακρυνθεί με τα ούρα), ανορεξία, ναυτία και έμετος, κακουχία (γενικό αίσθημα αδιαθεσίας), κούραση και αδυναμία, πονοκέφαλος, συχνός λόξυγκας και κνησμός (δηλαδή φαγούρα από ουσίες που δεν απομακρύνονται με τα ούρα και παραμένουν στο δέρμα σε μεγάλη ποσότητα). Παρατηρείται ακόμη αναιμία γιατί μια ουσία που παράγεται στους νεφρούς, η ερυθροποιητίνη, παράγεται σε μειωμένη ποσότητα. Μπορεί να χρειάζεται να χορηγείται η ουσία αυτή (με υποδόρια ένεση) για τη διόρθωση της αναιμίας.

Στα τελευταία στάδια της διαβητικής νεφροπάθειας ουσίες που κανονικά απομακρύνονται με τα ούρα παραμένουν στο αίμα και η δράση τους διατηρείται περισσότερο. Έτσι ασθενείς που κάνουν ενέσεις ινσουλίνης μπορεί να παθαίνουν υπογλυκαιμίες και να χρειάζεται να διακόπτουν την ινσουλίνη (ασθενείς με διαβήτη τύπου 2) ή να κάνουν λιγότερες μονάδες. Πολλά αντιδιαβητικά φάρμακα απαγορεύονται όταν υπάρχει νεφρική ανεπάρκεια, ενώ άλλα φάρμακα, όπως αντιβιοτικά, πρέπει να δίδονται σε μικρότερες δόσεις.

Όταν ο ασθενής φθάσει στο τελικό στάδιο νεφρικής ανεπάρκειας μπορεί να χρειασθεί να αρχίσει αιμοκάθαρση (τεχνητός νεφρός) για να απομακρύνει το νερό και τις ουσίες που δεν μπορούν να αποβάλλουν οι νεφροί του. Τότε, και εφ’ όσον υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, μπορεί να είναι υποψήφιος για μεταμόσχευση νεφρού.

Ποιες εξετάσεις ζητούνται για την παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας;

Εκτός από τη λευκωματίνη ή το λεύκωμα των ούρων και τη γενική εξέταση ούρων ζητούνται διάφορες εξετάσεις αίματος: γενική αίματος, κρεατινίνη, ουρία, ουρικό οξύ, χοληστερίνη, τριγλυκερίδια, ηλεκτρολύτες (νάτριο, κάλιο, ασβέστιο, φωσφόρος, μαγνήσιο). Οι μεταβολές τους λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψη και, όταν υπάρχει κίνδυνος γίνεται προσπάθεια να διορθώνονται με φάρμακα.

Υπολογίζουμε ένα δείκτη νεφρικής λειτουργίας με ένα μαθηματικό τύπο (κάθαρση κρεατινίνης ή GFR)

Στάδια της διαβητικής νεφροπάθειας

Ανάλογα με το αποτέλεσμα της κάθαρσης κρεατινίνης η διαβητική νεφροπάθεια ταξινομείται σε 5 στάδια

Στάδιο Χαρακτηριστικό GFR Αρτηριακή πίεση Χρόνος από τη διάγνωση του διαβήτη
1 Υπερλειτουργία Αυξημένος Φυσιολογική ή αυξημένη στο ΣΔτ2 Μπορεί και κατά τη διάγνωση του διαβήτη
2 Σιωπηλό στάδιο Φυσιολογικός Φυσιολογική ή υπέρταση στον ΣΔτ2 Πρώτα 5 χρόνια
3 Μικροαλβουμινουρία 30-300 mg/24-ωρο Αρχίζει να ελαττώνεται Αυξημένη πίεση (ΣΔτ1) ή υπέρταση (ΣΔτ2) 6-15 χρόνια
4 Μακροαλβουμινουρία >300 mg/24-ωρο Μικρότερος

από τον φυσιολογικό

Υπέρταση 15-25 χρόνια
5 Τελικού σταδίου 0-10 Υπέρταση 25-30 χρόνια

 

Πώς γίνεται η πρώιμη διάγνωση της διαβητικής νεφροπάθειας;

Για τη διάγνωση της διαβητικής νεφροπάθειας εξετάζουμε μια ουσία των ούρων, την λευκωματίνη ή αλβουμίνη, ένα λεύκωμα που βρίσκεται στο αίμα και μπορεί να αποβάλλεται στα ούρα. Ο προσδιορισμός της λευκωματίνης γίνεται σε ούρα 24ώρου είτε νυκτός ή 4ώρου είτε πρωινού δείγματος με ειδική ταινία, είτε σε τυχαίο δείγμα.

Όταν η  λευκωματίνη στα ούρα απεκκρίνεται σταθερά σε ποσότητα 20–200 μg/min (μικρογαμμάρια ανά λεπτό) ή 30–300 mg/24ωρο (μιλιγκράμ ή χιλιοστά του γραμμαρίου το 24ωρο), η κατάσταση αυτή ονομάζεται  μικρολευκωματινουρία ή μικροαλβουμινουρία και είναι ο πιο πρώιμος δείκτης για να διαγνωστεί η διαβητική νεφροπάθεια. Ποσότητα λευκωματίνης ούρων μεγαλύτερη από 300 mg/ημέρα (20 μg/min) ονομάζεται κλινική πρωτεϊνουρία.

Η λευκωματίνη μπορεί να βρεθεί αυξημένη στα ούρα σε διάφορες καταστάσεις, όπως  άσκηση κατά το προηγούμενο 24ωρο, πυρετός, καρδιακή ανεπάρκεια, υπεργλυκαιμία, ουρολοίμωξη, αιματουρία, σοβαρή υπέρταση, λήψη ορισμένων καρδιολογικών φαρμάκων, αλλά και σε οξείες καταστάσεις όπως τα εγκαύματα, τραύματα, χειρουργικές επεμβάσεις και άλλες. Καθώς η αποβολή λευκωματίνης στα ούρα δεν είναι σταθερή, για τη διάγνωση της μικρολευκωματινουρίας χρειάζονται τρεις μετρήσεις εντός τριών έως έξι μηνών, και δύο από αυτές να ευρίσκονται μέσα στα όρια που αναφέραμε.

Η σημασία της ΜΛ έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί τον πιο πρώιμο, ευχερώς προσδιοριζόμενο δείκτη διάγνωσης και γενικευμένης βλάβης του ενδοθηλίου των αγγείων του οργανισμού.

Ο όρος μικρολευκωματίνη ή μικρολευκωματίνες ούρων δεν είναι σωστός, γιατί δεν υπάρχει ουσία μικρολευκωματίνη, και στην ανάλυση υπολογίζεται η λευκωματίνη. Μικρολευκωματινουρία είναι η ανίχνευση της λευκωματίνης στα ούρα, στις μικρές ποσότητες που αναφέραμε.

Τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 πρέπει να εξετάζονται για μικρολευκωματινουρία όταν διαγνωστεί ο διαβήτης και μετά κάθε χρόνο. Τα άτομα με διαβήτη τύπου 1 πρέπει να εξετάζονται για μικρολευκωματινουρία μετά τα πέντε χρόνια από τη διάγνωση του διαβήτη και μετά κάθε χρόνο.

Ποιοί είναι οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της μικρολευκωματινουρίας και την επιδείνωση της διαβητικής νεφροπάθειας; Μπορεί να ελαττωθεί η λευκωματίνη των ούρων;

Παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της μικρολευκωματινουρίας και την επιδείνωση της διαβητικής νεφροπάθειας είναι η κακή ρύθμιση του διαβήτη (όπως φαίνεται από τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη), η μακρά διάρκεια του διαβήτη, το κάπνισμα, το ανδρικό φύλο, η ηλικία, η υπέρταση, το χαμηλό ανάστημα, η αυξημένη LDL-χοληστερίνη, τα αυξημένα τριγλυκερίδια και κληρονομικοί παράγοντες (οικογενειακό ιστορικό νεφροπάθειας, υπέρτασης και άλλα).

Σε αρκετές περιπτώσεις η λευκωματίνη των ούρων μπορεί να ελαττωθεί, όταν η διάρκεια του διαβήτη είναι μικρή και εφ’ όσον κάποιοι παράγοντες από αυτούς βελτιωθούν (όπως η ρύθμιση του διαβήτη, η διακοπή του καπνίσματος, η βελτίωση της αρτηριακής πίεσης και των λιπιδίων). Μπορεί ακόμη να βοηθούν στην ελάττωσή της λευκωματίνης των ούρων ορισμένα αντιυπερτασικά φάρμακα που ονομάζονται αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, όπως η ραμιπρίλη, η περινδοπρίλη, εναλαπρίλη, η λισινοπρίλη και τα παρόμοια και φάρμακα που ονομάζονται αναστολείς των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ, όπως η ιρμπεζαρτάνη, η ολμεζαρτάνη, η καντεζαρτάνη, η λοζαρτάνη, η βαλζαρτάνη, η τελμιζαρτάνη και τα παρόμοια.

Η διόρθωση όσων παραγόντων από τους ανωτέρω μπορούν να διορθωθούν, μαζί με τη λήψη κάποιου από τα ανωτέρω φάρμακα, όπως και η λήψη ασπιρίνης συνιστώνται για την πρόληψη της διαβητικής νεφροπάθειας.

Συστάσεις για άτομα με διαβήτη που έχουν Μικροαλβουμινουρία

  • Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη μικρότερη από 7%
  • Αρτηριακή πίεση μικρότερη από 130/60 mmHg
  • Περιορισμός στο αλάτι
  • Φάρμακα (αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, ή αναστολείς των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ)
  • Ασπιρίνη
  • Διακοπή καπνίσματος
  • Απώλεια βάρους
  • Άσκηση
  • Ελάττωση LDL-χοληστερόλης κάτω από 70 mg/dl και τριγλυκεριδίων κάτω από 150 mg/dl
  • Περιορισμός πρωτεϊνών της τροφής (με ειδικές δίαιτες με συγκεκριμένη ποσότητα λευκώματος)
  • Περιορισμός στο οινόπνευμα