Αρχική Blog Σελίδα 397

Διαβητική Νευροπάθεια και Διαβητικό Πόδι

Τί είναι η διαβητική νευροπάθεια και το διαβητικό πόδι;

Μια επιπλοκή που είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού της διαβητικής νευροπάθειας και της ισχαιμίας των ποδιών, είναι το λεγόμενο διαβητικό πόδι. Η διαβητική νευροπάθεια προκαλεί απώλεια των αισθήσεων στο πόδι. Έτσι ο πάσχων δεν αισθάνεται τον πόνο από τραυματισμό ή εγκαύματα και δεν προστατεύει τα πόδια του, ώστε να κλείσουν οι πληγές που μπορεί να εμφανισθούν και οι οποίες εξελίσσονται σε χρόνια έλκη, τα οποία παραμένουν ανοικτά επί πολλούς μήνες ή χρόνια.  Τα έλκη μπορεί να μολυνθούν από μικρόβια και η λοίμωξη να επεκταθεί από το δέρμα στους μύες και τα οστά που βρίσκονται πλέον χωρίς προστασία. Η ισχαιμία επιβραδύνει την ίαση αλλά και επιβαρύνει την πρόγνωση. Οι καταστάσεις που προκαλούνται από τις λοιμώξεις μπορεί εξελιχθούν και να γίνουν πολύ επικίνδυνες για τη ζωή του ασθενούς ώστε για τη σωτηρία του να απαιτηθεί ακρωτηριασμός ενός ή περισσότερων δακτύλων ή ολόκληρου του ποδιού.

Διακρίνουμε τρεις τύπους διαβητικού ποδιού, ανάλογα με την αιτιολογία: το νευροπαθητικό πόδι, το ισχαιμικό πόδι και το νευροϊσχαιμικό πόδι, που είναι ο συνδυασμός των δύο πρώτων. Και οι τρεις καταστάσεις πρέπει να διαγνωσθούν και να λαμβάνονται μέτρα για να προληφθεί τυχόν εξέλκωση. Η διάγνωση γίνεται με απλές και σύντομες εξετάσεις (επισκόπηση, ψηλάφηση σφυγμών και εξέταση αρτηριών με ντόπλερ, έλεγχος αισθητικότητας με απλά εργαλεία, έλεγχος εφίδρωσης), ενώ για επιβεβαίωση και ακριβέστερη διάγνωση, απαιτείται περισσότερο λεπτομερής έλεγχος (έλεγχος της αίσθησης των δονήσεων, ταχύτητα αγωγής νεύρων,  τρίπλεξ, αρτηριογραφία κλπ). Οι πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να εξετάζονται κάθε χρόνο για να διαπιστωθεί η παρουσία νευροπάθειας και ισχαιμίας και να εκπαιδεύονται κατάλληλα ώστε να προλαμβάνουν τραυματισμούς των άκρων ποδών. Ακόμα πρέπει να προμηθεύονται κατάλληλα υποδήματα, γιατί η διαβητική νευροπάθεια μπορεί να παραμορφώσει το άκρο πόδι και να εμφανισθούν έλκη στα σημεία πίεσης και τριβής με το υπόδημα. Πρέπει να αντιμετωπίζεται η ξηροδερμία, που είναι συχνή στο νευροπαθητικό πόδι και μπορεί να οδηγήσει σε ρωγμές στο δέρμα και σε λοιμώξεις. Οι ασθενείς πρέπει να μάθουν ακόμα να κόβουν σωστά τα νύχια των ποδιών τους ώστε να μην τραυματίζουν το δέρμα τους. Σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες για το διαβήτη, πρέπει να παίρνουν καθημερινά ασπιρίνη ή κάποια αντίστοιχη ουσία, ώστε να προστατεύονται από την ισχαιμία. Το κάπνισμα απαγορεύεται, καθώς επιταχύνει την απόφραξη των αγγείων. Αν, τέλος, χρειάζεται, πρέπει να αντιμετωπίζονται αγγειοχειρουργικά για να διορθώνονται σοβαρές αγγειακές βλάβες.

Μια επιπλοκή του νευροπαθητικού ποδιού ειδική για το διαβήτη, είναι η νευροπαθητική οστεοαρθροπάθεια, ή πόδι Charcot (Σαρκό), στην οποία συνήθως δεν υπάρχει ισχαιμία. Το πόδι Charcot χαρακτηρίζεται από διόγκωση του άκρου ποδιού και πλατυποδία. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να προληφθεί στα αρχικά στάδια (οξύ Charcot), αλλά πολύ συχνά διαφεύγει γιατί μοιάζει με διόγκωση από διάστρεμμα ή οστεομυελίτιδα. Διακρίνεται δύσκολα, και συχνά απαιτείται μαγνητική τομογραφία του άκρου ποδιού. Αντιμετωπίζεται με ακινησία και ειδική μπότα για πολλές εβδομάδες ώστε να μην εξελιχθεί σε μόνιμη παραμόρφωση.

Ένας τύπος διαβητικής νευροπάθειας είναι η επώδυνη νευροπάθεια. Ο ασθενής μπορεί να αισθάνεται μούδιασμα, κάψιμο, ηλεκτρικό ρεύμα ή πόνο μικρής ή μεγάλης έντασης στα πόδια κυρίως τη νύχτα, χωρίς να υπάρχει εμφανής αιτία. Η κατάσταση αυτή μπορεί να συνυπάρχει με απώλεια της αισθητικότητας (το λεγόμενο επώδυνο – ανώδυνο πόδι). Η κατάσταση αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε βασανιστικό βαθμό και ο ασθενής να κάνει κατάχρηση παυσίπονων ή να γίνει εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες. Η επιπλοκή αυτή μπορεί να επηρεάσει και τα χέρια του ασθενούς (σαν κάλτσα κα γάντι). Έχουν δοκιμαστεί διάφορα φάρμακα με μερική μόνο επιτυχία. Στην επώδυνη νευροπάθεια ανήκει και το σύνδρομο των ανήσυχων ποδιών, κατά το οποίο ο ασθενής αισθάνεται ότι τα πόδια του δεν ηρεμούν κατά τη νύχτα και προσπαθεί να βρει μια θέση γι αυτά ώστε να μπορέσει να κοιμηθεί.

Άλλοι σπανιότεροι τύποι διαβητικής νευροπάθειας αφορούν τους κινητικούς μύες των γλουτών και του κορμού και μπορεί να συνδυάζονται με την επώδυνη νευροπάθεια. Πρέπει πάντως να αποκλείονται άλλες σοβαρότερες αιτίες.

Ο πόνος στα χέρια των ατόμων με διαβήτη είναι αποτέλεσμα νευροπάθειας;

Μπορεί να είναι αποτέλεσμα νευροπάθειας, αλλά η νευροπάθεια δεν είναι η συχνότερη αιτία. Μπορεί σπανιότερα να είναι αποτέλεσμα ισχαιμίας.

Μια κατάσταση που μπορεί να προκαλέσει πόνο στα χέρια του ασθενούς είναι το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα, που το συναντούμε και σε άτομα που δεν έχουν διαβήτη. Πρόκειται για πίεση των νεύρων του χεριού από έναν σύνδεσμο του καρπού ο οποίος σκληραίνει λόγω του διαβήτη. Είναι συχνότερη τη νύχτα και μπορεί να είναι πολύ βασανιστική. Η κατάσταση αυτή, όπως και το λεγόμενο σύνδρομο του εκτινασσόμενου δακτύλου, παρόμοιας αιτιολογίας, στο οποίο ένα δάκτυλο “κλειδώνει” σε κάμψη και επιστρέφοντας εκτινάσσεται με πόνο, μπορεί να προηγούνται της εμφάνισης διαβήτη και συνήθως αποκαθίστανται χειρουργικά.

Πως προστατεύονται τα πόδια των ατόμων με διαβήτη;

Η σημαντικότερη υποχρέωση του διαβητολόγου σχετικά με το διαβητικό πόδι, είναι η πρόληψη της δημιουργίας διαβητικών ελκών (πληγών). Τα άτομα με διαβήτη πρέπει να εξετάζονται για νευροπάθεια κάθε χρόνο, ενώ μια απλή εξέταση των ποδιών τους πρέπει να γίνεται σε κάθε επίσκεψη. Απαραίτητη είναι η εκπαίδευση των ατόμων με διαβήτη και η κατανόηση των κινδύνων που διατρέχουν, ώστε να λάβουν προφυλάξεις. Η ρύθμιση του διαβήτη όσο καλύτερα γίνεται, η αντιμετώπιση των διαταραχών της χοληστερίνης και της αρτηριακής πίεσης και η διακοπή του καπνίσματος, όπως και η χορήγηση ασπιρίνης, είναι αναγκαίες για την πρόληψη της μακροαγγειοπάθειας. Η χρησιμοποίηση ειδικών μαλακών υποδημάτων, που δεν προκαλούν πίεση στα πόδια, προστατεύει από τη δημιουργία ελκών.

Τί είναι το διαβητικό έλκος; Γιατί τα άτομα με διαβήτη κινδυνεύουν να ακρωτηριαστούν;

Αντίστοιχα με τους τρεις τύπους διαβητικού ποδιού, στο διαβητικό άκρο πόδι διακρίνουμε νευροπαθητικά, ισχαιμικά και νευροϊσχαιμικά έλκη (πληγές). Τα έλκη μπορεί να είναι μολυσμένα –οπότε χρειάζονται αγωγή με αντιβιοτικά- ή μη. Η επούλωση των ελκών χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα από τους ειδικούς και σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται η αποφυγή της πίεσης στο έλκος (αποφόρτιση). Η αποφόρτιση γίνεται με αποφυγή βαδίσματος, χρήση πατερίτσας ή ειδικού υποδήματος αποφόρτισης, ή μπότας. Ένα νευροπαθητικό έλκος εμφανίζεται σε σημεία αυξημένης πίεσης στο άκρο πόδι και χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη τύλου (κάλου), ο οποίος εμποδίζει την επούλωση και αυξάνει την πίεση. Επιβάλλεται ο τύλος να αφαιρείται προσεκτικά από τον ειδικό συχνά (ίσως κάθε εβδομάδα), ενώ παράλληλα ελέγχεται το πόδι για την πιθανότητα λοίμωξης. Χρησιμοποιούνται ακόμη ειδικά επιθέματα ανάλογα με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του έλκους (παρουσία υγρού κλπ). Τα ισχαιμικά και τα νευροϊσχαιμικά έλκη συχνά δεν περιβάλλονται από κάλο και δεν εντοπίζονται σε σημεία πίεσης, ενώ χρειάζονται ειδικότερες εξετάσεις για την εντόπιση και το μέγεθος της απόφραξης και εκτίμηση από αγγειοχειρουργό.

Οι ακρωτηριασμοί των δακτύλων και των ποδιών των ατόμων με διαβήτη μπορούν να αποφευχθούν κατά 50% αν τηρούνται γενικά τα παραπάνω, και αν οι γιατροί που προβαίνουν σε ακρωτηριασμούς, εξοπλισθούν με υπομονή και προτιμήσουν την συντηρητική αντιμετώπιση ενός έλκους από τον ακρωτηριασμό, εφ’ όσον δεν τίθεται σε κίνδυνο η ζωή του ασθενούς τους.

Συμβουλές για την προστασία των ποδιών στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη

  • Να εξετάζεις τα πόδια και τα δάκτυλά σου καθημερινά για κοψίματα, φουσκάλες, ερυθρότητα, οίδημα (πρήξιμο) ή κάλους. Χρησιμοποίησε καθρέπτη ή ζήτησε βοήθεια από κάποιον που βλέπει καλύτερα για να κοιτάξει τα πέλματά σου.
  • Να πλένεις τα πόδια σου καθημερινά με χλιαρό νερό (όχι καυτό) και σαπούνι. Λόγω της νευροπάθειας μπορεί να μην αισθάνεσαι το πολύ καυτό νερό και να πάθεις εγκαύματα. Γι αυτό πριν βάλεις τα πόδια σου σε ζεστό νερό, δοκίμασε με το χέρι σου τη θερμοκρασία. Μην αφήνεις τα πόδια σου να μουλιάσουν στο νερό. Να στεγνώνεις τα πόδια σου με μαλακή πετσέτα, και με ιδιαίτερη προσοχή ανάμεσα στα δάκτυλα.
  • Χρησιμοποίησε υδατική κρέμα για το δέρμα των ποδιών σου, ιδίως αν υπάρχει ξηροδερμία. Όμως όχι ανάμεσα στα δάκτυλα, καθώς εκεί μπορεί να αναπτυχθούν μύκητες.
  • Μπορείς να αφαιρείς απαλά τους κάλους με ελαφρόπετρα μετά από το μπάνιο. Προκειμένου να αποφύγεις τραυματισμούς, μη χρησιμοποιείς ξυράφια ή ψαλίδια για τους κάλους. Μη χρησιμοποιείς διαβρωτικά υλικά του εμπορίου για τους κάλους. Μπορεί να μην αισθάνεσαι ότι εκτός από τους κάλους διαβρώνουν και το υγιές δέρμα και δημιουργούν πληγές.
  • Κάθε εβδομάδα ή όταν χρειάζεται, να κόβεις τα νύχια των ποδιών σου. Όχι βαθιά και με προσοχή ώστε οι άκρες τους να μην βρίσκονται κάτω από το δέρμα. Αιχμηρά νύχια μπορεί να τραυματίσουν το δέρμα των γειτονικών δακτύλων. Μια λίμα μπορεί να βοηθήσει για να αμβλυνθούν οι αιχμηρές γωνίες των νυχιών.
  • Πάντοτε να φοράς παπούτσια ή παντόφλες για να προστατεύεις τα πόδια σου από τραυματισμούς. Να φοράς παχιές, μαλακές κάλτσες χωρίς ραφές ή σφιχτά λάστιχα. Δεν πρέπει να πιέζονται τα αγγεία, ούτε να τραυματίζεται το δέρμα. Πόδια με οίδημα (πρήξιμο) μπορεί να πληγιάσουν από το λάστιχο της κάλτσας ή το πολύ στενό παπούτσι.
  • Να φοράς παπούτσια που εφαρμόζουν καλά αλλά επιτρέπουν στα δάκτυλά σου να κινούνται. Να φοράς τα καινούργια παπούτσια λίγη ώρα κάθε φορά μέχρι να προσαρμοσθούν αυτά στις διαστάσεις των ποδιών σου και να είναι άνετα.
  • Πριν φορέσεις τα παπούτσια σου να τα εξετάζεις με προσοχή βάζοντας το χέρι σου μέσα, μήπως υπάρχουν σκληρές ραφές ή κάποια μικρά αντικείμενα που μπορεί να τραυματίσουν το πόδι σου. Μπορεί να μην αισθάνεσαι τυχόν σκληρά ή κοφτερά αντικείμενα με το δέρμα των ποδιών σου και να σε πληγώσουν χωρίς να το καταλάβεις.
  • Προσοχή στην καυτή άμμο και στην καυτή άσφαλτο το καλοκαίρι. Μπορεί να πάθεις έγκαυμα χωρίς να το καταλάβεις, γι αυτό να φοράς πάντοτε πέδιλα ή παντόφλες όταν πρέπει να περπατήσεις στην άμμο ή την άσφαλτο. Αγκάθια ή κοφτερά αντικείμενα μπορεί να κρύβονται μέσα στην άμμο και να σε τραυματίσουν χωρίς να το καταλάβεις. Προσοχή στα σκληρά πέδιλα ή τις σαγιονάρες που μπορεί να σε τραυματίζουν όταν τρίβονται ή πιέζουν τη ράχη, τα δάκτυλα ή τα πλάγια των ποδιών σου.

Υπογλυκαιμία

Τι είναι υπογλυκαιμία;

Υπογλυκαιμία είναι μια σοβαρή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από σημαντική ελάττωση της γλυκόζης του αίματος. Η υπογλυκαιμία είναι επικίνδυνη για τη ζωή και περιοριστική για τον τρόπο ζωής και αποτελεί τον κύριο περιοριστικό παράγοντα για την αυστηρή ρύθμιση του σακχάρου ατόμων με διαβήτη.

 

Ποια είναι τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας;

Άγχος, νευρικότητα, αίσθημα παλμών, τρόμος, εφίδρωση, ωχρότητα,  αίσθημα πείνας, αίσθημα θερμότητας, στηθάγχη (ονομάζονται νευρογενή συμπτώματα)

Αδυναμία συγκέντρωσης, σύγχυση, αλλαγή συμπεριφοράς, ζάλη, υπνηλία, κόπωση, μούδιασμα γύρω από το στόμα ή τη γλώσσα, διαταραχές όρασης, δυσαρθρία, ρίγος, παροδική ημιπληγία, αφασία, σπασμοί, κώμα (ονομάζονται νευρογλυκοπενικά συμπτώματα) και ακόμα ναυτία, κεφαλαλγία και κόπωση.

Η αντίδραση κάθε ατόμου στην υπογλυκαιμία είναι διαφορετική, γι’ αυτό είναι σημαντικό να αναγνωρίζει ο καθένας τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας. Συνιστάται τότε να μετρά το σάκχαρό του, αν είναι δυνατό. Αν δεν είναι δυνατή η μέτρηση, συνιστάται η αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας με λήψη υδατανθράκων.

Προσοχή: η σοβαρή υπογλυκαιμία μπορεί να προκαλέσει δυστυχήματα, τροχαία ατυχήματα και τραυματισμούς, κώμα και θάνατο αν δεν αντιμετωπισθεί εγκαίρως.

 

Ποια άτομα μπορεί να πάθουν υπογλυκαιμία; 

Τα άτομα που λαμβάνουν ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά φάρμακα τα οποία μειώνουν το σάκχαρο αίματος αυξάνοντας την παραγωγή ινσουλίνης (σουλφονυλουρίες, γλινίδες), μπορεί να πάθουν υπογλυκαιμία αν δεν λάβουν τη σωστή ποσότητα υδατανθράκων. Κινδυνεύουν ιδιαίτερα ηλικιωμένα άτομα με διαβήτη, που πάσχουν από παθήσεις του ήπατος ή των νεφρών, και άτομα που ασκούνται χωρίς να λαμβάνουν αρκετή ποσότητα υδατανθράκων.

Ορισμένα άτομα που παίρνουν ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά φάρμακα χωρίς να τα χρειάζονται μπορεί επίσης να πάθουν σοβαρή και επικίνδυνη υπογλυκαιμία.

Υπογλυκαιμία μπορεί να πάθουν και άτομα που δεν έχουν διαβήτη, όταν αυτά παράγουν μεγαλύτερη ποσότητα ινσουλίνης χωρίς να παίρνουν αντιδιαβητικά φάρμακα. Τα άτομα αυτά μπορεί να παρουσιάζουν συμπτώματα όπως αδυναμία, εφίδρωση, ταχυκαρδία, αλλά συνήθως δεν κινδυνεύουν να πάθουν υπογλυκαιμικό κώμα και δεν κινδυνεύει η ζωή τους.

 

Πότε λέμε ότι ένα άτομο με διαβήτη έπαθε βαριά υπογλυκαιμία;

Όταν πρόκειται για επεισόδιο υπογλυκαιμίας που απαιτεί βοήθεια άλλου προσώπου για την αντιμετώπισή της.

 

Μπορεί ένα άτομο να παρουσιάσει υπογλυκαιμικά συμπτώματα ενώ η γλυκόζη του αίματος να μετριέται άνω των 70 mg/dl;

Πρόκειται για ψευδοϋπογλυκαιμία:  Είναι συχνή σε ασθενείς με κακό γλυκαιμικό έλεγχο, όταν η γλυκόζη πλάσματος αρχίζει να επιστρέφει προς τις φυσιολογικές τιμές.

 

Πως μπορεί να υποψιαστεί ένα άτομο με διαβήτη ότι έπαθε υπογλυκαιμία κατά τη διάρκεια του ύπνου (νυκτερινή υπογλυκαιμία);

Όταν κάνει ανήσυχο ύπνο με εφίδρωση, όταν έχει πρωινή κεφαλαλγία ή αίσθημα κόπωσης κατά την αφύπνιση ή ανεξήγητη υπνηλία το πρωί και τις επόμενες ώρες της ημέρας. Μερικές φορές τα πολύ αυξημένα επίπεδα γλυκόζης το πρωί μπορεί να είναι αποτέλεσμα νυκτερινής υπογλυκαιμίας. Σ’ αυτή την περίπτωση συνιστούμε στον πάσχοντα να ξυπνά μέσα στη νύχτα για δύο ή τρεις νύχτες και να μετρά το σάκχαρό του για να επιβεβαιώσει τα χαμηλά σάκχαρα και να ελαττώσει την βραδινή ινσουλίνη είτε την ινσουλίνη που κάνει με το νυκτερινό γεύμα, για να αποφύγει τη νυκτερινή υπογλυκαιμία.

 

Πώς προλαμβάνουμε την υπογλυκαιμία;

Άτομα που θεραπεύονται με ινσουλίνη ή με αντιδιαβητικά φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν υπογλυκαιμία, πρέπει να μετρούν συχνά το σάκχαρό τους, όταν έχει περάσει αρκετή ώρα χωρίς να λάβουν τροφή σύμφωνα με το πρόγραμμά τους ή έχουν παραλείψει ένα προγραμματισμένο γεύμα ή όταν έχουν ασκηθεί περισσότερο από το συνηθισμένο. Αν βρίσκουν χαμηλό σάκχαρο πρέπει να λαμβάνουν υδατάνθρακες. Ορισμένες τροφές μπορεί να χρειάζονται λιγότερη ινσουλίνη (αυτό συχνά αναφέρεται για την κατανάλωση ψαριών), οπότε αυτές πρέπει να συνοδεύονται από λήψη και υδατανθράκων ή να γίνεται μικρότερη δόση ινσουλίνης. Το ίδιο ισχύει για τα οινοπνευματώδη ποτά. Ακόμα πρέπει να γίνεται μέτρηση του σακχάρου όταν υπάρχουν ακραίες συνθήκες θερμοκρασίας (πολλή ζέστη – οπότε η ινσουλίνη δρα εντονότερα ή νωρίτερα- ή πολύ κρύο, οπότε μπορεί να υπάρχει έντονος μυϊκός τρόμος). Συνιστάται να γίνεται μέτρηση πριν από κάθε έντονη και μακρά σωματική άσκηση (όπως μπορεί να είναι ένας αθλητικός αγώνας)  ή πριν από μακρά οδήγηση (οπότε μπορεί να είναι δύσκολη η λήψη τροφής).

Άτομα που κάνουν ινσουλίνη και πάσχουν από γαστρεντερίτιδα και εμέτους, οπότε δεν μπορούν να λάβουν στερεά τροφή, πρέπει να λαμβάνουν υγρά με υδατάνθρακες. Αν δεν μπορούν ούτε υγρά ροφήματα να πιούν, πρέπει να νοσηλευθούν για τα λάβουν γλυκόζη από τη φλέβα.

Μερικές φορές άτομα που χρησιμοποιούν ινσουλίνη ταχείας δράσης και ινσουλίνη μακράς δράσης (για το γεύμα τους), από λάθος κάνουν πολλές μονάδες ινσουλίνης ταχείας δράσης αντί της ινσουλίνης μακράς δράσης. Η ινσουλίνη ταχείας δράσης έχει μικρό χρόνο δράσης (μερικές ώρες), αλλά μπορεί να προκαλέσει σοβαρή υπογλυκαιμία σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τότε συνιστάται η λήψη μεγαλύτερης ποσότητας υδατανθράκων σε μικρά χρονικά διαστήματα μέχρι να περάσει η δράση της ινσουλίνης αυτής, και συχνές μετρήσεις. Πάντως και πάλι ίσως είναι καλύτερα ο ασθενής να επισκεφθεί το νοσοκομείο μέχρι να περάσει το επικίνδυνο αυτό χρονικό διάστημα για το φόβο ενός υπογλυκαιμικού κώματος.

 

Πως αντιμετωπίζουμε την υπογλυκαιμία;

Σύσταση για άτομα που παθαίνουν ελαφρά υπογλυκαιμία και μπορούν να λάβουν τροφή:

  1. Παίρνουν 15 γραμμάρια γλυκόζης ή απλούς υδατάνθρακες από το στόμα
  2. Μετρούν και πάλι το σάκχαρό τους σε 15 λεπτά
  3. Αν η υπογλυκαιμία επιμένει, επαναλαμβάνουν τη λήψη 15 γραμμαρίων υδατανθράκων
  4. Όταν το σάκχαρο επιστρέψει στο φυσιολογικό, παίρνουν ένα μικρό σνακ αν το επόμενο προγραμματισμένο γεύμα μας απέχει περισσότερο από μια ή δύο ώρες.

 

Αν πρόκειται για βαριά υπογλυκαιμία και ο ασθενής βρίσκεται σε υπογλυκαιμικό κώμα, οπότε μπορεί να πνιγεί από τη χορήγηση τροφής ή υγρού με υδατάνθρακες, τότε κάποιος άλλος πρέπει να βοηθήσει το άτομο αυτό να συνέλθει. Γι’ αυτό πρέπει τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντος του πάσχοντος από διαβήτη να του χορηγήσουν γλυκαγόνη.

Η γλυκαγόνη είναι το αντίδοτο της υπογλυκαιμίας από ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά φάρμακα, και χορηγείται με ένεση (υποδόρια, όπως η ινσουλίνη). Η γλυκαγόνη αυξάνει το σάκχαρο στο αίμα, προκαλώντας κινητοποίηση γλυκόζης από τις αποθήκες του ήπατος (γλυκογόνο). Αν το άτομο που βρίσκεται σε υπογλυκαιμικό κώμα δεν συνέλθει σε λίγα λεπτά, η γλυκαγόνη μπορεί να επαναληφθεί μετά από 10 λεπτά. Η δράση της γλυκαγόνης είναι σύντομη και γι αυτό, όταν το άτομο που βρισκόταν σε υπογλυκαιμικό κώμα συνέλθει, πρέπει να λάβει υδατάνθρακες, αλλιώς μπορεί να χάσει και πάλι τις αισθήσεις του. Αν το υπογλυκαιμικό κώμα επιμένει, συνιστάται μεταφορά του ασθενούς στο νοσοκομείο για να χορηγηθεί γλυκόζη από τη φλέβα.

Όταν γίνεται εκπαίδευση στην ινσουλίνη, ή αν υπάρχει φόβος υπογλυκαιμιών, πρέπει να εκπαιδεύεται κάποιο άτομο του περιβάλλοντος του ασθενούς (σύντροφος ή συγκάτοικος) στη χρήση της γλυκαγόνης, η οποία διατηρείται στο ψυγείο.

 

Ποια ποσότητα τροφής περιέχει 15 γραμμάρια υδατανθράκων;

  • καραμέλες γλυκόζης (3 καραμέλες των 5 γραμμαρίων) ή ζελέ γλυκόζης
  • 2 κουταλιές (σούπας) σταφίδες
  • μια κουταλιά (σούπας) μέλι
  • ένα ποτήρι γάλα (220 γραμμάρια)
  • αναψυκτικό ή άλλο ρόφημα του εμπορίου που αναγράφει στη συσκευασία την ποσότητα των υδατανθράκων

 

Μπορεί κάποιος που πάσχει από διαβήτη να μην καταλαβαίνει την υπογλυκαιμία;

Υπογλυκαιμία χωρίς συμπτώματα ή ανεπίγνωστη υπογλυκαιμία χαρακτηρίζεται επεισόδιο με γλυκόζη αίματος μικρότερη ή ίση με 70 mg/dl χωρίς τα τυπικά συμπτώματα υπογλυκαιμίας (τουλάχιστον στην αρχή). Μπορεί να συμβεί σε άτομα με μακροχρόνιο διαβήτη, ιδίως σε άτομα με πολύ καλή ρύθμιση, τα οποία μπορεί να παθαίνουν συχνές νυκτερινές υπογλυκαιμίες χωρίς να τις καταλαβαίνουν. Το σώμα χάνει την ικανότητα να αναγνωρίζει χαμηλά σάκχαρα και να “ειδοποιεί” τον ασθενή να λάβει υδατάνθρακες για τη διόρθωσή τους. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, η πρώτη εκδήλωση υπογλυκαιμίας να εμφανίζεται όταν η γλυκόζη στο αίμα είναι πλέον πολύ χαμηλή, οπότε μπορεί να συμβεί απώλεια των αισθήσεων (υπογλυκαιμικό κώμα).

Η μη αντίληψη των υπογλυκαιμιών μπορεί να διορθωθεί όταν για ένα μικρό χρονικό διάστημα λίγων εβδομάδων ο ασθενής μειώσει τη δόση της ινσουλίνης και η ρύθμισή του γίνει λιγότερο αυστηρή.

Ουρολοιμώξεις

0

Οι ουρολοιμώξεις είναι από τις συχνότερες βακτηριακές λοιμώξεις των ενηλίκων και μπορεί να αφορούν το κατώτερο ή το ανώτερο ουροποιητικό σύστημα. Σε φυσιολογικές συνθήκες, τα βακτήρια που εισέρχονται στο ουροποιητικό σύστημα απομακρύνονται γρήγορα από τον οργανισμό πριν προκαλέσουν συμπτώματα. Ωστόσο, κάποιες φορές τα βακτήρια καταφέρνουν να ξεπεράσουν τη φυσική άμυνα του οργανισμού και να προκαλέσουν λοίμωξη. Η λοίμωξη της ουρήθρας λέγεται ουρηθρίτιδα ενώ η λοίμωξη της ουροδόχου κύστης λέγεται κυστίτιδα. Κάποιες φορές τα βακτήρια “ταξιδεύουν” μέχρι τους ουρητήρες για να πολλαπλασιαστούν και να προσβάλλουν τα νεφρά. Η λοίμωξη των νεφρών λέγεται πυελονεφρίτιδα και αποτελεί την πιο σοβαρή μορφή λοίμωξης του ουροποιητικού συστήματος.

Λοιμώξεις του Κατώτερου Ουροποιητικού

  • Κυστίτιδα
  • Ουρηθρικό σύνδρομο – οξεία ουρηθρίτιδα
  • Προστατίτιδα (οξεία/χρόνια)

Λοιμώξεις του Ανώτερου Ουροποιητικού

  • Πυελονεφρίτιδα με ή χωρίς νεφρικό/παρανεφρικό απόστημα

Ανάλογα με τη συνύπαρξη ή όχι λειτουργικών ή ανατομικών διαταραχών του ουροποιητικού συστήματος διακρίνονται σε επιπλεγμένες ή μη επιπλεγμένες.

Μη Επιπλεγμένες Λοιμώξεις του Ουροποιητικού Συστήματος

  • Κυστίτιδα και οξεία πυελονεφρίτιδα σε υγιείς, μη εγκύους γυναίκες προεμμηνοπαυσιακής ηλικίας

Επιπλεγμένες Λοιμώξεις του Ουροποιητικού Συστήματος

  • Άνδρες και παιδιά
  • Ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη
  • Κύηση
  • Ασθενείς με υποκείμενη αποφρακτική διαταραχή (νεφρολιθίαση, υπερτροφία του προστάτη)
  • Λοιμώξεις με διάρκεια συμπτωμάτων > 7ημέρες
  • Νοσοκομειακή λοίμωξη του ουροποιητικού
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Ανοσοκαταστολή
  • Λειτουργική ή ανατομική ανωμαλία και ύπαρξη ξένου σώματος (ουροκαθετήρα, stent ή νεφροστομίας),
  • Ασθενείς με νευρολογικές διαταραχές και νευρογενή κύστη

Τι προκαλεί τις ουρολοιμώξεις;

Η μεγάλη πλειονότητα των ουρολοιμώξεων και στα δύο φύλα είναι αποτέλεσμα της αυξήσεως του αριθμού των μικροβίων που αποικίζουν το έξω στόμιο της ουρήθρας και της εγκατάστασής τους στην ουροδόχο κύστη. Συνήθως οφείλονται σε βακτήρια που ζουν στο έντερο. Συγκεκριμένα το βακτήριο Escherichia Coli (E. Coli) είναι υπεύθυνο για τη συντριπτική πλειοψηφία των ουρολοιμώξεων (80%). Οι υπόλοιπες περιπτώσεις οφείλονται σε άλλους μικροοργανισμούς όπως είναι ο σαπροφυτικός σταφυλόκοκκος (Staphylococcus saprophyticus), o πρωτέας (Proteus mirabilis),η κλεμπσιέλλα (Klebsiella ssp) και ο εντερόκοκκος. Στις επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις συχνά εμπλέκονται και άλλα πιο σπάνια και πιο επιθετικά παθογόνα. Μικρόβια όπως τα χλαμύδια και το μυκόπλασμα μπορούν να προσβάλλουν την ουρήθρα και το αναπαραγωγικό σύστημα αλλά όχι την ουροδόχο κύστη. Οι λοιμώξεις από χλαμύδια και μυκόπλασμα μεταδίδονται κυρίως με την σεξουαλική επαφή.

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο από τις ουρολοιμώξεις;

Παρά το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί να πάθει ουρολοίμωξη, κάποιοι άνθρωποι είναι πιο επιρρεπείς στις λοιμώξεις από άλλους.

Η συχνότητα εμφάνισης των ουρολοιμώξεων είναι μεγαλύτερη στις γυναίκες. Οι περισσότερες γυναίκες παθαίνουν τουλάχιστον μία ουρολοίμωξη κατά τη διάρκεια της ζωής τους με ένα ποσοστό 20% να παθαίνει παραπάνω από μία. Αυτό συμβαίνει συχνότερα σε έγκυες, σεξουαλικά ενεργές γυναίκες ή γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση.

Αυτό οφείλεται κυρίως σε ανατομικούς λόγους. Το μικρό μήκος της γυναικείας ουρήθρας, σε σχέση με το μεγάλο μήκος της ανδρικής, αποτελεί μικρό εμπόδιο για τα μικρόβια και η υπερπήδηση του είναι σχετικά εύκολη. Η σεξουαλική πράξη επίσης αποτελεί έναν ισχυρό και ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου , επιτρέποντας με μηχανικό τρόπο την ευκολότερη άνοδο των μικροβίων της ουρήθρας στην κύστη και την πρόκληση ουρολοίμωξης (sex induced cystitis).

Επιπλέον έχει βρεθεί ότι κάποιες μέθοδοι αντισύλληψης , αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης ουρολοιμώξεων.

Σε αυτές ανήκουν ορισμένα σπερματοκτόνα πού μπορεί να ερεθίσουν το δέρμα, αυξάνοντας τον κίνδυνο εισβολής βακτηριδίων στους περιβάλλοντες ιστούς όπως και η χρήση διαφράγματος πού μπορεί να επιβραδύνει τη ροή των ούρων και να επιτρέψει στα βακτήρια να πολλαπλασιαστούν. Η χρήση προφυλακτικών, τέλος, συνδέεται επίσης με αυξημένο κίνδυνο ουρολοιμώξεων, πιθανότατα λόγω τραυματισμών που εμφανίζονται στον κόλπο κατά την σεξουαλική πράξη. Έτσι λοιπόν συνδυασμός σπερματοκτόνων, διαφράγματος και προφυλακτικού αυξάνει ακόμα περισσότερο τον κίνδυνο ουρολοίμωξης.

Ασθενείς με κακώσεις του νωτιαίου μυελού ή βλάβη των νεύρων γύρω από την ουροδόχο κύστη παρουσιάζουν δυσκολία κένωσης της κύστης κατά την ούρηση, με αποτέλεσμα τα ούρα που παραμένουν στην κύστη να είναι πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη βακτηρίων.

Οποιαδήποτε πάθηση του ουροποιητικού συστήματος που εμποδίζει τη ροή των ούρων (για παράδειγμα μία πέτρα στα νεφρά ή υπερπλασία του προστάτη) αυξάνει την πιθανότητα ουρολοιμώξεων.

Άτομα με διαβήτη ή με προβλήματα του ανοσοποιητικού συστήματος έχουν αυξημένο κίνδυνο για ουρολοιμώξεις.

Μία άλλη αρκετά κοινή πηγή λοίμωξης είναι οι καθετήρες που τοποθετούνται στην ουρήθρα και την ουροδόχο κύστη. Οι καθετήρες μειώνουν την ικανότητα του σώματος να καθαρίσει τα μικρόβια από το ουροποιητικό σύστημα. Τα βακτήρια ταξιδεύουν μέσω του καθετήρα και φτάνουν στο εσωτερικό της ουροδόχου κύστης όπου μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Κάποιος που δεν μπορεί να ουρήσει φυσιολογικά, είναι σε κώμα ή βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση συχνά χρειάζεται καθετήρα για αρκετές ημέρες. Καλό είναι η χρήση ουροκαθετήρων να γίνεται μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο με σκοπό να μειωθεί ο κίνδυνος κάποιας ουρολοίμωξης.

Ποια είναι τα συμπτώματα της ουρολοίμωξης;

Οι λοιμώξεις της ουροδόχου κύστης (κυστίτιδες) ή της ουρήθρας που είναι γνωστές και ως λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού και συνήθως προκαλούν:

  • Πόνο ή δυσφορία στην ούρηση
  • Συχνοουρία
  • Αίσθημα ατελούς κένωσης της κύστης
  • Άλγος χαμηλά στην κοιλία
  • Θολά, δύσοσμα ή/και αιματηρά ούρα
  • Γενικό αίσθημα αδιαθεσίας και κόπωσης

Οι λοιμώξεις των νεφρών ή των ουρητήρων είναι γνωστές και ως λοιμώξεις του ανώτερου ουροποιητικού και συνήθως είναι υπεύθυνες για τα όλα τα παραπάνω συμπτώματα καθώς και:

  • Υψηλό πυρετό με ρίγος
  • Πόνος στα πλευρά ή στην οσφύ
  • Ναυτία ή εμέτους
  • Σύγχυση
  • Κεφαλαλγία

Οι λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού είναι συχνές και συνήθως ακίνδυνες. Αντιθέτως στις λοιμώξεις του ανώτερου ουροποιητικού η βαρύτητα της κλινικής εικόνας ποικίλλει, από πολύ σοβαρή που μπορεί να καταλήξει σε σηπτικό σοκ, έως πολύ ελαφρά που μόλις γίνεται αντιληπτή από τον ασθενή. Μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών εμφανίζουν άτομα με ανοσολογικό έλλειμμα και χρόνια υποκείμενα νοσήματα.

Πότε πρέπει να απευθυνθείτε σε ιατρό;

Αν έχετε κάποιο από τα προαναφερθέντα συμπτώματα ουρολοίμωξης , πρέπει να επισκεφθείτε το γιατρό σας. Ειδικά αν τα συμπτώματα σας παραπέμπουν σε λοίμωξη του ανώτερου ουροποιητικού συστήματος η άμεση ιατρική εξέταση είναι επιβεβλημένη. Η βαρύτητα της νόσου είναι εκείνη που θα κρίνει την εισαγωγή σας στο Νοσοκομείο καθώς και το είδος της θεραπευτικής αγωγής που θα πρέπει να λάβετε.

Πώς γίνεται η διάγνωση των ουρολοιμώξεων;

Για την διάγνωση της ουρολοίμωξης αφού προηγηθεί η λήψη ενός εκτενούς ιατρικού ιστορικού και μια ενδελεχής κλινική εξέταση από τον θεράποντα ιατρό σας, απαιτείται στη συνέχεια μία εξέταση ούρων για να ανιχνευθεί η παρουσία βακτηρίων ή λευκών αιμοσφαιρίων σε αυτά. Για να δώσετε ένα “καθαρό” δείγμα ούρων απαιτείται προσεκτικός καθαρισμός των έξω γεννητικών οργάνων και στη συνέχεια η λήψη δείγματος στο μέσο περίπου της ούρησης σε ένα αποστειρωμένο δοχείο. Αυτό γίνεται με σκοπό να αποτραπεί η επιμόλυνση του δείγματος από βακτήρια της περιοχής των γεννητικών οργάνων. Στη συνέχεια το δείγμα αποστέλλεται στο εργαστήριο για καλλιέργεια. Για να γίνει η καλλιέργεια, μέρος του δείγματος ούρων τοποθετείται σε δοκιμαστικό σωλήνα ή σε επιφάνεια που ευνοεί την ανάπτυξη των βακτηρίων. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να ταυτοποιήσουμε τα βακτήρια. Η καλλιέργεια διαρκεί 1-3 ημέρες. Τέλος, μπορεί να χρειαστεί ένα ακόμα τεστ που λέγεται αντιβιόγραμμα και εξετάζει την ευαισθησία των βακτηρίων σε διάφορα αντιβιοτικά με σκοπό να προσδιοριστεί το ιδανικό αντιβιοτικό για την θεραπεία σας.

Χρειάζεται να υποβληθώ σε κάποια άλλη διαγνωστική εξέταση;

Αν πάσχετε από υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις που δεν σχετίζονται με τη σεξουαλική επαφή ή έχετε συμπτωματολογία που αφορά το ανώτερο ουροποιητικό, πρέπει να γίνεται πλήρης έλεγχος της ανατομικής ακεραιότητας του ουροποιητικού συστήματος. Αυτός καθορίζεται από τον γιατρό σας και μπορεί να περιλαμβάνει :

  • Υπέρηχο νεφρών και ουροδόχου κύστης
  • Ενδοφλέβια πυελογραφία που θα συνοδεύεται από απεκκριτική κυστεογραφία προ και μετά ούρησης
  • Σπινθηρογράφημα DMSA
  • Αξονική Τομογραφία
  • Ουροδυναμικό έλεγχο
  • Κυστεοσκόπηση

Θεραπεία των ουρολοιμώξεων

Οι περισσότερες ουρολοιμώξεις προκαλούνται από βακτήρια και επομένως θεραπεύονται με τη χρήση αντιβιοτικών. Ωστόσο, συνεχώς αναπτύσσονται νέα στελέχη βακτηρίων που πολλές φορές είναι ανθεκτικά στα ευρέως χρησιμοποιούμενα αντιβιοτικά. Κάθε φορά που λαμβάνουμε αντιβιοτικά , τα βακτήρια που ζουν φυσιολογικά στο σώμα μας (όπως αυτά που βρίσκονται στο έντερο) μπορεί να αναπτύξουν μηχανισμούς αντοχής σε αυτά τα. Αυτό είναι ένα ολοένα αυξανόμενο πρόβλημα που δημιουργεί συχνά προβλήματα στη θεραπευτική αντιμετώπιση των ουρολοιμώξεων.

Μερικές φορές συμπτώματα ουρολοίμωξης μπορεί να προκληθούν από άλλες ασθένειες όπως για παράδειγμα από κάποια σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.

Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχουν βακτήρια στα ούρα χωρίς όμως να προκαλούν λοίμωξη (η κατάσταση αυτή είναι γνωστή ως ασυμπτωματική βακτηριουρία). Αν τα συμπτώματά σας προκαλούνται από κάποια άλλη νόσο τότε θα χρειαστείτε διαφορετική θεραπεία. Οι περισσότερες νεαρές γυναίκες που πάσχουν από μη επιπλεγμένη ουρολοίμωξη του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος θεραπεύονται με τη χορήγηση βραχυχρόνιας αντιβιοτικής αγωγής διάρκειας 3 ημερών. Τα εφάπαξ χορηγούμενα σχήματα είναι λιγότερο αποτελεσματικά και δεν συνιστώνται πλέον. Τα θεραπευτικά σχήματα μεγαλύτερης διάρκειας, έχουν περισσότερες παρενέργειες, αυξάνουν την πιθανότητα ανάπτυξης αντοχής ενώ δεν υπερτερούν σε αποτελεσματικότητα. Μετά τη θεραπεία μια εξέταση ούρων μας βοηθά να επιβεβαιώσουμε ότι η λοίμωξη έχει παρέλθει. Το να ακολουθήσετε όλη τη θεραπεία που σας έχει συνταγογραφήσει ο γιατρός σας είναι εξαιρετικά σημαντικό γιατί πολλές φορές η λοίμωξη δεν έχει θεραπευτεί τελείως όταν εξαφανίζονται τα συμπτώματά της.

Οι ασθενείς με σοβαρές λοιμώξεις των νεφρών ίσως χρειαστεί να εισαχθούν σε νοσοκομείο μέχρι να μπορούν να πάρουν τα φάρμακα και υγρά που χρειάζονται από μόνοι τους. Οι λοιμώξεις των νεφρών μπορεί να χρειάζονται εβδομάδες αντιβιοτικής θεραπείας. Σε ενήλικες σπάνια προκαλούν σοβαρή νεφρική βλάβη ή νεφρική ανεπάρεκεια εκτός αν έχουν παραμείνει χωρίς θεραπεία για μεγάλο χρόνικο διάστημα ή συνυπάρχουν με απόφραξη του ουροποιητικού συστήματος.

Οι λοιμώξεις της ουροδόχου κύστης συχνά θεραπεύονται αυτόματα, αλλά η αντιβιοτική θεραπεία μειώνει σημαντικά τη διάρκεια των συμπτωμάτων. Οι ασθενείς συνήθως παρουσιάζουν βελτίωση μέσα σε 1 ή 2 ημέρες θεραπείας. Τα συμπτώματα των λοιμώξεων των νεφρών και του προστάτη διαρκούν περισσότερο. Το να πίνετε πολλά υγρά και να ουρείτε συχνά συμβάλλει δραστικά στην γρήγορη ανάρρωση.

Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις

Πολλές γυναίκες πάσχουν από υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεως. Ένα ποσοστό 20% των γυναικών μετά την πρώτη ουρολοίμωξη, θα εμφανίσει ένα δεύτερο επεισόδιο ουρολοίμωξης στο μέλλον. Με κάθε ουρολοίμωξη ο κίνδυνος επανεμφάνισης αυξάνεται.

Προδιαθεσικοί παράγοντες για υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις

  • σεξουαλική δραστηριότητα
  • χρήση διαφράγματος με σπερμοκτόνα ή χρήση σπερμοκτόνων ως μέσου αντισύλληψης
  • εμφάνιση πρώτου επεισοδίου ουρολοίμωξης προ της ηλικίας των 15 ετών
  • η παρουσία μητέρας με ιστορικό ουρολοιμώξεων
  • επανειλημμένη χρήση αντιβιοτικών
  • η αλλαγή του pH του κόλπου στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, ακράτεια, κυστεοκήλη

Σε γυναίκες με υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις (>3 εντός του 6μήνου) ο ιατρός μπορεί να προτείνει:

  • Τη χορήγηση προφυλακτικής αντιμικροβιακής αγωγής που συνίσταται σε χαμηλές δόσεις αντιβιοτικού ημερησίως για 6 μήνες ή περισσότερο. Η επιλογή του αντιβιοτικού γίνεται πάντοτε με βάση την καλλιέργεια ούρων και το αντιβιόγραμμα. Αν το φάρμακο λαμβάνεται πριν από την κατάκλιση, παραμένει στην κύστη περισσότερο και επομένως έχει καλύτερα αποτελέσματα. Έρευνες έχουν αποδείξει ότι αυτή η θεραπευτική προσέγγιση πολλές φορές δίνει λύση στο πρόβλημα χωρίς να προκαλεί παρενέργειες.
  • Στις υποτροπιάζουσες κυστίτιδες που έχουν σχέση με τη σεξουαλική επαφή προτείνεται η χορήγηση προφυλακτικής αντιμικροβιακής αγωγής με μία δόση αντιβιοτικού αμέσως μετά από κάθε επαφή.

Ουρολοιμώξεις κατά τη διάρκεια της κύησης

Οι έγκυες γυναίκες δεν εμφανίζουν ουρολοιμώξεις συχνότερα από τις υπόλοιπες γυναίκες. Ωστόσο, όταν μία έγκυος γυναίκα νοσήσει από ουρολοίμωξη έχει αυξημένες πιθανότητες η νόσος να επεκταθεί στο ανώτερο ουροποιητικό σύστημα και να δημιουργήσει επιπλοκές. Έρευνες έχουν δείξει ότι ένα 4-5% των εγκύων γυναικών θα εμφανίσουν ουρολοίμωξη ενώ η επίπτωση της ασυμπτωματικής βακτηριουρίας είναι μεγαλύτερη και αφορά το 2,3% έως 17% των κυήσεων. Η τελευταία εμφανίζεται δε συχνότερα στο δεύτερο τρίμηνο της κύησης. Εικάζεται ότι οι ορμονικές και λειτουργικές αλλαγές που συμβαίνουν στο γυναικείο σώμα κατά την εγκυμοσύνη, καθιστούν ευκολότερη τη δίοδο των βακτηριδίων μέσα στο ουροποιητικό σύστημα. Ο καταλληλότερος χρόνος για τον τακτικό έλεγχο της ασυμπτωματικής μικροβιουρίας είναι κοντά στη 16η εβδομάδα της κύησης. Επί διαπιστώσεως ασυμπτωματικής βακτηριουρίας είναι υποχρεωτική η χορήγηση θεραπευτικής αγωγής, διότι η παρουσία μικροβίου στα ούρα εγκυμονεί κινδύνους τόσο για τη μητέρα όσο και για το βρέφος. Κάποια αντιβιοτικά δεν είναι δυνατό να χορηγηθούν κατά τη διάρκεια μίας εγκυμοσύνης. Για την επιλογή του καταλληλότερου θεραπευτικού σχήματος, επομένως, ο ιατρός θα συνεκτιμήσει διάφορους παράγοντες όπως την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, το στάδιο της εγκυμοσύνης, την υγεία της εγκύου καθώς και πιθανές επιπτώσεις στο έμβρυο. Η διάρκεια της θεραπείας συνήθως είναι 7 ημέρες και μετά το πέρας της, όπως και μηνιαίως στη συνέχεια, συνιστάται επανέλεγχος με καλλιέργεια.

Ουρολοιμώξεις στους άνδρες

Οι λοιμώξεις σε άρρενες είναι συνήθως επιπλεγμένες και εμφανίζονται σε αντίθεση με τις γυναίκες στις μεγαλύτερες ηλικίες. Είναι δυνατόν να εκδηλωθούν ως οξεία πυελονεφρίτιδα, οξεία ή χρόνια προστατίτιδα και ορχεοεπιδιδυμίτιδα. Οφείλονται συχνότερα στην ύπαρξη αποφράξεως σε οποιοδήποτε σημείο του ουροποιητικού και από οποιαδήποτε αιτία. Χαρακτηριστικά παράδειγματα αποτελούν η λιθίαση του ουροποιητικού συστήματος, η υπερτροφία του προστάτη, τα στενώματα της ουρήθρας ή η ύπαρξη ενός μονίμου ουροκαθετήρα. Το πρώτο βήμα στη θεραπεία μιας τέτοιας λοίμωξης είναι η άρση της απόφραξης που συχνά απαιτεί τη διενέργεια μιας επεμβατικής ή χειρουργικής πράξης. Το δεύτερο βήμα είναι ο προσδιορισμός του υπεύθυνου μικροβιακού παράγοντα και η άμεση έναρξη ενδοφλέβιας αντιμικροβιακής αγωγής.

Οι λοιμώξεις του προστάτη –οξείες και χρόνιες βακτηριακές προστατίτιδες – είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν καθώς τα αντιβιοτικά δεν μπορούν να διεισδύσουν εύκολα στον προστατικό ιστό. Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς με βακτηριακή προστατίτιδα συχνά χρειάζονται μακροχρόνια θεραπεία με ένα προσεκτικά επιλεγμένο αντιβιοτικό.

Πώς μπορώ να μειώσω τον κίνδυνο επανεμφάνισης μιας ουρολοίμωξης;

Μπορείτε να αποφύγετε την επανεμφάνιση μιας ουρολοίμωξης ακολουθώντας τα παρακάτω απλά βήματα:

  • Αδειάστε την ουροδόχο κύστη σας συχνά, όχι βιαστικά και σιγουρευτείτε ότι δεν υπάρχει υπόλειμμα ούρων μετά το πέρας της ούρησης
  • Σκουπιστείτε με φορά από μπροστά προς τα πίσω
  • Πίνετε πολύ νερό
  • Προτιμάτε τα ντους από τις μπανιέρες για να κάνετε μπάνιο
  • Αποφύγετε τα σπρέι υγιεινής για γυναίκες και τα αρωματικά προϊόντα μπάνιου γιατί μπορεί να αυξήσουν τον ερεθισμό της προγεννητικής περιοχής
  • Καλή υγιεινή της περιοχής των γεννητικών οργάνων πριν από τη σεξουαλική επαφή
  • Μετά τη σεξουαλική επαφή, ουρήστε, για να ξεπλύνετε τα βακτήρια που μπορεί να έχουν εισέλθει στην ουρήθρα σας
  • Μην χρησιμοποιείτε διάφραγμα, προφυλακτικό χωρίς λιπαντικό ή σπερματοκτόνο γέλη σαν μέθοδο αντισύλληψης. Τα διαφράγματα μπορεί να αυξήσουν την ανάπτυξη βακτηρίων, ενώ τα προφυλακτικά και τα σπερματοκτόνα μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμούς. Όλα αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης συμπτωμάτων ουρολοίμωξης
  • Κρατήστε την περιοχή των γεννητικών οργάνων σας στεγνή φορώντας βαμβακερά εσώρουχα και φαρδιά ρούχα. Αποφεύγετε τα στενά τζιν και τα νάιλον εσώρουχα – παγιδεύουν την υγρασία και δημιουργούν ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη βακτηρίων.

Φαινόμενο Raynaud

Το φαινόμενο Raynaud είναι μία σπάνια διαταραχή των αρτηριών. Οι αρτηρίες είναι αγγεία που μεταφέρουν το αίμα από την καρδιά στα διάφορα όργανα του σώματος. Το φαινόμενο Raynaud λέγεται επίσης και νόσος Raynaud ή σύνδρομο Raynaud. Η νόσος χαρακτηρίζεται από βραχέα επεισόδια αγγειόσπασμου (στένωση των αιμοφόρων αγγείων). Ο αγγειόσπασμος των αρτηριών μειώνει τη ροή του αίματος στα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών. Στους περισσότερους ασθενείς η νόσος επηρεάζει τα δάκτυλα του χεριού, ενώ σε ένα 40% επηρεάζονται τα δάκτυλα των ποδιών. Σπανιότερα, η διαταραχή μπορεί να επηρεάσει τη μύτη, τα αυτιά, τις θηλές και τα χείλη.

Γενικά στοιχεία

Υπάρχουν δύο τύποι του φαινομένου Raynaud – το πρωτοπαθές και το δευτεροπαθές.

Για το πρωτοπαθές Raynaud (γνωστό και σαν νόσος Raynaud), τα αίτια είναι άγνωστα. Το πρωτοπαθές Raynaud είναι πιο κοινό και πιο ήπιο σε σχέση με το δευτεροπαθές Raynaud.

Το δευτεροπαθές Raynaud προκαλείται από μία υποκείμενη νόσο, κατάσταση ή από κάποιο άλλο παράγοντα. Το δευτεροπαθές Raynaud συχνά λέγεται και φαινόμενο Raynaud.

Αν έχετε πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο Raynaud, οι χαμηλές θερμοκρασίες ή το στρες μπορεί να προκαλέσουν μία «επίθεση Raynaud». Κατά τη διάρκεια αυτής της επίθεσης, λίγο έως και καθόλου αίμα ρέει στις πληγείσες περιοχές του σώματος. Σαν αποτέλεσμα, το δέρμα μπορεί να πάρει μία λευκή ή μπλε χρώση για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Καθώς η ροή του αίματος επιστρέφει, η πληγείσα περιοχή μπορεί να γίνει ερυθρή και να παρουσιαστεί κνησμός, καύσος ή μούδιασμα. Σε αμφότερους τους τύπους του Raynaud, ακόμα και μία ήπια ή σύντομη μεταβολή στη θερμοκρασία μπορεί να προκαλέσει μία επίθεση Raynaud. Για παράδειγμα, η έκθεση σε θερμοκρασίες ακόμα και κάτω των 15 °C μπορεί να προκαλέσει το μπλε χρώμα στα δάκτυλα.

Οι περισσότεροι ασθενείς με Raynaud δεν παρουσιάζουν μόνιμες ιστικές βλάβες ή αναπηρία. Ωστόσο, οι ασθενείς που πάσχουν από τη σοβαρή μορφή του Raynaud μπορεί να παρουσιάσουν δερματικά έλκη ή γάγγραινα εξ’ αιτίας παρατεταμένων ή επαναλαμβανόμενων επιθέσεων της νόσου.

Πρόγνωση

Για τους περισσότερους ασθενείς που πάσχουν από πρωτοπαθές Raynaud, η διαταραχή αποτελεί μάλλον μία ενόχληση παρά μία σοβαρή ασθένεια. Η νόσος μπορεί εύκολα να περιοριστεί με μικροαλλαγές στην καθημερινότητα του ασθενή.

Η διαχείριση της δευτεροπαθούς Raynaud, αντιθέτως, είναι αρκετά δυσκολότερη. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές θεραπείες που σκοπό έχουν την πρόληψη ή ανακούφιση από τα συμπτώματα. Η δευτεροπαθής Raynaud χρειάζεται αρχικά την αναζήτηση και αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου που είναι υπεύθυνη για την εμφάνισή της.

Συνεχώς αναζητούνται καλύτεροι τρόποι διάγνωσης και θεραπείας του φαινομένου Raynaud.

Αίτια του δευτεροπαθούς Raynaud

Αρκετοί παράγοντες μπορεί να ευθύνονται για την εμφάνιση του δευτεροπαθούς Raynaud. Για παράδειγμα:

  • Νόσοι και παθήσεις που προκαλούν βλάβες στις αρτηρίες ή στα νεύρα που ελέγχουν τις αρτηρίες στα χέρια και στα πόδια.
  • Επαναλαμβανόμενες κινήσεις που προκαλούν βλάβες στα νεύρα που συνοδεύουν τις αρτηρίες στα χέρια και τα πόδια
  • Τραυματισμοί στα χέρια και στα πόδια
  • Έκθεση σε ορισμένα χημικά
  • Φάρμακα που προκαλούν στένωση των αρτηριών ή επηρεάζουν την αρτηριακή πίεση
Νόσοι και παθήσεις

Το δευτεροπαθές Raynaud συνδέεται με νόσους και παθήσεις που προκαλούν βλάβες στις αρτηρίες. Η νόσος συνδέεται επίσης με παθήσεις που προκαλούν βλάβες στα νεύρα που ελέγχουν τις αρτηρίες των χεριών και των ποδιών.

Για παράδειγμα το φαινόμενο Raynaud εμφανίζεται σε αρκετούς ασθενείς που πάσχουν από σκληρόδερμα καθώς και σε πολλούς ασθενείς με Λύκο.

Άλλα παραδείγματα παθήσεων που μπορεί να ευθύνονται για την εμφάνιση φαινομένου Raynaud περιλαμβάνουν:

  • Ρευματοειδή Αρθρίτιδα
  • Αθηροσκλήρωση
  • Αιματολογικές διαταραχές (κρυοσφαιριναιμία και πολυκυτταραιμία)
  • Σύνδρομο του Sjögren, δερματομυοσίτιδα και πολυμυοσίτιδα
  • Νόσος του Buerger
  • Διαταραχές του θυρεοειδούς
  • Πνευμονική Υπέρταση
Επαναλαμβανόμενες κινήσεις

Οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις που προκαλούν βλάβες στις αρτηρίες των χεριών και των ποδιών ή στα νεύρα που τις νευρώνουν, μπορεί να οδηγήσουν σε εμφάνιση φαινομένου Raynaud.

Διάφορες ενέργειες όπως η δακτυλογράφηση, το πιάνο, ή η χρήση εργαλείων όπως το κομπρεσέρ και το τρυπάνι μπορεί να οδηγήσουν σε δευτερογενές Raynaud.

Χημικές Ουσίες

Η έκθεση σε διάφορες ουσίες στον εργασιακό χώρο μπορεί να προκαλέσει μία ασθένεια που ομοιάζει σκληρόδερμα – μία νόσο που συνδέεται με την εμφάνιση φαινομένου Raynaud. Ένα παράδειγμα τέτοιας χημικής ουσίας είναι το βινυλοχλωρίδιο, το οποίο χρησιμοποιείται στη βιομηχανία των πλαστικών.

Η νικοτίνη των τσιγάρων είναι μία άλλη ουσία που έχει ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση φαινομένου Raynaud.

Φάρμακα

Ορισμένα φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν δευτερογενές Raynaud, μεταξύ των οποίων:

  • Φάρμακα για την ημικρανία και τον πονοκέφαλο που περιέχουν εργοταμίνη. Η ουσία αυτή προκαλεί στένωση των αρτηριών.
  • Ορισμένα φάρμακα για τον καρκίνο, όπως η σισπλατίνη και η βινβλαστίνη
  • Κάποια αντιαλλεργικά και αντιγριπικά φάρμακα καθώς και κάποια συμπληρώματα διατροφής
  • Β-αναστολείς. Τα φάρμακα αυτά επιβραδύνουν τον καρδιακό παλμό για να μειώσουν την αρτηριακή πίεση
  • Αντισυλληπτικά χάπια. Αυτά τα φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν τη ροή του αίματος.

Ποιοι μπορεί να εμφανίσουν φαινόμενο Raynaud;

Οι παράγοντες κινδύνου διαφέρουν μεταξύ του πρωτοπαθούς και του δευτεροπαθούς Raynaud.

Οι παράγοντες κινδύνου για το πρωτοπαθές Raynaud περιλαμβάνουν:

  • Φύλο. Οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν πρωτοπαθές Raynaud σε σχέση με τους άνδρες.
  • Ηλικία. Το πρωτοπαθές Raynaud εμφανίζεται συνήθως πριν την ηλικία των 30 ετών.
  • Οικογενειακό ιστορικό. Το πρωτοπαθές Raynaud μπορεί να εμφανιστεί σε μέλη της ίδιας οικογένειας.
  • Ψυχρό κλίμα. Οι χαμηλές θερμοκρασίες μπορεί να προκαλέσουν «επιθέσεις Raynaud»

Οι παράγοντες κινδύνου για το δευτεροπαθές Raynaud περιλαμβάνουν:

  • Ηλικία. Το δευτεροπαθές Raynaud συνήθως εμφανίζεται μετά την ηλικία των 30 ετών.
  • Ορισμένες ασθένειες/παθήσεις. Ασθένειες που προκαλούν βλάβες στις αρτηρίες των χεριών και των ποδιών ή στα νεύρα που τις νευρώνουν μπορεί να ευθύνονται για τη δευτεροπαθή Raynaud.
  • Τραυματισμοί στα χέρια και στα πόδια
  • Έκθεση σε κάποια χημικά στον εργασιακό χώρο, όπως το χλωριούχο βινύλιο (χρησιμοποιείται στη βιομηχανία των πλαστικών)
  • Επαναλαμβανόμενες κινήσεις των χεριών, όπως η δακτυλογράφηση ή η χρήση εργαλείων όπως το κομπρεσέρ
  • Ορισμένα φάρμακα, όπως τα φάρμακα για την ημικρανία, τον καρκίνο, την αλλεργία ή την αρτηριακή πίεση
  • Κάπνισμα
  • Ψυχρό κλίμα

Σημεία και συμπτώματα του φαινομένου Raynaud

Οι ασθενείς με πρωτοπαθές Raynaud (Νόσο Raynaud) ή δευτεροπαθές Raynaud (φαινόμενο Raynaud) μπορεί να παρουσιάσουν επιθέσεις Raynaud εξ’ αιτίας χαμηλών θερμοκρασιών ή έντονου στρες.

Οι επιθέσεις Raynaud επηρεάζουν συνήθως τα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών και σπανιότερα τη μύτη, τα αυτιά, τις θηλές ή τα χείλη.

Κατά τη διάρκεια μίας επίθεσης Raynaud, οι αρτηρίες στενεύουν πολύ για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Σαν αποτέλεσμα, λίγο ή καθόλου αίμα ρέει στις πληγείσες περιοχές του σώματος. Αυτό μπορεί να προκαλέσει:

  • Ωχρό ή λευκό και στη συνέχεια μπλε χρώμα στις πληγείσες περιοχές
  • Αίσθημα μουδιάσματος, κρύου ή πόνου
  • Ερυθρότητα, κνησμό και καύσο όταν η ροή του αίματος επιστρέφει στις πληγείσες περιοχές

Οι επιθέσεις Raynaud μπορεί να διαρκέσουν λιγότερο από ένα λεπτό ή αρκετές ώρες. Μπορεί να συμβαίνουν κάθε μία ή περισσότερες μέρες. Συνήθως ξεκινούν από ένα δάκτυλο και επεκτείνονται στα υπόλοιπα δάκτυλα του χεριού ή του ποδιού που προσβάλλεται.

Το σοβαρό δευτεροπαθές Raynaud μπορεί να προκαλέσει δερματικά έλκη ή γάγγραινα. Ευτυχώς το σοβαρό Raynaud είναι εξαιρετικά σπάνιο.

Διάγνωση του φαινομένου Raynaud

Ο γιατρός θα διαγνώσει το πρωτοπαθές Raynaud (νόσος Raynaud) ή το δευτεροπαθές Raynaud (φαινόμενο Raynaud) σύμφωνα με το ιατρικό ιστορικό, τη φυσική εξέταση και τις εργαστηριακές εξετάσεις του ασθενούς.

Ειδικότητες που εμπλέκονται

Ο παθολόγος θα θέσει συνήθως τη διάγνωση του φαινομένου Raynaud.

Αν πάσχετε από τη διαταραχή ίσως κριθεί σκόπιμο να επισκεφθείτε επίσης ένα ρευματολόγο. Ο ρευματολόγος είναι ένας γιατρός που ειδικεύεται στη θεραπεία νόσων των αρθρώσεων, των οστών και την μυών.

Οι ρευματολόγοι διαγιγνώσκουν και θεραπεύουν επίσης αρκετές νόσων που σχετίζονται με το δευτεροπαθές Raynaud όπως το σκληρόδερμα και ο Λύκος.

Ιατρικό ιστορικό

Ο γιατρός σας μπορεί να σας ρωτήσει σχετικά με τους παράγοντες κινδύνου για το φαινόμενο Raynaud. Μπορεί να σας ρωτήσει επίσης τι συμπτωματολογία εμφανίζετε όταν εκτεθείτε στο κρύο ή σε έντονο στρες.

Για παράδειγμα, ο γιατρός μπορεί να σας ρωτήσει αν τα δάχτυλα των χεριών ή των ποδιών σας:

  • Παρουσιάζουν μούδιασμα ή πόνο όταν εκτεθούν σε χαμηλές θερμοκρασίες
  • Αποκτούν λευκή ή μπλε χρώση όταν εκτεθούν σε χαμηλές θερμοκρασίες
Φυσική εξέταση

Ο γιατρός εξετάζει τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών για να διαπιστώσει την υγεία του δέρματος και των ονύχων και τη ροή του αίματος σε αυτά. Ο γιατρός μπορεί επίσης να κάνει πλήρη φυσική εξέταση για να αναζητήσει κλινικές εκδηλώσεις άλλων ασθενειών που συνδέονται με το δευτεροπαθές Raynaud.

Διαγνωστικές εξετάσεις

Μία σειρά διαγνωστικών εξετάσεων μπορεί να χρειαστούν για τη διάγνωση του φαινομένου Raynaud:

  • Cold Stimulation Test: Η δοκιμασία αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προκαλέσει τα συμπτώματα του Raynaud. Τα δάκτυλα του ασθενή συνδέονται με μία συσκευή που μετρά τη θερμοκρασία και στη συνέχεια εκτίθενται σε έντονο κρύο (συνήθως παγωμένο νερό). Στη συνέχεια απομακρύνονται από το νερό και ο γιατρός υπολογίζει πόσο γρήγορα τα δάκτυλα επιστρέφουν στη φυσιολογική τους θερμοκρασία. Αν έχετε φαινόμενο Raynaud μπορεί να χρειαστεί πάνω από 20 λεπτά για να επανέλθουν. Επειδή τα αποτελέσματα αυτής της εξέτασης δεν είναι πάντα ακριβή, μπορεί να χρειαστούν και άλλες εξετάσεις προκειμένου να τεθεί η διάγνωση.
  • Nailfold Capillaroscopy: Στη δοκιμασία αυτή ο γιατρός βάζει μία σταγόνα λάδι στη βάση του νυχιού και στη συνέχεια εξετάζει το νύχι κάτω από το μικροσκόπιο. Αν παρατηρήσει μη φυσιολογικές αρτηρίες μπορεί να σημαίνει ότι έχετε κάποια ασθένεια που συνδέεται με το φαινόμενο Raynaud, όπως το σκληρόδερμα.
  • Άλλες εξετάσεις: Ο γιατρός μπορεί να ζητήσει εξετάσεις αίματος με σκοπό να αναζητήσει άλλες παθήσεις που συνδέονται με την εμφάνιση δευτεροπαθούς Raynaud. Συγκεκριμένα αναζητούνται αντιπυρηνικά αντισώματα (ΑΝΑ), υπολογίζεται η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ) καθώς και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CPR).

Πώς θεραπεύεται το φαινόμενο Raynaud;

Δεν υπάρχει θεραπεία για το πρωτοπαθές Raynaud (νόσος του Raynaud) ή το δευτεροπαθές Raynaud (φαινόμενο Raynaud). Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές θεραπείες που μπορούν να μειώσουν τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των επιθέσεων Raynaud. Οι θεραπείες αυτές περιλαμβάνουν αλλαγές στον τρόπο ζωής, φαρμακευτική αγωγή και, σπανιότερα, χειρουργική επέμβαση. Οι περισσότεροι ασθενείς με πρωτοπαθή Raynaud μπορούν να διαχειριστούν τη νόσο με μικρές αλλαγές στις καθημερινές τους συνήθειες. Οι ασθενείς με δευτεροπαθές Raynaud μπορεί να χρειαστούν και φαρμακευτική αγωγή.

Αν πάσχετε από φαινόμενο Raynaud και παρουσιάζετε πληγές στα δάχτυλα των χεριών, των ποδιών ή σε άλλα μέρη του σώματος σας, επισκεφθείτε άμεσα το γιατρό σας. Η έγκαιρη θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη μονίμων βλαβών σ’ αυτές τις περιοχές.

Αλλαγές στον τρόπο ζωής

Μικρές αλλαγές στην καθημερινότητά σας μπορεί να είναι καταλυτικής σημασίας για την πρόληψη μίας επίθεσης Raynaud. Γενικά πρέπει να αποφεύγονται οι χαμηλές θερμοκρασίες, το συναισθηματικό στρες και η επαφή με συγκεκριμένες χημικές ουσίες που βρίσκονται στον χώρο εργασίας.

Αποφύγετε την έκθεση σε χαμηλές θερμοκρασίες

Για να προστατευτείτε από το κρύο και τις χαμηλές θερμοκρασίες:

  • Φορέστε σκούφο, μάλλινα γάντια, κασκόλ, παλτό με άνετα μανίκια, ζεστές κάλτσες και παπούτσια πριν βγείτε στο κρύο. Μη διστάσετε να φορέσετε αρκετά ρούχα για να προστατευτείτε από τις χαμηλές θερμοκρασίες.
  • Χρησιμοποιήστε θερμαντικά (hand warmers) στα γάντια σας, στις κάλτσες ή στις τσέπες σας.
  • Χαμηλώστε το κλιματιστικό ή ντυθείτε καλά αν πρέπει να βρεθείτε σε κλιματιζόμενο χώρο.
  • Περιμένετε να ζεσταθεί το αυτοκίνητό σας πριν οδηγήσετε στο κρύο.
  • Φορέστε γάντια πριν βγάλετε φαγητό από το ψυγείο ή τον καταψύκτη (αν έχετε μεγάλη ευαισθησία στις χαμηλές θερμοκρασίες)
Αποφύγετε άλλους εκλυτικούς παράγοντες

Προσπαθήστε να αποφύγετε στρεσογόνες δραστηριότητες. Μάθετε τρόπους να διαχειριστείτε το άγχος που δεν μπορείτε να αποφύγετε. Η σωματική δραστηριότητα βοηθά αρκετούς ανθρώπους να αντιμετωπίσουν το άγχος. Σε άλλα άτομα η μουσική, ο διαλογισμός ή η γιόγκα βοηθούν στην μείωση του στρες.

Προσπαθήσετε να αποφύγετε εκλυτικούς παράγοντες στο χώρο εργασίας σας. Περιορίστε τη χρήση εργαλείων που σχετίζονται με ισχυρές δονήσεις όπως το κομπρεσέρ. Φοράτε πάντα κατάλληλο εξοπλισμό όταν πρέπει να δουλέψετε με βιομηχανικά χημικά. Τέλος, προσπαθήστε να περιορίσετε διάφορες ενέργειες που απαιτούν συνεχείς κινήσεις των χεριών όπως να δακτυλογραφείτε ή να παίζετε πιάνο.

Κάποια φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν επιθέσεις Raynaud. Αυτά περιλαμβάνουν:

  • Φάρμακα για την ημικρανία και τον πονοκέφαλο που περιέχουν εργοταμίνη. Η ουσία αυτή προκαλεί στένωση των αρτηριών.
  • Ορισμένα φάρμακα για τον καρκίνο, όπως η σισπλατίνη και η βινβλαστίνη
  • Κάποια αντιαλλεργικά και αντιγριπικά φάρμακα καθώς και κάποια συμπληρώματα διατροφής
  • Β-αναστολείς. Τα φάρμακα αυτά επιβραδύνουν τον καρδιακό παλμό για να μειώσουν την αρτηριακή πίεση
  • Αντισυλληπτικά χάπια. Αυτά τα φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν τη ροή του αίματος.

Συμβουλευτείτε το γιατρό σας ποια φάρμακα είναι ασφαλή για εσάς.

Άλλες αλλαγές στον τρόπο ζωής

Ένα σύνολο καθημερινών συνηθειών μπορεί να σας βοηθήσει να μειώσετε τη συχνότητα των επιθέσεων Raynaud. Για παράδειγμα, η τακτική σωματική άσκηση μπορεί να αυξήσει τη ροή του αίματος και να διατηρήσει το σώμα σας ζεστό.

Πρέπει επίσης να αποφεύγεται η κατανάλωση καφεΐνης και αλκοόλ. Οι ουσίες αυτές έχουν ενοχοποιηθεί για την πρόκληση επιθέσεων Raynaud. Αν είστε καπνιστής πρέπει να σταματήσετε το κάπνισμα. Ρωτήστε το γιατρό σας για προγράμματα και προϊόντα που μπορούν να σας βοηθήσουν να κόψετε το κάπνισμα. Προσπαθήστε, επίσης, να αποφύγετε το παθητικό κάπνισμα.

Μπορείτε επίσης να λάβετε μέτρα για να σταματήσετε τις επιθέσεις Raynaud εν τη γενέσει τους:

  • Μετακινηθείτε σε ένα πιο ζεστό χώρο
  • Ζεστάνετε τα χέρια και τα πόδια σας. Αν νιώθετε κρύο, τοποθετήστε τα χέρια κάτω από τις μασχάλες σας.
  • Λυγίστε τα δάκτυλα των χεριών ή των ποδιών σας
  • Αποφύγετε στρεσογόνες καταστάσεις και δοκιμάστε διάφορες τεχνικές χαλάρωσης.

Αν πάσχετε από φαινόμενο Raynaud, προσέξτε ιδιαίτερα τα χέρια και τα πόδια σας και προσπαθήστε να αποφύγετε τους τραυματισμούς. Φορέστε άνετα παπούτσια και μην περπατάτε ξυπόλητοι. Αποφύγετε τα στενά βραχιόλια και δαχτυλίδια.

Φάρμακα και Χειρουργικές Επεμβάσεις

Αν οι αλλαγές του τρόπου ζωής δεν είναι αρκετές για να περιορίσουν το φαινόμενο Raynaud, ίσως χρειαστείτε φαρμακευτική αγωγή ή ακόμα και χειρουργική επέμβαση. Με τα φάρμακα μπορεί να βελτιωθεί η ροή του αίματος στα δάχτυλα των χεριών ή των ποδιών.

Παραδείγματα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του φαινομένου Raynaud περιλαμβάνουν αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, α-αποκλειστές, δερματικές κρέμες και αναστολείς ACE.

Σπανιότερα, οι ασθενείς με σοβαρό φαινόμενο Raynaud μπορεί να εμφανίζουν δερματικά έλκη ή γάγγραινα. Αν συμβεί αυτό, μπορεί να χρειαστούν αντιβιοτικά ή χειρουργική επέμβαση για να αποκοπεί ο κατεστραμμένος ιστός. Σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστεί ακόμα και ακρωτηριασμός του δακτύλου.

Μία άλλη θεραπεία για το σοβαρό φαινόμενο Raynaud, είναι ο αποκλεισμός των νεύρων που νευρώνουν τις αρτηρίες των χεριών ή των ποδιών. Αυτό μπορεί να μειώσει τη συχνότητα των επιθέσεων Raynaud. Συνήθως αυτό γίνεται χειρουργικά ή με ενέσεις.

Το χειρουργείο συνήθως ανακουφίζει από τα συμπτώματα, αλλά μόνο για μερικά χρόνια. Η θεραπεία με ενέσεις μπορεί να επαναληφθεί αν τα συμπτώματα επιμείνουν ή επανέλθουν στο μέλλον.

Αυτοφλεγμονώδη Νοσήματα

Τα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα είναι ένα σύνολο διαταραχών που χαρακτηρίζονται από υποτροπιάζοντα επεισόδια συστηματικών φλεγμονών ή φλεγμονών σε συγκεκριμένα όργανα. Σε αντίθεση με τα αυτοάνοσα νοσήματα όπως ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ), όπου η νόσος προκαλείται από δυσλειτουργία του ειδικού ανοσοποιητικού συστήματος, οι ασθενείς με αυτοφλεγμονώδη νοσήματα δεν παράγουν αντισώματα ή αυτοδραστικά Τ- ή Β-λεμφοκύτταρα. Αντιθέτως, τα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα χαρακτηρίζονται από βλάβες στο σύστημα της φυσικής ανοσίας.

Στα αυτοάνοσα νοσήματα το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει κάποιο τμήμα του οργανισμού σαν εισβολέα και παράγει ειδικά αντισώματα εναντίον του, τα οποία λέγονται αυτοαντισώματα. Στα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς όμως την παρουσία αυτοαντισωμάτων. Αυτή είναι και η βασικότερη διαφορά μεταξύ αυτοάνοσων και αυτοφλεγμονωδών νοσημάτων και καθιστά σαφές ότι οι διαταρχές που προκαλούνται από τα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα έχουν εξωγενή αιτιολογία.

Τα συμπτώματα των νοσημάτων αυτών ποικίλλουν, αλλά συνήθως περιλαμβάνουν επεισόδια εμπύρετου, πόνο στις αρθρώσεις, δερματικά εξανθήματα και κοιλιακά άλγη. Τα συμπτώματα αυτά παρουσιάζονται σε ένα μεγάλο αριθμό νοσημάτων οπότε πολλές φορές η διάγνωση είναι πολύ δύσκολη. Μπορούν ακόμη να προκαλέσουν και χρόνιες επιπλοκές, όπως αμυλοείδωση.

Τα περισσότερα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα είναι γενετικώς καθοριζόμενα και εμφανίζονται στην παιδική ηλικία. Το συχνότερο αυτοφλεγμονώδες νόσημα είναι ο Οικογενής Μεσογειακός Πυρετός, ο οποίος προκαλεί μικρά επεισόδια εμπύρετου, κοιλιακό άλγος και ορογονίτιδα που διαρκεί λιγότερο από 72 ώρες. Προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο MEFV, που κωδικοποιεί την πρωτείνη πυρίνη. Φυσιολογικά η πυρίνη έχει έναν αντιφλεγμονώδη ρόλο, ο οποίος όμως δεν επιτελείται από τις μεταλλαγμένες της μορφές όπως στην περίπτωση του οικογενούς μεσογειακού πυρετού.

Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα που δεν έχουν γενετική προδιάθεση. Ένα παράδειγμα είναι το σύνδρομο PFAPA, το οποίο αποτελεί το πλέον κοινό αυτοφλεγμονώδες νόσημα στα παιδιά. Χαρακτηρίζεται από επεισόδια εμπύρετου, αφθώδους στοματίτιδας, φαρυγγοαμυγδαλίτιδας και τραχηλικής λεμφαδενίτιδας. Άλλα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα χωρίς επιβεβαιωμένη γενετική προδιάθεση είναι η νόσος του Still που εμφανίζεται στην ενήλικη ζωή, το σύνδρομο Schnitzler και η χρόνια υποτροπιάζουσα πολυεστιακή οστεομυελίτιδα. Αυτές οι ασθένειες έχουν πολυπαραγοντική αιτιολογία, αφού υπάρχει συνήθως γενετική προδιάθεση αλλά χρειάζεται και κάποιος περιβαλλοντικός παράγοντας για να προκαλέσει την εκδήλωση της νόσου.

Προσφάτως, μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Nature” έδειξε ότι η διατροφή παίζει επίσης πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αυτοφλεγμονωδών νοσημάτων. Τα επίπεδα κατανάλωσης κορεσμένων λιπών και χοληστερόλης (διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά), επηρεάζουν τη σύνθεση της μικροχλωρίδας του εντέρου. Από την έρευνα αυτή έγινε σαφές ότι η διατροφή είναι άμεσα σχετιζόμενη με την ευαισθησία τόσο σε κάποια αυτοάνοσα όσο και σε κάποια αυτοφλεγμονώδη νοσήματα.

Η διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση των αντιφλεγμονωδών νοσημάτων απαιτεί ιδιαίτερη γνώση και εμπειρία από τον ειδικό ιατρό, αφού αποτελούν μια ετερογενή ομάδα παθήσεων με κλινικές εκδηλώσεις που εμφανίζονται και σε πολλά αλλά νοσήματα.

Λέξεις-Κλειδιά
Επίκτητη ανοσία: Το κομμάτι του ανοσοποιητικού συστήματος που αναπτύσσεται όσο το άτομο ωριμάζει. Χρησιμοποιεί αντισώματα για να καταπολεμήσει επιβλαβείς ουσίες.
Αμυλοείδωση: Μία δυνητικά θανατηφόρος συσσώρευση μιας πρωτείνης του αίματος στα ζωτικά όργανα.
Αντίσωμα: Μία ειδική πρωτείνη που παράγεται από το ανοσοποιητικό σύστημα. Αναγνωρίζει και βοηθά στην καταπολέμηση λοιμογόνων παραγόντων και άλλων ξένων ουσιών που εισέρχοναι στο σώμα.
Αντιγόνο: Μία ξένη ουσία που προκαλεί την παραγωγή αντισωμάτων όταν εισέρχεται στο σώμα.
Αυτοαντίσωμα: Ένα αντίσωμα που λανθασμένα προσκολλάται σε υγιείς ιστούς του σώματος και σηματοδοτεί την καταστροφή τους.
Αυτοάνοσο Νόσημα: Ένα νόσημα που είναι το αποτέλεσμα της επίθεσης του ανοσοποιητικού συστήματος -λανθασμένα- στους ιστούς του σώματος.
Αυτοφλεγμονώδες Νόσημα: Ένα νόσημα που δημιουργείται όταν το φυσικό ανοσοποιητικό σύστημα προκαλεί φλεγμονή για άγνωστους λόγους.
Νόσος του Behcet: Ένα αυτοφλεγμονώσες νόσημα που προκαλεί πληγές ελκών ή έλκη στο στόμα και στα γεννητικά όργανα και φλεγμονή σε μέρη του οφθαλμού.
Ανοσοποιητικό σύστημα: Ένα σύνθετο δίκτυο εξειδικευμένων κυττάρων και οργάνων που συνεργάζονται με σκοπό να προστατεύσουν το σώμα από επιθέσεις ξένων εισβολέων όπως βακτήρια και ιοί.
Φυσικό ανοσοποιητικό σύστημα: Το πιο πρωτόγονο μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος. Χρησιμοποιεί είδη λευκών αιμοσφαιρίων που λέγονται κοκκιοκύτταρα και μονκύτταρα για να καταστρέψει επιβλαβείς ουσίες.

Παρακάτω παρατίθεται μία λίστα με τα σημαντικότερα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα:

Λίστα Αυτοφλεγμονωδών Νοσημάτων

Αυτοάνοσα Νοσήματα

Καταλαβαίνοντας τα αυτοάνοσα νοσήματα

Όταν ένας εισβολέας εισέρχεται στο σώμα μας- όπως ο ιός του κοινού κρυολογήματος ή βακτήρια από ένα αγκάθι που τρύπησε το δέρμα μας- το ανοσοποιητικό μας σύστημα μας προστατεύει. Προσπαθεί να αναγνωρίσει, να σκοτώσει και να εξαλείψει τους εισβολείς που μπορεί να είναι επιβλαβείς προς εμάς. Αλλά κάποιες φορές, προβλήματα με το ανοσοποιητικό σύστημα το κάνουν να θεωρεί τα υγιή κύτταρά μας σαν εισβολείς και να τους επιτίθεται συνεχώς. Αυτό ονομάζεται αυτοάνοσο νόσημα. (Αυτοάνοσο σημαίνει να ανοσοποιείται ενάντια στον εαυτό του).

Το ανοσοποιητικό σύστημα

Το ανοσοποιητικό μας σύστημα είναι το δίκτυο κυττάρων και ιστών του σώματος που δουλεύουν αρμονικά για να μας προστατεύσουν από εισβολές και μολύνσεις. Έχει δύο μέρη: την φυσική και την επίκτητη ανοσία.
Η επίκτητη ανοσία αναπτύσσεται όσο το άτομο μεγαλώνει: “θυμάται” εισβολείς έτσι ώστε να μπορεί να τους αντιμετωπίσει αν ξαναεισέλθουν στο σώμα μας στο μέλλον. Όταν το ανοσοποιητικό σύστημα λειτουργεί σωστά, οι εισβολείς προκαλούν την ενεργοποίηση από το σώμα μας ανοσοκυττάρων ενάντια στους εισβολείς καθώς και την παραγωγή πρωτεινών που ονομάζονται αντισώματα και τα οποία προσκολλούνται στους εισβολείς με σκοπό να αναγνωριστούν και να καταστραφούν. Το πιο πρωτόγονο φυσικό ανοσοποιητικό σύστημα ενεργοποιεί λευκά αιμοσφαίρια για να καταστρέψουν τους εισβολείς, χωρίς να χρησιμοποιεί αντισώματα.
Τα αυτοάνοσα νοσήματα οφείλονται σε προβλήματα με τις αντιδράσεις της επίκτητης ανοσίας. Σε μία ανοσιακή αντίδραση, τα αντισώματα και τα ανοσοκύτταρα στοχεύουν λανθασμένα τους υγιείς ιστούς του σώματος, σημαδεύοντάς τους για να τους επιτεθεί το σώμα μας.

Αυτοάνοσα νοσήματα

Τα αυτοάνοσα νοσήματα μπορούν να επηρεάσουν σχεδόν όλα τα μέρη του σώματος όπως την καρδιά, τον εγκέφαλο, τα νεύρα, τους μύες, το δέρμα, τα μάτια, τις αρθρώσεις, τους πνεύμονες, τα νεφρά, τους αδένες, τον γαστρεντερικό σωλήνα και τα αγγεία.
Τα κλασσικά σημεία ενός αυτοάνοσου νοσήματος περιλαμβάνουν φλεγμονή, που μπορεί να προκαλέσει ερυθρότητα, θερμότητα, πόνο και οίδημα. Το πώς μας επηρεάζει ένα αυτοάνοσο νόσημα εξαρτάται από την περιοχή που προσβάλλεται. Αν το αυτοάνοσο νόσημα επηρεάζει τις αρθρώσεις, όπως στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο στις αρθρώσεις, ακαμψία και δυσκολία στην κίνηση. Αν επηρεάζει τον θυρεοειδή, όπως στη Νόσο του Graves και στην θυρεοειδίτιδα, μπορεί να προκαλέσει κόπωση, αύξηση βάρους και μυαλγίες. Αν επιτίθεται στο δέρμα, όπως στο σκληρόδερμα/συστηματική σκλήρυνση, στη λεύκη και στον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ), τότε προκαλεί εξανθήματα, φουσκάλες και αποχρωματισμούς.
Πολλά αυτοάνοσα νοσήματα δεν περιορίζονται σε ένα σημείο του σώματος. Για παράδειγμα ο ΣΕΛ μπορεί να προσβάλλει το δέρμα, τις αρθρώσεις, τα νεφρά, την καρδιά, τα νεύρα. τα αγγεία και άλλα. Ο Διαβήτης Τύπου 1 μπορεί να επηρεάσει τους αδένες, τους οφθαλμούς, τα νεφρά, τους μύες και άλλα.
Η αιτία των αυτοάνοσων νοσημάτων είναι ακόμα άγνωστη. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ένας συνδυασμός αιτιών. Για παράδειγμα μπορεί να υπάρχει γενετική προδιάθεση για κάποιο νόσημα και στη συνέχεια, κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες, κάποιος εισβολέας, όπως ένας ιός, να την ενεργοποιήσει.
Στη λίστα των αυτοάνοσων νοσημάτων περιλαμβάνονται:

  • γυροειδής αλωπεκία
  • αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία
  • αυτοάνοση ηπατίτιδα
  • δερματομυοσίτιδα
  • διαβήτης (τύπου 1)
  • κάποιες μορφές νεανικής ιδιοπαθούς αρθρίτιδας
  • σπειραματονεφρίτιδα
  • Νόσος του Graves
  • Σύνδρομο Guillain-Barre
  • ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα
  • Μυασθένεια Gravis
  • κάποιες μορφές μυοκαρδίτιδας
  • πολλαπλή σκλήρυνση
  • πέμφιγα/πεμφιγοειδές
  • κακοήθης αναιμία
  • οζώδης πολυαρτηρίτιδα
  • πολυμυοσίτιδα
  • πρωτοπαθής χολική κίρρωση
  • ψωρίαση
  • ρευματοειδής αρθρίτιδα
  • σκληρόδερμα/συστηματική σκλήρυνση
  • σύνδρομο του Sjorgen
  • συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
  • κάποιες μορφές θυρεοειδίτιδας
  • κάποιες μορφές ραγοειδίτιδας
  • λεύκη
  • αγγειίτιδα Wegener

Η θεραπευτική αγωγή εξαρτάται από τη νόσο, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις ο σκοπός είναι ο περιορισμός της φλεγμονής. Συνήθως οι ιατροί χορηγούν κορτικοστεροειδή ή ανοσοκατασταλτικά φάρμακα.

Πορεία και Πρόγνωση

Περεταίρω έρευνα θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τις γενετικές ρίζες και αιτίες των αυτοάνοσων νοσημάτων και θα βοηθήσει στην διάγνωση και θεραπεία τους. Για πληροφορίες πάνω στην έρευνα για τα αυτοάνοσα νοσήματα που υποστηρίζεται από το National Institute of Arthritis and Muosculoskeletal and Skin Diseases, επισκεφτείτε το www.niams.nih.gov/Research/default.asp
Για μια λίστα κρατικών και ιδιωτικών κλινικών δοκιμών για μια σειρά αυτοάνοσων νοσημάτων επισκεφτείτε το www.clinicaltrials.gov

Λέξεις Κλειδιά

Επίκτητη ανοσία: Το μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος που αναπτύσσεται καθώς ο άνθρωπος μεγαλώνει. Χρησιμοποιεί αντισώματα και ανοσοκύτταρα για να καταπολεμήσει επιβλαβείς ουσίες.
Αντίσωμα: Μία ειδική πρωτείνη που παράγεται από το ανοσοποιητικό σύστημα η οποία αναγνωρίζει και βοηθά στην καταπολέμηση μολυσματικών παραγόντων και άλλων ξένων ουσιών που εισέρχονται στο σώμα.
Αντιγόνο: Μία ξένη ουσία που προκαλεί την παραγωγή αντισωμάτων όταν εισέρχεται στο σώμα.
Αυτοάνοσο Νόσημα: Ένα νόσημα που είναι το αποτέλεσμα της λανθασμένης επίθεσης του ανοσοποιητικού συστήματος εναντίον υγιών ιστών του σώματος.
Κορτικοστεροειδή: Ισχυρές αντιφλεγμονώδεις ορμόνες που παράγονται φυσικά στο σώμα ή συνθετικά (τεχνητά) για χρήση σαν φάρμακα. Λέγονται και γλυκοκορτικοειδή. Το πιο συχνά συνταγογραφούμενο φάρμακο αυτής της κατηγορίας είναι η πρεδνιζόνη.
Διαβήτης Τύπου 1: Μια ασθένεια κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα καταστρέφει κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη στο πάγκρεας, καθιστώντας αδύνατο για το σώμα να χρησιμοποιήσει γλυκόζη για παραγωγή ενέργειας. Ο Διαβήτης Τύπου 1 συνήθως εμφανίζεται σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες.
Ανοσοποιητικό σύστημα: Ένα σύνθετο δίκτυο εξειδικευμένων κυττάρων και οργάνων που συνεργάζονται για να προστατεύσουν το σώμα από ξένους οργανισμούς, όπως βακτήρια και ιούς.
Ανοσοκατασταλτικά φάρμακα: Φάρμακα που καταστέλλουν την ανοσολογική απάντηση και χρησιμοποιούνται για την θεραπεία αυτοάνοσων νοσημάτων. Δυστυχώς, επειδή αυτά τα φάρμακα καταστέλλουν επίσης την φυσιολογική ανοσία, αφήνουν το σώμα εκτεθειμένο σε μόλυνση.
Φλεγμονή: Μία αντίδραση των ιστών του σώματος σε τραυματισμό ή ασθένεια, συνήθως χαρακτηριζόμενη από 5 σημεία: Οίδημα, ερυθρότητα, θερμότητα, άλγος και απώλεια λειτουργίας.
Φυσική ανοσία: Το πιο πρωτόγονο κομμάτι του ανοσοποιητικού συστήματος. Χρησιμοποιεί είδη λευκών αιμοσφαιρίων ποθ λέγονται κοκκιοκύτταρα και μονοκύτταρα για να καταστρέψουν επιβλαβείς ουσίες.
Ψωριασική αρθρίτιδα: Ένα είδος αρθρίτιδας σχετιζόμενο με την ψωρίαση, μία χρόνια δερματοπάθεια που συμβαίνει όταν τα κύτταρα της εξωτερικής στιβάδας του δέρματος αναπαράγονται γρηγορότερα από το φυσιολογικό.
Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Μία ασθένεια κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στον αρθρικό υμένα των αρθρώσεων. Το αποτέλεσμα είναι πόνος στις αρθρώσεις, ακαμψία, οίδημα και καταστροφή.
Σκληρόδερμα/Συστηματική Σκλήρυνση: Ένα αυτοάνοσο νόσημα που χαρακτηρίζεται από αφύσικη ανάπτυξη του συνδετικού ιστού στο δέρμα και τα αγγεία. Στις πιο βαριές μορφές, ο συνδετικός ιστός μπορεί να συσσωρευθεί στα νεφρά, τους πνεύμονες, την καρδιά και τον γαστρεντερικό σωλήνα, οδηγώντας κάποιες φορές σε ανεπάρκεια των οργάνων.
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος: Ένα αυτοάνοσο νόσημα που επηρεάζει συνήθως νεαρές γυναίκες. Μπορεί να προσβάλλει πολλά μέρη του σώματος όπως τις αρθρώσεις, το δέρμα, τα νεφρά, την καρδιά, τουσ πνεύμονες, τα αγγεία και τον εγκέφαλο.
Θυρεοειδίτιδα: Μία φλεγμονή του θυρεοειδή αδένα που μειώνει τη λειτουργικότητά του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα εμφάνιση συμπτωμάτων όπως κόπωση, αδυναμία, αύξηση σωματικού βάρους, δυσανεξία στο κρύο και μυαλγίες.
Λεύκη: Μία νόσος κάτα την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα καταστρέφει τα μελανοκύτταρα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία λευκών τμημάτων δέρματος σε διάφορα σημεία του σώματος.

Το National Institutes of Health (NIH) περιλαμβάνει 27 ινστιτούτα και κέντρα και αποτελεί τμήμα του US Department of Health and Human Services. Είναι η πρωταρχική κρατική υπηρεσία για την διεξαγωγή και υποστήριξη βασικών και κλινικών ιατρικών ερευνών, και αναζητά τα αίτια και την θεραπεία τόσο για τις κοινές όσο και για τις σπάνιες ασθένειες.

Τοξοπλάσμωση Κεντρικού Νευρικού Συστήματος

0

Προκαλείται από το ενδοκυττάριο παράσιτο Toxoplasma Gondii. Σε ασθενείς με ανοσολογικό έλλειμμα (AIDS, κακόηθες αιματολογικό νόσημα, μεταμόσχευση οργάνων) οι βλάβες είναι βαρύτερες, του τύπου της διάχυτης νεκρωτικής εγκεφαλίτιδας.

Κλινική εικόνα

Η συγγενής μορφή της νόσου (συγγενής τοξοπλάσμωση) που οφείλεται σε μόλυνση του εμβρύου μέσω του πλακούντα, από ασυμτωματικές, κατά κανόνα, μητέρες, προκαλεί υδροκεφαλία – μικροκεφαλία, επιληψία, νοητική καθυστέρηση και τύφλωση. Αν η μόλυνση γίνει στις αρχές της ενδομητρίας ζωής το έμβρυο αποβάλλεται.

Στους ασθενείς με AIDS, ή άλλης αιτιολογίας ανοσιακή ανεπάρκεια, η νόσος εκδηλώνεται με ευρύ φάσμα συμπτωμάτων και σημείων, από κεφαλαλγία και αίσθημα γενικής κακουχίας έως κλινική εικόνα βαριάς εγκεφαλίτιδας με συμμετοχή του εγκεφαλικού στελέχους. Χαρακτηριστική είναι η ανάπτυξη εγκεφαλικών αποστημάτων με ανάλογη συμπτωματολογία.

Διάγνωση

Στη διάγνωση της νόσου βοηθούν η ανοσοενζυμική μέθοδος ELISA και οι χαρακτηριστικές εικόνες της αξονικής ή καλύτερα της μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου. Η προσπάθεια απομονώσεως του Τ.gondii στο ΕΝΥ με PCR οδηγεί σε απογοητευτικά αποτελέσματα.

Θεραπεία

Η θεραπεία στη συμπτωματική μορφή της νόσου, περιλαμβάνει τη χορήγηση σουλφαδιαζίνης, σε συνδυασμό με πυριμεθαμίνη. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από την επίτευξη ύφεσης. Στους ασθενείς με AIDS συνήθως η θεραπεία συνεχίζεται δια βίου. Σκόπιμη είναι η συγχορήγηση φυλλικού οξέος.

 

 

Πότε πρέπει να διακόψουμε τη νηστεία

Η πτώση της αρτηριακής πίεσης, η επίμονη ζάλη, η μυϊκή αδυναμία και η θόλωση της όρασης είναι σαφείς ενδείξεις για διακοπή της νηστείας.

Η νηστεία της Σαρακοστής είναι ευκαιρία για επιστροφή σε πιο παραδοσιακά μοντέλα διατροφής με πολλαπλές θετικές επιδράσεις στην υγεία. Αποκλείοντας τις ζωικές τροφές, δίνεται η δυνατότητα αποτοξίνωσης του οργανισμού από τη συσσώρευση βλαπτικών ουσιών, όπως το ουρικό οξύ και η υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (κακή χοληστερίνη).

Από την άλλη πλευρά όμως, η παρατεταμένη αποχή από τις ζωικές τροφές στερεί από τον οργανισμό απαραίτητες ουσίες για τη σωστή λειτουργία του, όπως τις υψηλής βιολογικής αξίας πρωτεΐνες, τα μέταλλα, τον σίδηρο και τη βιταμίνη Β12.

Ένας υγιής οργανισμός μπορεί εύκολα να αντεπεξέλθει στην ανεπαρκή πρόσληψη αυτών των συστατικών κατά τη διάρκεια των επτά εβδομάδων της νηστείας. Αντίθετα, σε ανθρώπους με χρόνια προβλήματα υγείας, πολλές φορές η νηστεία – και ειδικά η μακροχρόνια- εξασθενεί ακόμα περισσότερο τον οργανισμό τους και τους καθιστά ευάλωτους σε επιπλοκές των νοσημάτων τους.

Έτσι, ασθενείς με χρόνια αιματολογικά, νεφρολογικά, ηπατολογικά, γαστρεντερολογικά και νεοπλασματικά νοσήματα οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά τη διάρκεια της νηστείας και να αξιολογούν έγκαιρα τυχόν επιδείνωση των συμπτωμάτων των παθήσεών τους ως παρενέργεια της νηστείας και να τη διακόπτουν άμεσα.

Επίσης, εάν εμφανιστεί πυρετός η συνέχιση της νηστείας είναι επικίνδυνη για την υγεία των πασχόντων και απαιτείται άμεση διακοπή. Το ίδιο ισχύει για τις γυναίκες κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης και της λοχείας.

Ιδιαίτερα ευπαθείς σε ανεπιθύμητες για την υγεία τους επιδράσεις της νηστείας είναι οι ηλικιωμένοι. Οι προσαρμοστικοί μηχανισμοί τους είναι ελαττωμένοι και ο οργανισμός τους δύσκολα μπορεί να διαχειριστεί τις διατροφικές στερήσεις.

Σε κάθε περίπτωση διακοπής της νηστείας, δεν πρέπει να πέσουμε με τα μούτρα στο φαγητό, αλλά πρέπει να ακολουθεί ένα ισορροπημένο διαιτολόγιο, χωρίς υπερβολές και υπερκατανάλωση τροφών ζωικής προέλευσης.

Οξεία Βακτηριακή Μηνιγγίτιδα

Το πρώτο βήμα προκειμένου να προκληθεί βακτηριακή μηνιγγίτιδα είναι ο αποικισμός του ρινοστοματοφάρυγγα. Η ακεραιότητα του βλεννογόνου του στόματος είναι καθοριστική στην άμυνα του οργανισμού, γι’ αυτό και οι ιογενείς λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού λόγω της μειώσης των κυττάρων του κροσσωτού επιθηλίου, καθιστούν τον οργανισμό πιο ευάλωτο και συχνά προηγούνται της βακτηριακής μηνιγγίτιδας.

Ιδιαίτερα σημαντική θέση στην παθογένεση της μηνιγγίτιδας έχει η φλεγμονώδης αντίδραση την οποία προκαλούν τα βακτηρίδια, που έχει ως αποτέλεσμα η νευρολογική βλάβη να εξελίσσεται και μετά την αποστείρωση του ΕΝΥ με τη χορήγηση αντιβιοτικών.

Η ΟΒΜ ανήκει στην κατηγορία της επείγουσας ιατρικής και απαιτείται ταχεία διάγνωση της νόσου και άμεση θεραπευτική αντιμετώπιση. Αναλόγως της προελεύσεως της νόσου διακρίνεται στη μηνιγγίτιδα από την κοινότητα και στη νοσοκομειακή μηνιγγίτιδα η οποία κατά κανόνα είναι αποτέλεσμα άλλων υποκείμενων νοσημάτων πχ. νευροχειρουργικών επεμβάσεων, κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων.

Η ΟΒΜ είναι η συχνότερη μικροβιακή ενδοκρανιακή λοίμωξη, με ετήσια επίπτωση 5-10 περιπτώσεις ανά 100 000 κατοίκους.

Στους υπεύθυνους λοιμογόνους παράγοντες περιλαμβάνονται o πνευμονιόκοκκος (Streptococcus pneumoniae), o μηνιγγιτιδόκοκκος (Neisseria meningitides), o αιμόφιλος ινφλουένζας τύπου b (Haemophilus influenza), η λιστέρια και λιγότερο συχνά ο β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος ομάδας Β και Gram (-) μικρόβια.

Η επιδημιολογία της νόσου μεταβλήθηκε τα τελευταία χρόνια στο δυτικό κόσμο μετά την ευρεία εφαρμογή του εμβολίου κατά του αιμόφιλου ινφλουέντζας και του συζευγμένου εμβολίου κατά του πνευμονιόκοκκου.

Έτσι, σήμερα πλέον το συχνότερο αίτιο σε όλες τις ηλικίες >2 ετών είναι ο πνευμονιόκοκκος (50-70%). Ακολουθούν σε συχνότητα:

α) Άτομα <50 ετών: μηνιγγιτιδόκοκκος (~20%), αιμόφιλος ινφλουένζας (~10%),

β) Άτομα >50 ετών: λιστέρια (~20%) και τα υπόλοιπα σπανιότερα.

Άλλα υπεύθυνα βακτηρίδια είναι διάφορα εντεροβακτηριακά (πρωτέας, ψευδομονάδα, κλεμπσιέλλα) που προκαλούν, κατά κανόνα, νοσοκομειακές λοιμώξεις και συνδέονται με οσφυονωτιαία παρακέντηση και νευροχειρουργικές επεμβάσεις και ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος, που συνδέεται με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις.

Κλινική εικόνα

Η ΟΒΜ μπορεί να είναι κεραυνοβόλος, με ταχύτατη εξέλιξη μέσα σε λίγες ώρες, ή υποξεία με προοδευτική επιδείνωση σε διάστημα μερικών ημερών.

Οι κύριες κλινικές εκδηλώσεις συνθέτουν την κλασσική κλινική τριάδα της μηνιγγίτιδας:

  • Πυρετός
  • Ισχυρή κεφαλαλγία
  • Δυσκαμψία αυχένος

Συχνά συνοδεύουν τη νόσο διαταραχές του επιπέδου συνείδησης, φωτοφοβία, έμετος και ραχιαλγία. Οι επιληπτικές κρίσεις είναι συχνότερες στα παιδιά (20-30%) και λιγότερο στους ενήλικες (10%). Κατά κανόνα είναι εστιακές ή αρχικώς εστιακές και δευτερογενώς γενικευμένες.

Συχνά ανευρίσκονται τα σημεία Brudzinski (κατά την κάμψη της κεφαλής παρατηρείται κάμψη του μηρού προς την κοιλία και της κνήμης προς το μηρό) και Kernig (αδυναμία παθητικής έκτασης της κνήμης όταν ο μηρός έχει καμφθεί προς την κοιλία), τα οποία είναι μεν ενδεικτικά μηνιγγίτιδας αλλά η απουσία τους δεν αποκλειεί τη νόσο. Άλλες εστιακές νευρολογικές εκδηλώσεις όπως πάρεση εγκεφαλικών συζυγιών, ημιπάρεση, αταξία, απώλεια ακοής δυνατόν να είναι παροδικές και παρατηρούνται στο 30% του συνόλου των περιπτώσεων.

Είναι δυνατόν να προσεγγισθεί κλινικά με αρκετά μεγάλη ακρίβεια η ειδική διάγνωση, όταν συνυπάρχουν ορισμένες άλλες καταστάσεις ή εκδηλώσεις, χαρακτηριστικές ορισμένων παθογόνων αιτίων, οι οποίες πρέπει να αναζητούνται κατά την κλινική εξέταση:

  • Η υποψία μηνιγγιτιδόκοκκου ενισχύεται όταν υπάρχει επιδημία μηνιγγίτιδας, όταν η πορεία της νόσου είναι ταχύτατη, όταν προηγείται πετεχειώδες ή πορφυρικό εξάνθημα ή συνυπάρχει κυκλοφορικό shock λόγω οξείας επινεφριδιακής ανεπάρκειας (σύνδρομο Waterhouse – Friedrichsen) και διάχυτη ενδαγγειακή πήξη.
  • Η πιθανότητα μηνιγγίτιδας από πνευμονιόκοκκο αυξάνει επί παρουσίας ωτίτιδας, παραρινοκολπίτιδας ή λοίμωξης των καρδιακών βαλβίδων. Επίσης είναι αυξημένη σε χρόνιους αλκοολικούς, πάσχοντες από δρεπανοκυτταρική αναιμία, σπληνεκτομηθέντες, καθώς και σε άτομα με κάταγμα της βάσης του κρανίου.
  • Η σταφυλοκοκκική μηνιγγίτιδα είναι συχνά επακόλουθο ανοικτών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων ή νευροχειρουργικών επεμβάσεων (π.χ. τοποθέτηση βαλβίδας παροχέτευσης).
  • Οι κακοήθειες, ο αλκοολισμός, οι νόσοι του κολλαγόνου και η ανοσοκαταστολή ευνοούν την ανάπτυξη μηνιγγίτιδας από εντεροβακτηριακά, λιστέρια και ψευδομονάδα.
Παρακλινική διερεύνηση- Θεραπεία

Όλες οι κατευθυντήριες οδηγίες συμφωνούν στην πρώιμη έναρξη αντιμικροβιακής θεραπείας αμέσως μόλις η ΟΒΜ αποδειχθεί ή γίνει η πιθανότερη διάγνωση.

‘Έτσι, όταν τεθεί η κλινική υποψία ΟΒΜ πρέπει άμεσα:

  1. να λαμβάνονται καλλιέργειες αίματος
  2. να διενεργείται οσφυονωτιαία παρακέντηση (ΟΝΠ) για εξέταση του ΕΝΥ
  3. να αρχίσει εμπειρική αντιμικροβιακή αγωγή (Πίνακας 2)

Αν η ΟΝΠ καθυστερήσει >30 λεπτά λόγω παρουσίας αντενδείξεων για τη διενέργειά της ή γιατί υπάρχει απόλυτη ένδειξη να προηγηθεί αξονική τομογραφία εγκεφάλου πρέπει αμέσως μετά τη λήψη καλλιεργειών αίματος να χορηγείται η πρώτη δόση αντιβιοτικών.

Οι βασικές αρχές της αιτιολογικής θεραπευτικής αγωγής είναι:

  • Μηνιγγίτιδα από Streptococcus pneumoniae Εξαιτίας της ανάπτυξης ανθεκτικών στελεχών πνευμονιοκόκκου τα τελευταία χρόνια συνιστάται έναρξη θεραπείας με συνδυασμό κεφαλοσπορίνης τρίτης γενιάς (κεφτριαξόνη ή κεφοταξίμη) και βανκομυκίνης. Διάρκεια θεραπείας 10-14 ημέρες.
  • Μηνιγγίτιδα από Neisseria meningitidis Φάρμακο εκλογής παραμένει η κρυσταλλική πενικιλίνη G ή η αμπικιλλίνη. Συνιστάται όμως έναρξη εμπειρικής θεραπείας με κεφαλοσπορίνη γ’ γενιάς λόγω της ύπαρξης στελεχών με ενδιάμεση αντοχή στην πενικιλίνη. Διάρκεια θεραπείας 7 ημέρες.
  • Μηνιγγίτιδα από Haemophilus influenza Φάρμακο εκλογής είναι οι κεφαλοσπορίνες γ’ γενιάς. Διάρκεια θεραπείας 7 ημέρες.

Διευκρινίζεται ότι η κεφταζιδίμη δεν πρέπει να χορηγείται διότι στερείται αντιπνευμονιοκοκκικής δράσεως. Ενδείκνυται μόνο στη μηνιγγίτιδα από ψευδομονάδα.

Για την κάλυψη από προσβολή της λιστέριας στις ευαίσθητες ομάδες (νεογνά, ηλικιωμένοι, ανοσοκατασταλμένοι) προστίθεται αμπικιλλίνη.

Επικουρική θεραπεία

Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει ότι η φλεγμονώδης αντίδραση του υπαραχνοειδούς χώρου στην ΟΒΜ είναι σημαντικός επιβαρυντικός παράγοντας της νοσηρότητας και θνησιμότητας. Οι προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες ευθύνονται για τις συχνές επιπλοκές της ΟΒΜ όπως το εγκεφαλικό οίδημα, η αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης, η αγγειίτιδα και η επακόλουθη νευρωνική βλάβη. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε στη χορήγηση δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς με ΟΒΜ.

Καλά σχεδιασμένες μελέτες συνηγορούν υπέρ της χορήγησης δεξαμεθαζόνης σε δόση 10mg/6ωρο, για 4 ημέρες. Η χορήγηση της έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα επωφελής μόνο στη μηνιγγίτιδα από πνευμονιόκοκκο, μειώνοντας τη θνητότητα και τις επιπλοκές της νόσου. Πρέπει να χορηγείται λίγο πριν ή μαζί με την πρώτη δόση της αντιβίωσης. Χορήγηση μετά την έναρξη των αντιβιοτικών απαγορεύεται. Υπάρχουν επιφυλάξεις όταν συγχορηγείται βανκομυκίνη, επειδή μπορεί να ελαττώσει την είσοδό της στο ΕΝΥ. Στην περίπτωση αυτή συνιστάται η προσθήκη ριφαμπικίνης στο θεραπευτικό σχήμα.

Η αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται με ανύψωση της κεφαλής του ασθενούς κατά 30-45 μοίρες, με υπεραερισμό και μαννιτόλη.

Πρόληψη – Προφύλαξη

Η προφύλαξη έναντι της οξείας βακτηριακής μηνιγγίτδας περιλαμβάνει:

  • τον εμβολιασμό. Πλέον είναι διαθέσιµο το πρώτο τετραδύναµο συζευγµένο εµβόλιο για τον µηνιγγιτιδόκοκκο, το οποίο ενδείκνυται για την ενεργή ανοσοποίηση εφήβων (ηλικίας άνω των 11 ετών) και ενηλίκων που διατρέχουν κίνδυνο έκθεσης στο Neisseria meningitidis οροοµάδες A, C, W-135, και Y καθώς και ένα εμβόλιο που προστατεύει από την μηνιγγίτιδα οροομάδας Β.
  • την αντιμικροβιακή χημειοπροφύλαξη. Οι ερχόμενοι σε στενή επαφή με ασθενή πάσχοντα από μηνιγγιτιδοκοκκική μηνιγγίτιδα (συγγενείς, επισκέπτες, συμμαθητές, νοσηλευτικό προσωπικό) πρέπει να λάβουν προφυλακτική αγωγή με ριφαμπικίνη 600mg/12ωρο επί 2 ημέρες ή εφάπαξ δόση σιπροφλοξασίνης 500mg. Ριφαμπικίνη δε χορηγείται σε εγκύους. Μπορεί όμως να χορηγηθεί ενδομυϊκά μια δόση κεφτριαξόνης των 250mg. Δεν ενδείκνυται χορήγηση χημειοπροφύλαξης σε άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς.
Πρόγνωση

Ως προς το παθογόνο αίτιο η μεγαλύτερη θνητότητα παρατηρείται στη μηνιγγίτιδα από L. Monocytogenes η οποία ποικίλλει αναλόγως της μελέτης από 22% εως 30% ακολουθεί η πνευμονιοκοκκική μηνιγγίτιδα με θνητότητα 22% και ακολουθεί η μηνιγγιτιδοκοκκική με 9-12%. Κακά προγνωστικά στοιχεία είναι:

  • Η υπόταση (συστολική πίεση < 90 mmHg)
  • Η διαταραχή του επιπέδου της συνείδησης
  • Η πρώιμη εισβολή επιληπτικών κρίσεων
  • Η ενδοκράνια υπέρταση
  • Ηλικία μικρότερη του 1 έτους και μεγαλύτερη των 50 ετών
  • Η καθυστέρηση στην έναρξη της θεραπείας

Σημαντικές υπολειμματικές βλάβες, όπως διαταραχές των νοητικών λειτουργιών, της ακοής, της ισορροπίας, της βάδισης ή επιληπτικές κρίσεις παρατηρούνται στο 25% περίπου των ασθενών που επιβιώνουν.

Ο Ιπποκράτης θα έσπαγε την τηλεόραση

Στην ΤV οι γιατροί κάνουν διάγνωση ακόμη και πάνω από τα ρούχα!

Ο αναπνευστήρας αντί να είναι συνδεδεμένος με το μηχάνημα υποστήριξης αιωρείται στο κενό, νεαροί γιατροί- έτοιμοι για… πασαρέλα- ετοιμάζονται να γίνουν διευθυντές γενικής κλινικής, αν και βρίσκονται σε ηλικία που ίσως και να μην έχουν τελειώσει ειδικότητα ενώ ένας ασθενής με κατεστραμμένο ήπαρ είναι σε πλήρη εγρήγορση. Αυτή είναι η ιατρική τηλεοπτική πραγματικότητα!

Oι παραπάνω εικόνες προβλήθηκαν σε επεισόδια της σειράς του Αnt1 «Ιατρικό απόρρητο» και αποτελούν σύνηθες φαινόμενο σε σίριαλ ιατρικού περιεχομένου. Παρατηρεί μάλιστα ότι τη μερίδα του λέοντος την έχουν τα ξένα σίριαλ τα οποία άνοιξαν τον δρόμο στη μικρή οθόνη. Έχουν περάσει σχεδόν 60 χρόνια από το πρώτο ιατρικό σίριαλ «City Ηospital», το οποίο άρχισε να παίζεται το 1951 με πρωταγωνιστή τον δόκτορα Μπάρτον για να φτάσουμε στον κυνικό δόκτορα Χάουζ ο οποίος σαρώνει τα ΕΜΜΥ.

Η ιατρική ποδιά «πουλάει», εξ’ου και η τηλεοπτική της άνθηση. Οι τηλεοπτικοί γιατροί, αν και εμφανίζονται να τα βγάζουν πέρα με άνεση ακόμη και σε περιπτώσεις καταδικασμένων ασθενών, σύμφωνα με τους «συναδέλφους» τους στην πραγματική ιατρική κάνουν τόσα λάθη ώστε μόνο ως επισκέπτες θα έπρεπε να πηγαίνουν σε νοσοκομεία. Τα λάθη είναι αναπόφευκτα, αφού όπως λέει η Μάντυ Λάμπρου – που υποδύεται μια γιατρό στη σειρά «Ιατρικό απόρρητο»- «ο χρόνος στη μικρή οθόνη είναι πολύ περιορισμένος και φυσικά για να έχει καλό αποτέλεσμα θέλει και χρήματα τα οποία σε αυτές τις δύσκολες εποχές είναι πολυτέλεια ». Η κ. Λάμπρου υποστηρίζει ότι μπορεί κάποια πράγματα να φαίνονται λανθασμένα ή υπεραπλουστευμένα, αλλά «δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο κόσμος δεν είναι εξοικειωμένος με ιατρικούς όρους».

Τηλεοπτικά… νεκρός.  Παρακολουθώντας το σίριαλ, ούτε και οι ηθοποιοί και οι σεναριογράφοι είναι εξοικειωμένοι: «Ακούγεται πολλές φορές από τους γιατρούς οι οποίοι περιγράφουν την εικόνα του ασθενούς να λένε ότι είναι “κλινικά νεκρός”. Αυτό το λέμε όταν δεν λειτουργεί κανένα όργανο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν λειτουργούσε ο εγκέφαλος, άρα ο ασθενής ήταν «εγκεφαλικά νεκρός», παρατηρεί. Όμως η ιατρική στη μικρή οθόνη έχει τους δικούς της κανόνες οι οποίοι, δεν έχουν καμία ισχύ στην καθημερινότητα των νοσοκομείων. Για παράδειγμα, στον αξονικό τομογράφο, σε σκηνή του σίριαλ δεν υπάρχουν ακτινολόγοι: «Τη διάγνωση της αξονικής τομογραφίας στο σίριαλ την κάνουν η νοσοκόμα και η παθολόγος και, ενώ όλοι δεν μπορούν να καταλάβουν τι έχει η ασθενής, ξαφνικά την επόμενη ημέρα ανακαλύπτουν ότι έχει εγκεφαλική αιμορραγία, κάτι που φαίνεται εξαρχής στην αξονική τομογραφία».

Το ερώτημα είναι αν οι συγκεκριμένες σειρές με τέτοια θεματολογία έχουν ειδικούς συμβούλους, ώστε να προλαμβάνονται παρόμοια λάθη. Όπως εξηγεί ο σκηνοθέτης της σειράς Γιάννης Βασιλειάδης, «σε πολύ μεγάλο ποσοστό τόσο σεναριακά όσο και σκηνοθετικά σκανάρονται από γνώστες του αντικειμένου. Υπάρχουν όμως πράγματα που προς χάριν του κόστους και του χρόνου ο οποίος είναι πολύτιμος στην τηλεόραση περνάνε. Είτε γιατί ξεφεύγουν είτε γιατί δεν θεωρήθηκαν σημαντικά».

Κραυγαλέα λάθη. Η απλοποίηση πολλές φορές εξυπηρετεί μεν το τηλεοπτικό περιβάλλον, όμως την ίδια στιγμή βγαίνουν στον αέρα πράγματα ιδιαιτέρως κραυγαλέα. «Σε μια σκηνή βλέπουμε να γίνεται εξέταση της ασθενούς πάνω από τα ρούχα και μέσα σε 10΄΄ η γιατρός καταλαβαίνει ότι το αίτιο του τραυματισμού είναι ξυλοδαρμός και ότι υπάρχει εσωτερική αιμορραγία. Χωρίς καμία άλλη εξέταση η γιατρός καταλαβαίνει ότι έχει γίνει ρήξη σπληνός και την οδηγεί χωρίς καμία εξέταση που να το επιβεβαιώνει στο χειρουργείο». Τα λάθη σε μια ιατρική σειρά είναι μονόδρομος και κάποια δίνουν μόνο την εικόνα του πλατό! Η ασθενής παθαίνει καρδιοαναπνευστική ανακοπή, γίνεται επιτυχημένη ανάταξη με απινιδωτή. Και «ενώ θα έπρεπε να οδηγηθεί στη μονάδα εντατικής θεραπείας, την βλέπουμε καθιστή στα εξωτερικά ιατρεία να την φροντίζει ο πατέρας της. Επίσης, αφού δεν υπάρχει νευροχειρουργός την εγχείρηση εγκεφάλου την κάνει γενικός χειρουργός»!

Σε όλες τις σειρές, ελληνικές και ξένες, που υποτίθεται υπηρετούν τον όρκο του Ιπποκράτη υπάρχει ένα στοιχείο που περιγράφεται με χειρουργική ακρίβεια: η καθημερινότητα στα νοσοκομεία έχει έντονη ερωτική ατμόσφαιρα.

Επικίνδυνες πληροφορίες για τους τηλεθεατές

Στην… εντατική έβαλε τα πιο δημοφιλή σίριαλ- τα οποία στηρίζουν τα σενάριά τους στις ζωές ασθενών μέσα στα νοσοκομεία, σε ιατρικά περιστατικά και στις σχέσεις του νοσηλευτικού προσωπικού- μια ομάδα ιατρών από το Dalhousie University Ηalifax των ΗΠΑ μελέτησε τις σειρές “Dr. Ηouse”, “Grey΄s Αnatomy”, “Ιατρικές Υποθέσεις”, “Στην Εντατική”.

Σύμφωνα με τον Αndrew Μoeller, μέλος της ομάδας που έκανε την έρευνα, «οι τηλεοπτικές σειρές αποτελούν ενδεχομένως μια πολύ δυνατή μέθοδο εκπαίδευσης του κοινού στην αντιμετώπιση κρίσιμων καταστάσεων.

Έτσι, το εύρημα ότι τις μισές φορές παρουσιάζουν λανθασμένες πρακτικές δημιουργεί ανησυχία. Οι σύλλογοι ασθενών με επιληψία, για παράδειγμα, θα πρέπει να πιέσουν τα τηλεοπτικά κανάλια να φροντίζουν να τηρούνται οι κατευθυντήριες οδηγίες για την αντιμετώπιση των επιληπτικών κρίσεων». Δικαιολογημένη η ανησυχία του αφού, όπως προέκυψε από την έρευνα, από τα 59 τηλεοπτικά περιστατικά επιληπτικών κρίσεων ( τα 50 συνέβησαν μέσα στο νοσοκομείο) στα 25 προβλήθηκαν εντελώς λανθασμένες πρακτικές για την αντιμετώπιση της επιληπτικής κρίσης. Μόνο σε 17 περιστατικά η παροχή των πρώτων βοηθειών ήταν ενδεδειγμένη.

Τα λάθη που ανησύχησαν την ομάδα είναι αρκετά. Μεταξύ άλλων: Δεν είναι αναγκαίο να ακινητοποιείς τον ασθενή στο πάτωμα για να τον εμποδίσεις να κάνει τις ακούσιες κινήσεις του. Ακόμη, δεν χρειάζεται να βάλεις αντικείμενα στο στόμα του για να του τραβήξεις τη γλώσσα και να τον βοηθήσεις να αναπνεύσει. Μια άλλη σημαντική διαπίστωση της ομάδας είναι ότι δεν είναι απαραίτητο να ξεκουμπώνει ο γιατρός τα ρούχα στην περιοχή του λαιμού και να κρατάει το χέρι του ασθενούς μέχρι να τού περάσει η κρίση. Αν η κρίση κρατήσει πάνω από 5 λεπτά, χρειάζεται επειγόντως ιατρική βοήθεια.