Κάτσε (ξανά) καλά!
Οι αιμορροΐδες είναι μια κοινή πάθηση, γνωστή από την αρχαιότητα (αιγυπτιακός πάπυρος 1700 π.Χ). Οι επιδημιολογικές έρευνες έδειξαν ότι το 50% των ενηλίκων θα παρουσιάσει συμπτώματα από τις αιμορροΐδες στη διάρκεια του βίου του. Από το παραπάνω ποσοστό, στο 10%-20% απαιτείται χειρουργική επέμβαση.
Οι αιμορροΐδες είναι φυσιολογικοί ανατομικοί σχηματισμοί που βρίσκονται στον πρωκτικό σωλήνα και περιέχουν τα αγγεία του αιµορροϊδικού πλέγματος τα οποία συμβάλλουν στην προστασία του πρωκτικού σωλήνα και στον έλεγχο των κενώσεων. Οι αιμορροΐδες διακρίνονται σε εξωτερικές και εσωτερικές.
[abcf-grid-gallery-custom-links id=”2018″]
Για την εμφάνιση της αιμορροϊδοπάθειας ενοχοποιούνται διαφορετικοί μηχανισμοί:
- Μηχανική θεωρία (δυσκοιλιότης, ανύψωση βάρους)
- Αιμοδυναμική θεωρία (παρουσία αναστομώσεων μεταξύ αρτηριών και φλεβών στον πρωκτό)
- Υπερτονία του έσω σφικτήρα
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής με ελάχιστη ή καθόλου άσκηση, δυσκοιλιότητα, καθιστική ζωή, διατροφή χωρίς φρούτα και λαχανικά ενοχοποιούνται για την εμφάνιση της αιμορροϊδοπάθειας. Η διάγνωση των αιμορροΐδων είναι κατά βάση κλινική. Ωστόσο η πρωκτοσκόπηση ή η κολονοσκόπηση, μπορούν να επιβεβαιώσουν την αρχική διάγνωση.
Οι αιμορροΐδες ταξινομούνται σε τέσσερις βαθμούς βαρύτητας:
- Στον 1ο βαθμό υπάρχει δυσφορία στην κένωση, μικρή αιμορραγία και συνήθως ήπια δυσκοιλιότητα.
- Στον 2ο βαθμό μπορεί επιπλέον να υπάρχουν κνησμός δακτυλίου, έξοδος αιμορροΐδων με τις κενώσεις και συχνή αιμορραγία.
- Στον 3ο βαθμό η έξοδος των αιμορροΐδων προκαλεί πόνο και η ανάταξη τους γίνεται συνήθως με χειρισμό από τον ασθενή.
- Στον 4ο βαθμό υπάρχει έντονος πόνος στον πρωκτό, σκληρία στην περιοχή του σφιγκτήρα και οι αιμορροΐδες δεν ανατάσσονται.
[abcf-grid-gallery-custom-links id=”2020″]
Η χειρουργική θεραπεία των αιμορροΐδων εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις που η νόσος είναι μη αναστρέψιμη, η φαρμακευτική αγωγή δεν είχε αποτελέσματα ή τα ενοχλήματα καθιστούν τον ασθενή ανίκανο για τις καθημερινές του δραστηριότητες. Τότε λοιπόν θα πρέπει να επιλέγεται η χειρουργική θεραπεία εξατομικευμένα για κάθε ασθενή ως προς την επιλογή της χειρουργικής τεχνικής (HAL-RAR ή LASER) που θα εφαρμοστεί και η οποία θα προσφέρει ελαχιστοποίηση του πόνου και ταχεία ανάρρωση. Οι κλασσικές χειρουργικές επεμβάσεις εκτομής των αιμορροΐδων (LONGO, MILLIGAN-MORGAN) είναι επώδυνες, απαιτούν μακρά ανάρρωση και έχουν πιθανότητες επιπλοκών. Η χειρουργική τεχνική HAL-RAR με σύστημα υπερήχων “Doppler”, ανιχνεύει τις αιμορροΐδες στον πρωκτό και αυτές απολινώνονται με ειδικό απορροφήσιμο ράμμα με σύγχρονη ανάρτηση τους. Έτσι η ροή αίματος μειώνεται και οι αιμορροΐδες αρχίζουν άμεσα να συρρικνώνονται.
[abcf-grid-gallery-custom-links id=”2022″]
Τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα της νεότερης τεχνικής με υπερήχους HAL-RAR είναι :
- Ελάχιστα επεμβατική τεχνική
- Δεν υπάρχουν τομές στο δέρμα
- Δεν δημιουργούνται νεκρώσεις στους ιστούς
- Είναι ακριβής στον εντοπισμό των πασχόντων αιμορροΐδων
- Προσφέρει ανώδυνη θεραπεία
- Δεν απαιτεί γενική αναισθησία
- Άμεση επαναφορά μετεγχειρητικά στις καθημερινές δραστηριότητες
- Έχει εξαιρετικά αποτελέσματα επιτυχίας σε όλους τους βαθμούς αιμορροϊδοπάθειας (98%)
- Άριστα αποτελέσματα σε αιμορραγούσες αιμορροΐδες (98%)
- Ελάχιστες έως καθόλου μετεγχειρητικές επιπλοκές.
Εναλλακτική θεραπεία για αιμορροϊδοπάθεια 2ου-3ου βαθμού αποτελεί η χρήση LASER (Αιμορροϊδοπλαστική).
[abcf-grid-gallery-custom-links id=”2024″]
Είναι σύγχρονη και ασφαλής μέθοδος, διαρκεί 15-20 λεπτά, δεν προκαλεί καθόλου πόνο και έχει εξίσου άριστα αποτελέσματα.
Νικόλαος Γ. Μπερσής
Διευθυντής Δ’ Χειρουργικής Κλινικής Ερρίκος Ντυνάν Hospital Center
https://www.bersis.gr
Κονδυλώματα: Ένας θανάσιμος εχθρός
Τα κονδυλώματα προκαλούνται από τον ιό των ανθρώπινων κονδυλωμάτων (HPV). Αποτελούν ένα μέιζον ιατρικό πρόβλημα με παγκόσμια και καθολική διάδοση.
Περιεχόμενα:
Πόσο κοινές είναι οι λοιμώξεις από HPV;
Οι λοιμώξεις από HPV είναι τόσο κοινές ώστε σχεδόν όλοι οι άνδρες και γυναίκες θα προσβληθούν τουλάχιστον μία φορά από αυτές κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Στους περισσότερους ασθενείς δεν παρουσιάζουν συμπτώματα με αποτέλεσμα να μεταδίδουν τον ιό εν αγνοία τους.
Ποια είναι τα συμπτώματα της λοίμωξης από HPV;
Στους περισσότερους ασθενείς δεν παρουσιάζεται κάποια συμπτωματολογία. Στη συντριπτική πλειοψηφία η λοίμωξη υποχωρεί χωρίς φαρμακευτική θεραπεία μέσα σε περίπου 2 χρόνια. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις η λοίμωξη μπορεί να διαρκέσει περισσότερο και να προκαλέσει κάποια είδη καρκίνου ή άλλες νόσους.
Η λοίμωξη από HPV μπορεί να συνδέεται με:
- Καρκίνο του τραχήλου, του κόλπου και του αιδοίου στις γυναίκες
- Καρκίνο του πέους στους άντρες
- Καρκίνο του πρωκτού, του λαιμού, της γλώσσας και των αμυγδαλών τόσο στις γυναίκες όσο και στους άντρες.
Πώς μεταδίδεται ο ιός HPV;
Ο ιός του HPV μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή, με το κολπικό, το στοματικό ή/και το πρωκτικό σεξ. Ο φορέας μπορεί να μεταδώσει τον ιό ακόμα και αν ο ίδιος δεν παρουσιάζει συμπτώματα. Ο ιός μπορεί να παραμείνει στον οργανισμό ακόμα και χρόνια μετά τη σεξουαλική επαφή.
Σε σπάνιες περιπτώσεις η έγκυος μπορεί να μεταδώσει τον HPV στο βρέφος κατά τον τοκετό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση υποτροπιάζουσας θηλωμάτωσης του αναπνευστικού (RRP), μίας σπάνιας άλλα επικίνδυνης νόσου κατά την οποία κονδυλώματα σχηματίζονται στο εσωτερικό του λαιμού.
Ο HPV δεν μεταδίδεται από την επαφή με επιφάνειες της καθημερινότητας όπως από το καπάκι της τουαλέτας. Ωστόσο, ο HPV μπορεί να μεταδοθεί από σεξουαλικά βοηθήματα που έχουν χρησιμοποιηθεί από κάποιο φορέα του ιού.
Ποιος πρέπει να εμβολιαστεί για τον HPV;
Όλα τα κορίτσια και αγόρια μεταξύ 11 και 12 ετών πρέπει να λάβουν την προτεινόμενη σειρά εμβολιασμών για τον HPV. Τα έφηβα αγόρια και κορίτσια που δεν εμβολιάστηκαν, πρέπει να εμβολιστούν άμεσα. Ο εμβολιασμός πρέπει να γίνει στην προεφηβική ηλικία πριν ξεκινήσει η σεξουαλική δραστηριότητα.
Το εμβόλιο του HPV συνίσταται για τις γυναίκες ηλικίας μέχρι 26 ετών και τους άντρες μέχρι 21 καθώς και για τα άτομα που ανήκουν σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:
- Ομοφυλόφιλους ή αμφιφυλόφιλους νεαρούς άντρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άντρες μέχρι 26 ετών
- Νεαρούς ενήλικες με κάποια ανοσοκατασταλτική νόσο (όπως η λοίμωξη από HIV) μέχρι 26 ετών
Πόσο αποτελεσματικό είναι το εμβόλιο για το HPV;
Το εμβόλιο είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό. Κλινικές δοκιμές έχουν δείξει ότι μπορεί να προσφέρει μέχρι και 100% προστασία από προκαρκινικές καταστάσεις του τραχήλου και κονδυλώματα.
Το εμβόλιο για τον HPV χορηγείται ανάλογα με την ηλικία και όχι με τη σεξουαλική δραστηριότητα. Ακόμα και αν κάποιος έχει κάνει ήδη σεξ, πρέπει να κάνει το εμβόλιο αν η ηλικία του είναι κατάλληλη. Αν και η μόλυνση από HPV συνήθως συμβαίνει στις πρώτες σεξουαλικές επαφές, το εμβόλιο προστατεύει από παραπάνω του ενός στελέχη του ιού.
Πώς ξέρουμε ότι το εμβόλιο για το HPV είναι ασφαλές;
Και τα 3 εμβόλια που κυκλοφορούν – το Cervarix®, το Gardasil® και το Gardasil® 9 – έχουν δοκιμαστεί για πολλά χρόνια πριν κυκλοφορήσουν στην αγορά. Το FDA εγκρίνει ένα εμβόλιο μόνο αν είναι ασφαλές, αποτελεσματικό και πλεονεκτήματα από τη χορήγησή του υπερτερούν σε σχέση με τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Ο εμβολιασμός για τον HPV είναι εξαιρετικά σημαντικός. Ο HPV σχετίζεται με αρκετούς καρκίνους, η θεραπεία των οποίων περιλαμβάνει χειρουργικές επεμβάσεις, χημειοθεραπεία και ακτινοβολίες.
Φωτογραφία: cottonbro
Χλαμύδια: Ένα αφροδίσιο νόσημα με ανησυχητικές διαστάσεις στις νεαρές ηλικίες!
Είναι ένα από τα πλέον συχνά σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Προσβάλει άνδρες και γυναίκες όλων των ηλικιακών ομάδων, αν και παρατηρείται συχνότερα στις γυναίκες νεαρής ηλικίας. Προκαλείται από ένα ενδοκυττάριο βακτήριο που λέγεται Chlamydia trachomatis . Συνήθης κλινική εκδήλωση στη γυναίκα είναι η τραχηλίτιδα ενώ στους άνδρες μπορεί να εντοπιστεί στην ουρήθρα, το φάρυγγα η τον πρωκτό ανάλογα με το είδος της σεξουαλικής επαφής. Μεταδίδεται με το κολπικό, στοματικό ή πρωκτικό σεξ χωρίς προφυλάξεις. Οι έγκυες επίσης μπορούν να μεταδώσουν τη νόσο στο έμβρυο κατά τον φυσιολογικό τοκετό, προκαλώντας στο μωρό πυώδη επιπεφυκίτιδα ή πνευμονία. Γι αυτό είναι απαραίτητη η διενέργεια εξέτασης για χλαμύδια προ εγκυμοσύνης και κατά τη διάρκεια αυτής.
Τα συμπτώματα εκδηλώνονται περίπου 1-4 εβδομάδες μετά την «ύποπτη» επαφή και διαφέρουν λίγο μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στις γυναίκες περιλαμβάνουν ασυνήθιστες κολπικές εκκρίσεις, αίσθημα πόνου ή καύσου κατά την ούρηση, εντοπισμένο πόνο χαμηλά στην κοιλία ή μικρές αιμορραγίες που εμφανίζονται εκτός περιόδου. Οι άνδρες υποφέρουν κυρίως από δυσουρικά ενοχλήματα, έκκριμα από το πέος ή πόνο στους όρχεις.
Δυστυχώς όμως τα χλαμύδια τις περισσότερες φορές είναι «σιωπηλά » και οι ασθενείς δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα. Σχεδόν το 75% των γυναικών που έχουν χλαμύδια δεν παρουσιάζουν συμπτώματα, σε αντίθεση με τους άνδρες που εμφανίζουν συμπτώματα σε ποσοστό άνω του 50%.
Αν δεν χορηγηθεί εγκαίρως θεραπεία, η λοίμωξη μπορεί να επεκταθεί στις ωοθήκες και τις σάλπιγγες και να προκαλέσει τη λεγόμενη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου (PID-Pelvic inflammatory Disease). Αυτή η νόσος είναι εξαιρετικά σοβαρή αφού αποτελεί ένα από τα κυριότερα αίτια γυναικείας υπογονιμότητας και στειρότητας παγκοσμίως. Τα χλαμύδια έχει βρεθεί ότι επηρεάζουν και το σπέρμα των ανδρών περιορίζοντας τη γονιμότητά τους.
Οι ειδικοί λοιπόν συνιστούν, όλες οι γυναίκες ηλικίας κάτω των 25 ετών καθώς και οι μεγαλύτερες με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους να εξετάζονται τουλάχιστον μία φορά ετησίως για χλαμύδια. Δυστυχώς, σύμφωνα με μία πρόσφατη έρευνα, ένας πολύ μικρός αριθμός από αυτές εξετάζεται ετησίως κυρίως λόγω άγνοιας. Οι άνδρες επίσης θα πρέπει να ζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια εάν εμφανίσουν συμπτώματα.
Τι χρειάζεται για την εξέταση: Η συλλογή δειγμάτων μπορεί να γίνει από το έσω στόμιο της ουρήθρας (ουρηθρικό έκκριμα) ή τον ενδοτράχηλο της μήτρας (τραχηλικό επίχρισμα). Στις περιπτώσεις στοματικής ή πρωκτικής επαφής γίνεται από τον φάρυγγα, την περιοχή των αμυγδαλών και τον πρωκτό. Η ανίχνευση των χλαμυδίων μπορεί να γίνει και σε δείγμα ούρων.
Τι πρέπει να γνωρίζετε: Αν κάνατε στοματικό ή πρωκτικό σεξ, πρέπει να ενημερώσετε το γιατρό σας γιατί αυτές οι περιοχές μπορεί να έχουν μολυνθεί και το δείγμα ούρων να είναι αρνητικό.
Υπάρχουν διάφορες εργαστηριακές μέθοδοι για τη διάγνωση των λοιμώξεων του ουροποιογεννητικού συστήματος από χλαμύδια. Ως πλέον ευαίσθητες θεωρούνται οι μοριακές μέθοδοι (NAAT’s)που στηρίζονται στην ενίσχυση και πολλαπλασιασμό του νουκλεϊνικού οξέος των χλαμυδίων. Επιτρέπουν τον έλεγχο μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων όπως και ασυμπτωματικών ατόμων.
Οι ασθενείς που διαγιγνώσκονται με χλαμύδια θα πρέπει να εξετάζονται και για άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα όπως είναι ο γονόκοκκος, η σύφιλη και ο HIV.
Τα χλαμύδια θεραπεύονται σχετικά εύκολα με αντιβιοτικά. Ο γιατρός σας, θα σας ενημερώσει για το καταλληλότερο αντιμικροβιακό σχήμα. Ουσιώδους σημασίας είναι η αναζήτηση και η θεραπεία συντρόφων έως 60 ημέρες πριν την έναρξη της συμπτωματολογίας καθώς και η αποχή από τη σεξουαλική επαφή για όσο διάστημα λαμβάνεται η αντιβιωτική αγωγή.
Οι άνδρες και οι γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία για χλαμύδια θα πρέπει να επανεξετάζονται περίπου 3 μήνες μετά τη θεραπεία.
Οι περισσότερες λοιμώξεις που προκύπτουν μετά την ολοκλήρωση της, δεν αφορούν αποτυχία της θεραπείας, αλλά περισσότερο περιπτώσεις υποτροπής. Οι υποτροπές των μολύνσεων από χλαμύδια ταλαιπωρούν τις νέες γυναίκες, ως 20 ετών, όπως έδειξε έρευνα στις ΗΠΑ. Η υποτροπή παρουσιάστηκε στο 30% όσων είχαν νοσήσει από χλαμύδια. Προκύπτει κυρίως από την αδυναμία των σεξουαλικών συντρόφων να ακολουθήσουν πιστά τις θεραπευτικές οδηγίες ή την γρήγορη επιστροφή τους μετά την ίαση σε σεξουαλικές συνήθειες και πρακτικές του παρελθόντος. Αυτό υποδεικνύει την ανάγκη για τη βελτίωση της εκπαίδευσης και της θεραπείας των ερωτικών συντρόφων. Η καλύτερη πρόληψη ενάντια στα χλαμύδια είναι η τήρηση των ακόλουθων οδηγιών:
- σταθερή σεξουαλική σχέση
- σωστή χρήση του προφυλακτικού
- θεραπεία για χλαμύδια και στους δύο παρότι νοσεί ο ένας
- αποχή από την σεξουαλική πράξη κατά την διάρκεια της θεραπείας
- επανεξέταση 3-4 μήνες μετά την θεραπεία
Κλείστε τώρα ένα ραντεβού για ακριβή διάγνωση και αντιμετώπιση 2106972488
Δίαιτα και Φάρμακα: Ελπιδοφόρα Νέα
Σύμφωνα με μία πρόσφατη έρευνα, η ζήτηση των αντιδιαβητικών φαρμάκων είναι έως και 15 φορές μεγαλύτερη σε σχέση με τα φάρμακα για την παχυσαρκία. Το στατιστικό αυτό είναι ενδιαφέρον γιατί ο αριθμός των ασθενών που πληρούν τα κριτήρια για κάποιο φάρμακο για την παχυσαρκία είναι σχεδόν τετραπλάσιος από τον αντίστοιχο αριθμό των ασθενών που χρειάζονται αντιδιαβητικά φάρμακα.
Το γεγονός αυτό οφείλεται σε διάφορους λόγους. Αρχικά, οφείλεται στη λανθασμένη αντίληψη ότι η παχυσαρκία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με φαρμακευτική θεραπεία, αν και η πλειονότητα των κλινικών γιατρών υποστηρίζει ότι οι περισσότεροι ασθενείς δεν μπορούν να επιτύχουν ικανοποιητική απώλεια βάρους μόνο με αλλαγές στον τρόπο ζωής (δίαιτα και άσκηση).
Άλλη πιθανή αιτία είναι το μεγάλο κόστος των φαρμάκων για την παχυσαρκία που μπορεί να υπερβαίνει τα 200€ μηνιαίως. Αξίζει να σημειωθεί ότι το κόστος αυτό αρκετά συχνά δεν καλύπτεται από την ασφάλεια του ασθενούς.
Τέλος, ένας μεγάλος αριθμός γιατρών αποφεύγει να συνταγογραφήσει φάρμακα για την παχυσαρκία λόγω ελλιπούς ενημέρωσης για τις δράσεις και τις παρενέργειές τους.
Τα φάρμακα για την παχυσαρκία που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή στην αγορά μπορεί να επιτύχουν από 5 μέχρι 15% απώλεια βάρους σε συνδυασμό με δίαιτα και σωματική άσκηση. Αυτό βοηθά σημαντικά στην αντιμετώπιση του διαβήτη, της υπερλιπιδαιμίας, της υπέρτασης και πολλών άλλων παθήσεων.
Σήμερα, πέντε φάρμακα έχουν εγκριθεί για την παχυσαρκία για πρώτη φορά μετά από 13(!) χρόνια. Όλα προτείνονται για ασθενείς με Δείκτη Μάζας Σώματος >30kg/m2. Αυτά περιλαμβάνουν:
- Ορλιστάτη: Διπλασιάζει το ρυθμό απώλειας βάρους σε ασθενείς που βρίσκονται ήδη σε δίαιτα. Βοηθά, επίσης, στη διαβητική θεραπεία.
- Phentermine/Τοπιραμάτη ER: O συνδυασμός των δύο αυτών φαρμάκων ευνοεί σημαντικά την απώλεια βάρους και επιβραδύνει την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2.
- Lorcaserin: Προκαλεί απώλεια βάρους περίπου 8%, βελτιώνει την αρτηριακή πίεση και τον γλυκαιμικό έλεγχο.
- Ναλτερξόνη SR/ Βουπροπιόνη SR: Ο συνδυασμός των δύο αυτών φαρμάκων προκαλεί μέχρι και 8% μείωση του βάρους (μειώνει την όρεξη) ή μέχρι και 12% αν συνδυαστεί με αλλαγές στον τρόπο ζωής. Βελτιώνει επίσης τον γλυκαιμικό έλεγχο.
- Λιραγλουτίδη 3.0 mg: Προκαλεί απώλεια βάρους μέχρι και 9% ή 29% σε 3 χρόνια. Επιβραδύνει, ακόμη, την εμφάνιση διαβήτη κατά 80%.
Ινομυαλγία: Κύρια αιτία χρόνιου πόνου
Η ινομυαλγία έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας. Προσβάλλει κυρίως γυναίκες. Χαρακτηρίζεται από επίμονο, διάχυτο μυοσκελετικό πόνο και ευαισθησία. Συνοδεύεται από μία σειρά άλλων συμπτωμάτων όπως διαταραχές του ύπνου, κόπωση και συναισθηματική δυσλειτουργία.
Επιδημιολογία
- Επηρεάζει 2-10% του πληθυσμού ανεξαρτήτως φυλής ή ηλικίας
- Είναι 7 φορές πιο συχνή σε γυναίκες παρά σε άντρες
- Επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής του ασθενούς καθώς και τις καθημερινές του δραστηριότητες
Κλινική εικόνα
- Η ινομυαλγία έχει σταδιακή ή μετατραυματική εμφάνιση
- Ο πόνος περιγράφεται ως ένα επίμονο, διάχυτο, βαθύ αίσθημα στους μύες και συνήθως είναι συνεχής
- Τα κλινικά συμπτώματα που σχετίζονται με την ινομυαλγία περιλαμβάνουν συναισθηματική δυσλειτουργία, γνωστικά ελλείμματα, απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης, πονοκέφαλο και κούραση κατά τη διάρκεια της ημέρας που ομοιάζει σωματική κόπωση
- Ένα σύνολο κλινικών καταστάσεων συμβαίνουν συχνότερα σε ασθενείς με ινομυαλγία (συνοδά νοσήματα):
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (IBS)
- Κόπωση (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου της χρόνιας κόπωσης)
- Διαταραχές του ύπνου
- Δυσμηνόρροια, διάμεση κυστίτιδα και άλλες ρευματικές παθήσεις
- Οι ασθενείς με ινομυαλγία παρουσιάζουν διαταραχές των αντιδράσεων στα επώδυνα ερεθίσματα:
- Υπερευαισθησία στα επώδυνα ερεθίσματα
- Χαμηλότερο όριο αίσθησης πόνου σε θερμικά, μηχανικά, ηλεκτρικά και χημικά ερεθίσματα
- Μεγαλύτερη αισθητικότητα σε ένα ερέθισμα πόνου που επαναλαμβάνεται
- Μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια πόνου μετά από την έγχυση υπέρτονου φυσιολογικού ορού
Διαγνωστικά κριτήρια
Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται σήμερα για τη διάγνωση της ινομυαλγίας έχουν οριστεί από το Αμερικανικό Κολέγιο της Επιτροπής Ρευματολογίας το 1990:
- Ιστορικό διάχυτου πόνου (στο σώμα και τα τέσσερα άκρα) διάρκειας τουλάχιστον τριών μηνών
- Ευαισθησία στην ψηλάφηση σε τουλάχιστον 11 από τα 18 σημεία ευαισθησίας (εικόνα)
Διάγνωση και Θεραπεία
- Η ινομυαλγία μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αναπηρία και να μειώσει έτσι δραστικά την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Η πλήρης υποχώρηση των συμπτωμάτων είναι εξαιρετικά απίθανη, πάντως η κατάλληλη θεραπεία μπορεί να έχει ικανοποιητικά αποτελέσματα.
- Η διαχείριση της ινομυαλγίας περιλαμβάνει:
- Εκπαίδευση του ασθενούς και της οικογένειάς του πάνω στη νόσο
- Ενθάρρυνση του ασθενούς να αναλάβει ενεργό ρόλο στη θεραπεία του
- Ψυχολογική και ψυχιατρική υποστήριξη
- Φυσιοθεραπεία, κυρίως με ένα πρόγραμμα αερόβιας άσκησης σε συνδυασμό με μασάζ ή TENS
- Τα ακόλουθα φάρμακα έχουν αποδειχθεί αρκετά χρήσιμα στη θεραπεία της νόσου:
- Χαμηλή δόση τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (αμιτριπτυλίνη)
- Διπλοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νορεπινεφρίνης
- Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης
- Αντιεπιληπτικά φάρμακα (γκαμπαπεντίνη, πρεγκαμπαλίνη)
- Τακτική παρακολούθηση από γιατρό
Αρκετές παθήσεις μπορεί να έχουν ως σύμπτωμα πόνο σε διάφορες περιοχές του σώματος, επομένως ο γιατρός σας ίσως σας ζητήσει να κάνετε εξετάσεις αίματος ή ακτινογραφία για να τις αποκλείσει από τη διαφορική διάγνωση. Οι ασθένειες αυτές περιλαμβάνουν:
- Χαμηλά επίπεδα ορμονών του θυρεοειδούς (υποθυρεοειδισμός)
- Ανεπάρκεια Βιταμίνης D
- Αρθρίτιδα
- Σύνδρομο χρόνιας κόπωσης
- Κατάθλιψη
- Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου
- Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο
- Νόσους του παραθυρεοειδούς
- Μυϊκές νόσους
- Οστικές νόσους
- Αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα (υπερασβεστιαιμία)
- Λοιμώδη νοσήματα
- Καρκίνο
Η παχυσαρκία συνδέεται με 11 καρκίνους
Ο καρκίνος είναι η κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως.
Κάθε χρόνο εμφανίζονται 12.7 εκατομμύρια νέα περιστατικά από τα οποία 7.6 εκατομμύρια καταλήγουν. Το αυξημένο σωματικό βάρος έχει σχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα νόσησης και τελικά θανάτου από αρκετές παθήσεις μεταξύ των οποίων καρκίνο, διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακή νόσο.
Η παχυσαρκία είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα υγείας σήμερα. Τα τελευταία 40 χρόνια ο αριθμός των παχύσαρκων γυναικών έχει διπλασιαστεί ενώ ο αντίστοιχος αριθμός των αντρών έχει τριπλασιαστεί. Ο συνολικός αριθμός των παχύσαρκων ατόμων έχει αυξηθεί από 857 εκατομμύρια το 1980 σε 2.1 δισεκατομμύρια το 2013.
Σύμφωνα με μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στις 28 Φεβρουαρίου στο British Medical Journal υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του αυξημένου σωματικού λίπους και 11 μορφών καρκίνου:
- Αδενοκαρκίνωμα του οισοφάγου
- Πολλαπλό Μυέλωμα
- Καρκίνος του στομάχου
- Καρκίνος του παχέος εντέρου
- Καρκίνος του ορθού
- Καρκίνος των χοληφόρων
- Καρκίνος του παγκρέατος
- Καρκίνος του μαστού (μετά την εμμηνόπαυση)
- Καρκίνος του ενδομητρίου (πριν την εμμηνόπαυση)
- Καρκίνος των ωοθηκών
- Καρκίνος των νεφρών
Το συμπέρασμα από αυτά τα δεδομένα είναι ότι η μείωση του περιττού σωματικού βάρους μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη του καρκίνου. Επιπλέον, νέα στοιχεία δείχνουν η παχυσαρκία στην παιδική ηλικία αυξάνει επίσης την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου στην ενήλικη ζωή. Οι κλινικοί γιατροί, ειδικά αυτοί στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στη μείωση και πρόληψη της παχυσαρκίας και κατ’ επέκταση στις μορφές καρκίνου που συνδέονται με αυτή.
Τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα.
Η ώρα για δράση είναι ΤΩΡΑ.
Κάντε τώρα Τσεκ απ.
Φυματίωση
Η Φυματίωση (TB) είναι μία λοιμώδης νόσος που απασχόλησε την ανθρωπότητα επί χιλιάδες χρόνια. Προκαλείται από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης και μεταδίδεται αερογενώς από άτομο σε άτομο . Οι βάκιλοι της φυματίωσης συνήθως προσβάλλουν τους πνεύμονες, αλλά μπορούν να προσβάλλουν δευτερογενώς και άλλα όργανα του σώματος όπως τα νεφρά, τη σπονδυλική στήλη και τον εγκέφαλο. Αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως , η φυματίωση μπορεί να επιφέρει ακόμα και το θάνατο. Ας μη ξεχνάμε άλλωστε ότι η φυματίωση ήταν κάποτε μία από τις κυριότερες αιτίες θανάτου παγκοσμίως.
Ωστόσο, η επαφή με το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης δεν οδηγεί απαραίτητα στην εκδήλωση κλινικά ενεργού λοίμωξης . Οι άνθρωποι που μολύνονται αλλά δεν εμφανίζουν συμπτώματα, έχουν αυτό που ονομάζουμε λανθάνουσα φυματίωση.
Οι πάσχοντες από ενεργό φυματίωση μπορούν να αντιμετωπιστούν με την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Επιπλέον, οι ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση μπορούν να λάβουν προφυλακτική αγωγή ώστε να μην παρουσιάσουν ποτέ ενεργή νόσο.
Πώς μεταδίδεται η φυματίωση;
Ο βασικός τρόπος μετάδοσης της φυματίωσης είναι η εισπνοή μολυσμένων σταγονιδίων που παράγονται σε κάθε βήχα ή φτάρνισμα ασθενών με πνευμονική ή λαρυγγική φυματίωση. Αυτά τα σταγονίδια μπορούν να αιωρούνται στον αέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν εισπνευστούν, εγκαθίστανται στα βρογχιόλια και τις κυψελίδες του πνεύμονα.
Εκεί τα μυκοβακτηρίδια έχουν την ικανότητα να επιζούν, να πολλαπλασιάζονται και να μεταφέρονται αιματογενώς ή λεμφογενώς σε άλλα όργανα. Όταν ενεργοποιηθεί το ανοσολογικό σύστημα , ο πολλαπλασιασμός των μυκοβακτηριδίων σταματά και η επέκταση της λοίμωξης αναστέλλεται. Ο ασθενής παραμένει ασυμπωματικός, έχοντας ως μοναδική ένδειξη φυματικής λοίμωξης τη θετικοποίηση της δερμοαντίδρασης Mantoux.
Τα άτομα που εμφανίζουν εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά, συχνά δεν καταφέρνουν να περιχαρακώσουν την λοίμωξη, η οποία εξελίσσεται ταχέως σε κλινικά ενεργή νόσο, τη λεγόμενη πρωτογενή φυματίωση.
Η ενεργός πνευμονική φυματίωση είναι μολυσματική. Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής μπορεί να μεταδώσει τη νόσο. Οι ασθενείς με ενεργό φυματίωση μεταδίδουν συχνότερα τη νόσο σε άτομα της καθημερινής τους ζωής, όπως μέλη της οικογένειας , φίλους, συναδέλφους ή συμμαθητές.
Η εξωπνευμονική φυματίωση που αφορά προσβολή άλλων οργάνων όπως π.χ. τα νεφρά, τη σπονδυλική στήλη, τους λεμφαδένες, το ουροποιητικό σύστημα ή τον εγκέφαλο συνήθως δεν είναι μολυσματική.
Τι είναι η λανθάνουσα φυματίωση;
Στους περισσότερους ασθενείς που μολύνονται από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης , το ανοσοποιητικό σύστημα επεμβαίνει και αναστέλλει την εμφάνιση λοίμωξης. Αυτό επιτυγχάνεται με την ενεργοποίηση των κυττάρων της άμυνας και το σχηματισμό κοκκιωμάτων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον , οι βάκιλοι της φυματίωσης αδρανοποιούνται, αλλά παραμένουν στο σώμα σε λανθάνουσα κατάσταση και μπορεί να ενεργοποιηθούν στο μέλλον. Αυτό ονομάζεται λανθάνουσα φυματίωση. Οι ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση:
- Δεν έχουν συμπτώματα
- Δεν νιώθουν άρρωστοι
- Δεν είναι μεταδοτικοί
- Συνήθως έχουν θετική δερμοαντίδραση Mantoux ή θετική εξέταση αίματος για φυματίωση (positive TB blood test)
- Μπορεί να παρουσιάσουν ενεργή νόσο αν δεν λάβουν θεραπεία για τη λανθάνουσα φυματίωση
Οι περισσότεροι ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση δεν παρουσιάζουν ποτέ ενεργή νόσο. Στους ασθενείς αυτούς οι βάκιλοι της φυματίωσης παραμένουν αδρανείς εφ’ όρου ζωής. Σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών , ειδικά σε αυτούς με αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα, ενεργοποιούνται, πολλαπλασιάζονται και προκαλούν ενεργή νόσο.
Πότε λέμε ότι έχουμε ενεργή φυματίωση;
Όταν το ανοσοποιητικό σύστημα δεν είναι ικανό να σταματήσει τον πολλαπλασιασμό των μυκοβακτηριδίων της φυματίωσης, αυτά πολλαπλασιάζονται στο σώμα και προκαλώντας ιστική βλάβη και τελικά ενεργή νόσο. Σε κάποιους ασθενείς η νόσος παρουσιάζει συμπτώματα αμέσως μετά τη μόλυνση (σε διάστημα μερικών εβδομάδων). Άλλοι ασθενείς μπορεί να νοσήσουν μέχρι και πολλά χρόνια αργότερα όταν το ανοσοποιητικό τους σύστημα αποδυναμωθεί για διάφορους λόγους.
Αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα έχουν συνήθως τα βρέφη και τα μικρά παιδιά, καθώς και οι ασθενείς που νοσούν από τον ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας (HIV) . Άλλες παθήσεις ή καταστάσεις που αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες εξελίξεως της λανθάνουσας φυματίωσης σε φυματίωση είναι :
- Κατάχρηση Ουσιών
- Σακχαρώδης Διαβήτης
- Πυριτίαση-Πνευμοκονίαση
- Κακοήθη νοσήματα(ειδικά όγκοι της κεφαλής και του τραχήλου)
- Λευχαιμία ή νόσος του Hodgkin
- Σοβαρή Νεφρική Νόσος
- Χαμηλό Σωματικό Βάρος
- Μεταμοσχεύσεις ή θεραπεία με κορτικοστεροειδή
- Εξειδικευμένες θεραπείες ( anti-TNF βιολογικοί παράγοντες) για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, τη νόσο του Crohn ή άλλα αυτοάνοσα νοσήματα
Τα συμπτώματα της φυματίωσης εξαρτώνται από το όργανο του σώματος το οποίο προσβάλει. Η φυματίωση στους πνεύμονες μπορεί να ευθύνεται για:
- Έντονο βήχα διάρκειας τριών εβδομάδων ή περισσότερο
- Θωρακικό άλγος, πλευροδυνία, δύσπνοια
- Βήχα με αίμα ή αιμόπτυση
Άλλα συμπτώματα της φυματίωσης περιλαμβάνουν:
- Αδυναμία ή κόπωση
- Απώλεια βάρους
- Απώλεια της όρεξης
- Ρίγη
- Πυρετό
- Νυχτερινές εφιδρώσεις
Παράγοντες Κινδύνου για την εμφάνιση Φυματίωσης
Γενικά, τα άτομα που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης φυματίωσης ανήκουν σε μία από τις ακόλουθες δύο κατηγορίες:
- Άτομα που έχουν μολυνθεί πρόσφατα με το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης.
- Επαφές με άτομα που έχουν την μολυσματική μορφή της φυματίωσης
- Άτομα που έχουν ταξιδέψει σε χώρες με υψηλά ποσοστά φυματίωσης
- Παιδιά κάτω των 4 ετών με θετική δερμοαντίδραση Mantoux
- Κοινωνικές ομάδες που παρουσιάζουν μεγάλα ποσοστά φυματίωσης όπως άστεγοι, χρήστες ναρκωτικών ή άτομα με HIV
- Άτομα που δουλεύουν σε νοσοκομεία, καταφύγια αστέγων, σωφρονιστικά ιδρύματα, γηροκομεία ή κέντρα για ασθενείς με HIV
- Άτομα με χρόνια υποκείμενα νοσήματα και εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα
Πώς γίνεται η διάγνωση της φυματίωσης;
‘Όλοι οι ασθενείς ανεξάρτητα από την εντόπιση της νόσου, πρέπει να υποβάλλονται σε ακτινογραφία θώρακος.
Η εξέταση Mantoux είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος για να δούμε αν κάποιος έχει μολυνθεί από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης. Πραγματοποιείται με την ενδοδερμική χορήγηση 0,1 ml φυματίνης στο άνω τριτημόριο του πήχη. Το αποτέλεσμα της δοκιμασίας αυτής αξιολογείται 48 ώρες μετά , μετρώντας τη διάμετρο της σκληρίας που δημιουργείται στο σημείο της έγχυσης.
Η διάμετρος που καθιστά θετική τη δοκιμασία εξατομικεύεται από άτομο σε άτομο.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΦΥΜΑΤΙΝΟΑΝΤΙΔΡΑΣΩΣ MANTOUX
Διήθηση 5 mm
- HIV οροθετικοί
- Πρόσφατη επαφή με άτομο με ενεργό φυματίωση
- Χρονία ανοσοκαταστολή
- Ευρήματα στην ακτινογραφία του θώρακα, συμβατά με παλαιά φυματίωση
Διήθηση 15 mm
- Άτομα άνευ παραγόντων κινδύνου
Διήθηση 10 mm
- Μετανάστες από χώρες με υψηλή επίπτωση φυματίωσης
- Χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών ουσιών
- Διαμονή και εργασία σε χώρους υψηλού κινδύνου (νοσοκομεία, καταφύγια αστέγων, ιδρύματα)
- Άτομα με παράγοντες κινδύνου για νόσηση από φυματίωση
- Παιδιά κάτω των 4 ετών
Θετική δοκιμασία Mantoux δεν σημαίνει νόσηση. Μπορεί να υποδηλώνει λοίμωξη από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης σε κάποια της ζωής ή παλαιό εμβολιασμό με BCG. Συνήθως βέβαια η διάμετρος της φυματινοαντίδρασης, λόγω εμβολιασμού δεν ξεπερνά τα 10mm.
Σημαντικός στη διάγνωση της λανθάνουσας φυματίωσης είναι και ο ρόλος νεότερων μοριακών δοκιμασιών IGRA’s (Quantiferon ή Τ-spot TB) που ανιχνεύουν με έμμεσο τρόπο την ύπαρξη ειδικών αντιγόνων του μυκοβακτηριδίoυ της φυματίωσης στο αίμα.
Πλεονεκτούν σε σχέση με τη Mantoux, διότι δεν θετικοποιούνται μετά τον εμβολιασμό με BCG.
Επί ισχυρής υποψίας για κλινικά ενεργή νόσο η διαγνωστική διαδικασία περιλαμβάνει ανάλογα με την εντόπιση της λοίμωξης πιο εξειδικευμένες εξετάσεις όπως είναι η άμεση μικροσκοπική εξέταση κλινικών δειγμάτων (π.χ. πτυέλων) και η ειδική καλλιέργεια βιολογικών υλικών που θα επιτρέψουν την ανίχνευση και ταυτοποίηση του μυκοβακτηριδίου της φυματίωσης. Στη φαρέτρα μας υπάρχουν πλέον και νεότερες μοριακές τεχνικές που μας επιτρέπουν την ταχύτερη διάγνωση και την έγκαιρη έναρξη θεραπείας.
Ποια είναι η θεραπεία της φυματίωσης;
Μπορεί η επίπτωση της νόσου με την ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης και της βελτίωσης των συνθηκών υγιεινής να έχει μειωθεί δραματικά, παραμένει ωστόσο μια από τις πιο θανατηφόρους νόσους στον κόσμο. Η θεραπεία της Φυματίωσης συνήθως συνίσταται σ τη λήψη αντιφυματικής αγωγής για αρκετούς μήνες
Η φαρμακευτική αγωγή, ειδικά αν χορηγηθεί έγκαιρα, μπορεί να είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματική στη αντιμετώπιση της νόσου.
Στόχοι αντιφυματικής αγωγής
- Ίαση του ασθενούς
- Διακοπή της μεταδοτικότητας της νόσου
- Πρόληψη της ανάπτυξης αντοχής στα αντιφυματικά φάρμακα.
Στις περισσότερες περιπτώσεις η νοσηλεία του ασθενούς δεν είναι απαραίτητη και η αγωγή γίνεται κατ’ οίκον. Προϊούσης της θεραπείας, ο ασθενής γίνεται όλο και λιγότερο μεταδοτικός.
Νοσηλείας χρήζουν οι φυματικοί ασθενείς που παρουσιάζουν εκτεταμένη πνευμονική φυματίωση με επιπλοκές όπως είναι η μαζική αιμόπτυση ή ο πνευμοθώρακας , αυτοί που πάσχουν από φυματίωση ζωτικών οργάνων (εγκέφαλος, καρδιά, νεφροί, νωτιαίος μυελός κ.λπ.), καθώς και αυτοί που δεν είναι σε θέση να λάβουν σωστά την αγωγή τους.
Πώς θεραπεύεται η πνευμονική φυματίωση;
Αν διαγνωστείτε με ενεργό πνευμονική φυματίωση, τότε το πιθανότερο είναι ότι θα σας χορηγηθεί ένας συνδυασμός αντιφυματικών φαρμάκων για τουλάχιστον 6 μήνες.
Η συνήθης θεραπεία περιλαμβάνει:
- Δύο αντιφυματικά φάρμακα (ισονιαζίδη και ριφαμπικίνη) που θα λάβετε για ένα διάστημα 6 μηνών.
- Δύο επιπλέον αντιφυματικά φάρμακα (πυραζιναμίδη και εθαμβουτόλη) που θα συγχορηγηθούν με τα προηγούμενα για τους 2 πρώτους μήνες της θεραπείας.
Τα φάρμακα χορηγούνται όλα μαζί εφ’ άπαξ ημερησίως . Η λήψη τροφής εμποδίζει την απορρόφηση τους γι αυτό και συστήνεται να λαμβάνονται 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά το γεύμα.
Μπορεί να περάσουν και αρκετές εβδομάδες μέχρι να αρχίσετε να νιώθετε καλύτερα. Η ακριβής χρονική διάρκεια θα εξαρτηθεί από τη γενικότερη κατάσταση της υγείας σας και τη βαρύτητα της φυματίωσης.
Μετά τη λήψη αντιφυματικών για περίπου 2 εβδομάδες, οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν σαφή βελτίωση και συνήθως στο τέλος του πρώτου μήνα αγωγής παύουν να είναι μολυσματικοί.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να συνεχίσετε και να ολοκληρώσετε τη θεραπεία με τα αντιφυματικά σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας.
Αν σταματήσετε τη θεραπεία πριν την ολοκλήρωσή της ή δεν παίρνετε τα φάρμακα σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας, μπορεί να επιτρέψετε στα μυκοβακτηρίδια να αναπτύξουν ανθεκτικότητα στα συγκεκριμένα φάρμακα.
Αυτό μπορεί να αυξήσει αρκετά τη χρονική διάρκεια της θεραπείας σας και να αναγκάσει το γιατρό να σας χορηγήσει διαφορετικά, λιγότερο αποτελεσματικά και ενδεχομένως πιο τοξικά φάρμακα.
Αν δυσκολεύεστε να παίρνετε τα φάρμακά σας καθημερινά, απευθυνθείτε στους κατάλληλους επαγγελματίες υγείας για να σας βοηθήσουν στον συγκεκριμένο τομέα.
Εφόσον η θεραπεία ολοκληρωθεί σωστά, πρέπει να επισκεφθείτε το γιατρό σας μόνο αν επανεμφανιστούν κάποια συμπτώματα της νόσου, κάτι που όμως συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια.
Εξωπνευμονική Φυματίωση
Η εξωπνευμονική φυματίωση – η φυματίωση που έχει συμπτώματα σε όργανα εκτός των πνευμόνων – θεραπεύεται με τα ίδια αντιβιοτικά που χορηγούνται και στην πνευμονική φυματίωση. Ωστόσο η διάρκεια χορήγησης της φαρμακευτικής αγωγής είναι συνήθως πολύ μεγαλύτερη.
Αν η φυματίωση προσβάλει το κεντρικό νευρικό σύστημα ή το περικάρδιο , μπορεί να κριθεί απαραίτητη η συγχορήγηση κορτικοστεροειδών μαζί με τα αντιφυματικά.
Όπως και με την πνευμονική φυματίωση, είναι σημαντικό να ακολουθήσετε ακριβώς τις οδηγίες του γιατρού σας ως προς τη διάρκεια της φαρμακευτικής αγωγής. Σε αντίθεση με την πνευμονική φυματίωση, όπου η ανταπόκριση κρίνεται σύμφωνα με την ακτινογραφία θώρακος στην εξωπνευμονική φυματίωση είναι δύσκολο να καθοριστεί η ανταπόκριση στη θεραπεία, η διάρκεια της αγωγής δεν είναι συγκεκριμένη και πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με την κλινική εικόνα του ασθενούς. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια της αντιφυματικής αγωγής, τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν για υποτροπή της νόσου.
Λανθάνουσα Φυματίωση
Κάθε ασθενής υποψήφιος για έναρξη θεραπείας λανθάνουσας φυματίωσης πρέπει οπωσδήποτε να ελεγχθεί προηγουμένως στα εξής σημεία:
- Να αποκλειστεί η πιθανότητα ενεργού φυματίωσης.
- Να εξεταστεί αν ο ασθενής έχει υποβληθεί κατά το παρελθόν σε αντιφυματική αγωγή.
- Να καταγραφούν τυχόν προβλήματα υγείας που επιπλέκουν ή επηρεάζουν τη χορήγηση φαρμάκων ή χρειάζονται συστηματική παρακολούθηση.
Αν έχετε λανθάνουσα φυματίωση και η ηλικία σας υπερβαίνει τα 65 έτη, ίσως πρέπει να λάβετε θεραπεία για φυματίωση προληπτικά. Ωστόσο, τα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της φυματίωσης έχουν ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση ηπατικών βλαβών σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Αν πάσχετε από κάποια ηπατική νόσο και είστε μεταξύ 35 και 65 ετών, καλό είναι να συζητήσετε με το γιατρό σας αν πρέπει να λάβετε θεραπεία για τη λανθάνουσα φυματίωση.
Αν υπάρχει η υποψία ότι η λανθάνουσα φυματίωση είναι ανθεκτική στη φαρμακευτική θεραπεία, δεν χρειάζεται να πάρετε κάποιο φάρμακο μέχρι να εμφανιστούν συμπτώματα από τη νόσο.
Ακόμη, αν χρειάζεται να πάρετε φάρμακα που θα αποδυναμώσουν το ανοσοποιητικό σας σύστημα όπως κορτικοστεροειδή, χημειοθεραπευτικά ή βιολογικούς παράγοντες (πχ. anti TNF) πρέπει να είστε ιδιαίτερα προσεκτικοί καθώς το γεγονός αυτό μπορεί να ενεργοποιήσει μία λανθάνουσα φυματίωση. Στην περίπτωση αυτή η λήψη προφυλακτικής αγωγής είναι επιβεβλημένη.
Η θεραπεία της λανθάνουσας φυματίωσης συνήθως περιλαμβάνει:
- Ένα συνδυασμό ριφαμπικίνης και ισονιαζίδης για 3 μήνες ή
- Ισονιαζίδη για 9 μήνες
Ανεπιθύμητες ενέργειες αντιφυματικών φαρμάκων
Τα φάρμακα για τη φυματίωση είναι σχετικά ασφαλή. Κάποιες φορές μπορεί να προκαλέσουν παρενέργεις.
Έτσι λοιπόν η ισονιαζίδη έχει σχετιστεί συχνά με ηπατοτοξικότητα και περιφερική νευρίτιδα. Για να μειωθεί ο κίνδυνος αυτός συνήθως χορηγείται βιταμίνη B6 (πυριδοξίνη) σαν συμπληρωματικό φάρμακο με την ισιονιαζίδη. Η λειτουργία του ήπατος παρακολουθείται τακτικά για την πρόληψη επιπλοκών.
Σπανιότερα, τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της φυματίωσης μπορεί να προκαλέσουν οπτική νευρίτιδα που εκδηλώνεται με μείωση της οπτικής οξύτυτας και δυσχρωματοψία. Αν πρόκειται να σας χορηγηθεί εθαμβουτόλη, πρέπει να ελεγχθεί η όρασή σας πριν την έναρξη της θεραπείας.
Επικοινωνήστε αμέσως με το γιατρό σας αν παρουσιάσετε κάποιο από τα παρακάτω συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας σας:
- Κίτρινη χροιά του δέρματος και των οφθαλμών σας (ίκτερος)
- Ανεξήγητος πυρετός
- Μούδιασμα στα χέρια ή τα πόδια σας
- Εξάνθημα ή φαγούρα στο δέρμα σας
- Θόλωση της όρασης
Η ριφαμπικίνη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα ορισμένων μεθόδων αντισύλληψης όπως είναι το αντισυλληπτικό χάπι. Αν λαμβάνετε θεραπεία με ριφαμπικίνη θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε κάποια άλλη μέθοδο αντισύλληψης.
Η ριφαμπικίνη έχει επίσης αλληλεπιδράσεις και με άλλα φάρμακα, επομένως είναι σημαντικό να ενημερώσετε το γιατρό σας αν παίρνετε κάποιο άλλο φάρμακο πριν ξεκινήσετε θεραπεία για τη φυματίωση.
Πρόληψη της εξάπλωσης
Αν διαγνωστείτε με πνευμονική φυματίωση, θα μπορείτε να μεταδώσετε τη νόσο κατά τις 2-4 πρώτες εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας σας.
Συνήθως δεν χρειάζεται να απομονωθείτε κατά τη διάρκεια αυτή, αλλά είναι σημαντικό να λάβετε κάποιες βασικές προφυλάξεις με σκοπό να αποτρέψετε την εξάπλωση της νόσου στην οικογένεια και τους φίλους σας.
- Απέχετε από τη δουλειά ή το σχολείο όσο χρόνο σας προτείνει ο γιατρός σας
- Καλύπτετε πάντα το στόμα σας με ένα χαρτομάντηλο όταν βήχετε, φταρνίζεστε ή γελάτε
- Πετάξτε τις χαρτοπετσέτες σε μία καλά σφραγισμένη κλειστή σακούλα
- Αφήστε τα παράθυρα ανοιχτά όσο είναι δυνατό για να διασφαλιστεί μία καλή ανακύκλωση του αέρα σε δωμάτια που πρέπει να περάσετε αρκετό χρόνο
- Μην κοιμάστε στο ίδιο δωμάτιο με άλλα άτομα – μπορεί να βήχετε ή να φταρνίζεστε στον ύπνο σας και να μεταδίδετε έτσι τη νόσο
Τι πρέπει να κάνω αν κάποιος οικείος μου έχει φυματίωση;
Όταν κάποιος διαγνωστεί με φυματίωση, ο γιατρός του είναι υπεύθυνος για να εκτιμήσει αν το στενό του περιβάλλον διατρέχει κίνδυνο μόλυνσης.
Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει το οικογενειακό ή το εργασιακό περιβάλλον του, καθώς και φίλους από την καθημερινότητά του.
Οποιοσδήποτε πιστεύει ότι μπορεί να έχει μολυνθεί με το βάκιλο της φυματίωσης, πρέπει να ελεγχθεί άμεσα και να λάβει την απαραίτητη θεραπεία.
Υπάρχει εμβόλιο για τη φυματίωση; Πόσο αποτελεσματικός είναι ο εμβολιασμός για την πρόληψη της;
Ναι υπάρχει και λέγεται BCG. Γίνεται σε βρέφη και μικρά παιδιά. Στην Ελλάδα το BCG περιλαμβάνεται στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού και γίνεται στην ηλικία των 6 ετών. Ο εμβολιασμός BCG έχει αποδειχθεί αποτελεσματικός στη μείωση κινδύνου κεγχροειδούς φυματίωσης και φυματιώδους μηνιγγίτιδας στα παιδιά. Χρησιμοποιείται επίσης για την προφύλαξη ενηλίκων που έχουν έρθει σε επαφή με το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης. Η αποτελεσματικότητα του για την πρόληψη της φυματίωσης στους ενήλικες ποικίλλει. Σε κάποιους δρα λιγότερο αποτελεσματικά με αποτέλεσμα να έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν τη νόσο.
Ψωριασική Αρθρίτιδα
Τι είναι η Ψωριασική Αρθρίτιδα;
Η ψωριασική αρθρίτιδα είναι μία μορφή αρθρίτιδας (φλεγμονής των αρθρώσεων) που μπορεί να επηρεάσει ασθενείς που πάσχουν από τη δερματική νόσο γνωστή ως ψωρίαση. Η ψωρίαση είναι μία αρκετά συχνή πάθηση που χαρακτηρίζεται από ερυθηματώδεις, ξηρές, φολιδώδεις πλάκες στο δέρμα που επικαλύπτονται από αργυρόχροα λέπια. Η ψωριασική αρθρίτιδα μπορεί να επηρεάσει οποιαδήποτε άρθρωση του σώματος, συμπεριλαμβανομένης και της σπονδυλικής στήλης.
Ποιους επηρεάζει η πάθηση;
Οποιοσδήποτε μπορεί να παρουσιάσει ψωριασική αρθρίτιδα, αλλά εμφανίζεται συχνότερα σε καυκάσιους. Συνήθως εμφανίζεται στην ηλικία μεταξύ 30 και 50 ετών, αλλά κάποιες φορές μπορεί να εμφανιστεί και στην παιδική ηλικία. Ένα 10-20% των ασθενών με ψωρίαση, εμφανίζουν κάποια στιγμή ψωριασική αρθρίτιδα. Τυπικά, η δερματική νόσος προηγείται της αρθρίτιδας, ωστόσο σε ελάχιστες περιπτώσεις τα συμπτώματα της αρθρίτιδας εμφανίζονται πρώτα.
Ποια είναι τα αίτια της Ψωριασικής Αρθρίτιδας;
Τα αίτια της ψωριασικής αρθρίτιδας δεν είναι γνωστά. Ωστόσο, οι γιατροί εκτιμούν ότι ένας συνδυασμός γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων μπορεί να εμπλέκεται. Η έρευνα έχει δείξει ότι αρκετά συχνά σε ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα, υπάρχει οικογενειακό ιστορικό είτε ψωρίασης είτε ψωριασικής αρθρίτιδας. Σε άτομα με γενετική προδιάθεση, μία λοίμωξη μπορεί να ενεργοποιήσει το ανοσοποιητικό σύστημα, προκαλώντας την εμφάνιση ψωριασικής αρθρίτιδας.
Ποια είναι τα συμπτώματα της Ψωριασικής Αρθρίτιδας;
Η ψωριασική αρθρίτιδα μπορεί να προσβάλλει τόσο το δέρμα όσο και το μυοσκελετικό σύστημα. Οι αρθρώσεις που επηρεάζονται συχνότερα είναι αυτές των δακτύλων των χεριών και των ποδιών, καθώς και των καρπών, των αστραγάλων, των γονάτων και της σπονδυλικής στήλης.
Συμπτώματα της Ψωριασικής Αρθρίτιδας
Τα συμπτώματα από το μυοσκελετικό μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Πόνο και οίδημα στις αρθρώσεις που μπορεί να είναι διαλείπων και να συνοδεύεται από ερυθρότητα και θερμότητα
- Ευαισθησία στο σημείο που οι μύες ή οι σύνδεσμοι συνδέονται με τα οστά, ιδιαίτερα στη φτέρνα ή στο κάτω μέρος του ποδιού
- Φλεγμονή στη σπονδυλική στήλη, που ονομάζεται σπονδυλίτιδα, η οποία μπορεί να προκαλέσει πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα και στην πλάτη
- Πρωινή δυσκαμψία
- Μειωμένο εύρος κίνησης των αρθρώσεων
- Επώδυνο οίδημα στα δάκτυλα των χεριών ή των ποδιών
Τα συμπτώματα από το δέρμα μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Οίδημα και ερυθρότητα του δέρματος που επικαλύπτεται από αργυρόχροα λέπια
- Διάβρωση των νυχιών ή διαχωρισμός από την κοίτη των ονύχων
Άλλα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Γενική κόπωση και αίσθημα κακουχίας
- Επιπεφυκίτιδα και φλεγμονή ή μόλυνση της μεμβράνης του βλεφάρου και μέρους του οφθαλμού
Πώς διαγιγνώσκεται η Ψωριασική Αρθρίτιδα;
Η διάγνωση της ψωριασικής αρθρίτιδας βασίζεται στα ευρήματα του ιατρικού και οικογενειακού ιστορικού και της κλινικής εξέτασης καθώς και στην ακτινογραφία ή μαγνητική τομογραφία των αρθρώσεων που προσβάλλονται. Αν και δεν υπάρχει κάποια ειδική εξέταση για την ψωριασική αρθρίτιδα, ο γιατρός μπορεί να σας ζητήσει να κάνετε εξετάσεις αίματος ή αρθρικού υγρού για να αποκλείσει άλλες μορφές αρθρίτιδας με παρόμοια συμπτώματα. Αν έχετε ψωρίαση και παρουσιάσετε πόνο στις αρθρώσεις πρέπει να επισκεφθείτε το γιατρό σας άμεσα. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της ψωριασικής αρθρίτιδας μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη μόνιμης βλάβης των αρθρώσεων.
Πώς θεραπεύεται η Ψωριασική Αρθρίτιδα;
Η θεραπεία της ψωριασικής αρθρίτιδας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σοβαρότητα της νόσου. Αν είναι ήπια και επηρεάζει μόνο λίγες αρθρώσεις, η θεραπεία με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) μπορεί να είναι επαρκής για την αντιμετώπιση του πόνου και της φλεγμονής. Στις περιπτώσεις οξείας φλεγμονής κάποιας άρθρωσης, τα ενέσιμα κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι αρκετά αποτελεσματικά. Για τις πιο επίμονες μορφές της νόσου που επηρεάζουν πολλαπλές αρθρώσεις μπορεί να χορηγηθούν τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARDs) ή αντι-TNF παράγοντες.
Έρευνα για την Ψωριασική Αρθρίτιδα
Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη αρκετές έρευνες με σκοπό να διευκρινιστούν τα αίτια της νόσου και οι κλινικές της εκδηλώσεις. Η έρευνα επικεντρώνεται στα εξής:
- Γενετική. Οι επιστήμονες προσπαθούν να ταυτοποιήσουν ποια γονίδια ενοχοποιούνται για την εμφάνιση ψωρίασης. Γίνεται μία προσπάθεια επίσης να βρεθούν τα γονίδια που είναι υπεύθυνα για την εμφάνιση ψωριασικής αρθρίτιδας σε ασθενείς με ψωρίαση. Η ταυτοποίηση των γονιδίων που αυξάνουν τον κίνδυνο ψωριασικής αρθρίτιδας θα βοηθήσει τους επιστήμονες να προσδιορίσουν τους στόχους για πιο ειδική και αποτελεσματική θεραπεία.
- Βιολογικές Θεραπείες. Οι βιολογικές θεραπείες που μπλοκάρουν την φλεγμονώδη κυτοκίνη TNF είναι μεταξύ των πλέον αποτελεσματικών θεραπειών για την ψωριασική αρθρίτιδα. Άλλοι βιολογικοί παράγοντες βρίσκονται επί του παρόντος σε κλινικές δοκιμές και οι ερευνητές συνεχίζουν να αναζητούν άλλους στόχους βιολογικής θεραπείας για τη νόσο.
- Ο ρόλος της βιταμίνης D. Μία πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι η ανεπάρκεια της βιταμίνης D είναι αρκετά κοινή σε άτομα με ψωριασική αρθρίτιδα. Αυτή τη στιγμή διεξάγεται μία έρευνα που διερευνά τις επιδράσεις των συμπληρωμάτων βιταμίνης D, των θαλασσίων λιπαρών οξέων ωμέγα-3 και του δοκοσαεξανοϊκού οξέος στη συχνότητα, τη φλεγμονή και το χρόνιο πόνο στα αυτοάνοσα νοσήματα και στην ψωριασική αρθρίτιδα.
- Παράγοντες κινδύνου. Προκειμένου να κατανοηθούν καλύτερα τα αίτια της ψωριασικής αρθρίτιδας, με τελικό σκοπό να σταματήσει η ανάπτυξη της νόσου, οι επιστήμονες εξετάζουν τους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης ψωριασικής αρθρίτιδας σε ασθενείς με ψωρίαση. Μία πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι οι ασθενείς με ψωρίαση που ήταν παχύσαρκοι στην ηλικία των 18 ετών είχαν αυξημένη πιθανότητα να εμφανίσουν ψωριασική αρθρίτιδα σε σχέση με ασθενείς με φυσιολογικό δείκτη μάζας σώματος. Άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι η σοβαρή δερματική νόσος αυξάνει δραστικά τον κίνδυνο εμφάνισης ψωριασικής αρθρίτιδας.
- Διάγνωση. Οι ομοιότητες μεταξύ της ψωριασικής αρθρίτιδας και άλλων φλεγμονωδών μορφών αρθρίτιδας μπορεί να καθυστερήσουν μία ακριβή διάγνωση, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου η αρθρίτιδα προηγείται της δερματικής νόσου. Μία ομάδα ερευνητών που αναζητούν καλύτερους τρόπους για τη διάγνωση της νόσου έχει παρατηρήσει ότι μία τεχνική που ονομάζεται MRI με σκιαγραφικό μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να διακρίνουν τη ρευματοειδή και την ψωριασική αρθρίτιδα στο χέρι και τον καρπό, με αποτέλεσμα την χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας για την κάθε περίπτωση.
Ρευματική Πολυμυαλγία
Τι είναι η ρευματική πολυμυαλγία;
Η ρευματική πολυμυαλγία χαρακτηρίζεται από μέτριο έως έντονο μυϊκό πόνο και ακαμψία στον αυχένα, τους ώμους και το ισχίο. Η ακαμψία είναι εντονότερη το πρωί ή μετά από μεγάλη διάρκεια ακινησίας. Η νόσος μπορεί να εξελιχθεί πολύ γρήγορα, σε κάποιες περιπτώσεις κυριολεκτικά εν μία νυκτί. Στους περισσότερους ασθενείς πάντως εμφανίζεται σταδιακά.
Τα αίτια της ρευματικής πολυμυαλγίας είναι άγνωστα. Έχει σχετιστεί πάντως με προβλήματα του ανοσοποιητικού, κληρονομικούς παράγοντες και ένα γεγονός, όπως για παράδειγμα μια λοίμωξη, που πυροδοτεί την εμφάνιση συμπτωμάτων. Το γεγονός ότι η ρευματική πολυμυαλγία είναι σπάνια σε ανθρώπους κάτω των 50 ετών και η συχνότητά της αυξάνεται με την ηλικία, δείχνει ότι μπορεί να συνδέεται με τη διαδικασία της γήρανσης.
Η ρευματική πολυμυαλγία συνήθως διαρκεί 1 έως μερικά χρόνια. Τα συμπτώματα της ρευματικής πολυμυαλγίας υποχωρούν γρήγορα μετά από θεραπεία με κορτικοστεροειδή, αλλά μπορεί να επιστρέψουν αν η θεραπεία διακοπεί νωρίς. Η θεραπεία με κορτικοστεροειδή δε φαίνεται να επηρεάζει τη διάρκεια της νόσου.
Τι είναι η γιγαντοκυτταρική ή κροταφική αρτηρίτιδα;
Η γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα είναι μία μορφή αγγειίτιδας, μίας ομάδας διαταραχών που χαρακτηρίζονται από φλεγμονή των αιμοφόρων αγγείων. Αυτή η φλεγμονή προκαλεί στένωση των αρτηριών, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ροή αίματος διαμέσου αυτών. Στη γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα, τα αγγεία που επηρεάζονται συχνότερα είναι αυτά της κεφαλής, ειδικά οι κροταφικές αρτηρίες. Για το λόγο αυτό, η νόσος κάποιες φορές καλείται κροταφική αρτηρίτιδα. Ωστόσο, άλλα αγγεία μπορεί επίσης να επηρεάζονται στη γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα. Για να έχετε καλή πρόγνωση είναι απαραίτητο να λάβετε θεραπεία έγκαιρα, πριν συμβεί μη αναστρέψιμη βλάβη των ιστών.
Πώς σχετίζονται η ρευματική πολυμυαλγία και η γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα;
Ο λόγος που η ρευματική πολυμυαλγία και η γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα συχνά εμφανίζονται στον ίδιο ασθενή είναι άγνωστος. Έχει παρατηρηθεί πάντως ότι κάποιοι ασθενείς με ρευματική πολυμυαλγία αναπτύσσουν επίσης γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα είτε ταυτόχρονα είτε αφού τα συμπτώματα από το μυοσκελετικό έχουν υποχωρήσει. Άλλοι ασθενείς με γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα μπορεί να εμφανίσουν πολυμυαλγία λόγω των αρτηριών που φλεγμαίνουν.
Αν ένας ασθενής με γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα δεν λάβει θεραπεία, μπορεί να παρουσιάσει σοβαρά προβλήματα υγείας όπως απώλεια της όρασης ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Επομένως, εφ’ όσον η γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα και η ρευματική πολυμυαλγία συχνά εμφανίζονται στον ίδιο ασθενή, είναι σημαντικό να αναζητούνται πάντα συμπτώματα γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας σε ασθενείς με ρευματική πολυμυαλγία.
Οι ασθενείς, επίσης, πρέπει να είναι ενημερωμένοι για τα συμπτώματα της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας, επειδή η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία είναι εξαιρετικά σημαντικές για να προληφθούν οι επιπλοκές της νόσου. Οποιαδήποτε συμπτώματα θα πρέπει να αναφέρονται αμέσως στο γιατρό σας.
Ποια είναι τα συμπτώματα της Ρευματικής Πολυμυαλγίας;
Εκτός από την ακαμψία του μυοσκελετικού που προαναφέρθηκε, οι ασθενείς με ρευματική πολυμυαλγία παρουσιάζουν επίσης συμπτώματα που ομοιάζουν γρίπη, όπως πυρετό, αδυναμία και απώλεια βάρους.
Ποια είναι τα συμπτώματα της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας;
Τα πρώιμα συμπτώματα της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας μπορεί να ομοιάζουν συμπτώματα γρίπης, όπως κόπωση, απώλεια της όρεξης και πυρετό. Τα συμπτώματα που συνδέονται με τη φλεγμονή των αρτηριών της κεφαλής περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, πόνο, ευαισθησία στους κροτάφους, διπλωπία ή απώλεια της όρασης, ίλιγγο και διαταραχές της ισορροπίας. Πόνος μπορεί να εμφανιστεί επίσης στο σαγόνι και τη γλώσσα, ειδικά στο φαγητό. Σπανιότερα, η γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα μπορεί να προκαλέσει έλκη στο τριχωτό της κεφαλής.
Ποιοι μπορεί να νοσήσουν από ρευματική πολυμυαλγία και γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα;
Οι γυναίκες λευκής φυλής ηλικίας άνω των 50 ετών διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ρευματικής πολυμυαλγίας και γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας. Παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες είναι πιθανότερο να εμφανίσουν κάποια από αυτές τις νόσους σε σχέση με τους άντρες, πρόσφατες έρευνες έχουν αποδείξει ότι οι άντρες με γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα είναι πιο πιθανό να παρουσιάσουν απώλεια της όρασης. Αμφότερες νόσοι εμφανίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών. Η συχνότητα των δύο παθήσεων κορυφώνεται στις ηλικίες μεταξύ των 70 και 80 ετών.
Διάγνωση της Ρευματικής Πολυμυαλγίας και της Γιγαντοκυτταρικής Αρτηρίτιδας
Η διάγνωση της ρευματικής πολυμυαλγίας βασίζεται κυρίως στο ιατρικό ιστορικό και τα συμπτώματα του ασθενούς καθώς και στην κλινική εξέταση. Δεν υπάρχει ειδική εξέταση για τη νόσο, ωστόσο, ο γιατρός αρκετά συχνά θα ζητήσει εργαστηριακές εξετάσεις για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση ή να αποκλείσει άλλες νόσους από τη διαφορική διάγνωση.
Το πλέον κοινό εργαστηριακό εύρημα σε ασθενείς με ρευματική πολυμυαλγία είναι η αυξημένη ταχύτητα καθίζησης των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Αυτή η εξέταση καθορίζει το μέγεθος της φλεγμονής υπολογίζοντας την ταχύτητα με την οποία τα ερυθρά αιμοσφαίρια καθιζάνον σ’ ένα δοκιμαστικό σωλήνα που περιέχει αίμα. Μία αυξημένη ταχύτητα καθίζησης υποδεικνύει την παρουσία φλεγμονής. Αν και η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών είναι ένα καλό διαγνωστικό εργαλείο, δεν μπορεί να επιβεβαιώσει τη διάγνωση της ρευματικής πολυμυαλγίας. Η αυξημένη ταχύτητα καθίζησης είναι ενδεικτικό σημείο φλεγμονής, αλλά αυτή μπορεί να οφείλεται σε διάφορες μορφές αρθρίτιδας ή άλλων ρευματολογικών νοσημάτων.
Για να θέσει τη διάγνωση της ρευματικής πολυμυαλγίας ο γιατρός μπορεί να χρειαστεί και τα αποτελέσματα άλλων εξετάσεων. Για παράδειγμα, η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη είναι ακόμα μία κοινή εξέταση για τον υπολογισμό της φλεγμονής. Εξετάζεται, ακόμη, η παρουσία του ρευματοειδούς παράγοντα, ενός αντισώματος που κάποιες φορές ανευρίσκεται σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η ρευματική πολυμυαλγία και η ρευματοειδής αρθρίτιδα έχουν αρκετά κοινά συμπτώματα, ωστόσο οι ασθενείς με πολυμυαλγία σπάνια έχουν θετική εξέταση ρευματοειδούς παράγοντα. Επομένως μία θετική εξέταση ρευματοειδούς παράγοντα συνήθως συνιστά διάγνωση ρευματοειδούς αρθρίτιδας.
Όπως και με τη ρευματική πολυμυαλγία, η διάγνωση της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας βασίζεται στα συμπτώματα και την κλινική εξέταση. Με την κλινική εξέταση μπορεί να διαπιστωθεί αν η κροταφική αρτηρία είναι ευαίσθητη και φλεγμαίνει καθώς και αν ο σφυγμός είναι αδύναμος.
Όταν ο γιατρός υποψιάζεται γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα, συνήθως χρειάζεται και μια βιοψία της κροταφικής αρτηρίας. Κατά την εξέταση αυτή, ένα μικρό κομμάτι της κροταφικής αρτηρίας αφαιρείται μέσω μίας τομής του δέρματος πάνω από την περιοχή του κροτάφου και στη συνέχεια εξετάζεται στο μικροσκόπιο. Μία θετική βιοψία για τη γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα θα δείξει μη φυσιολογικά κύτταρα στα τοιχώματα των αρτηριών. Κάποιοι ασθενείς με συμπτώματα γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας μπορεί μα έχουν αρνητική βιοψία. Στην περίπτωση αυτή μπορεί ο γιατρός να χρειαστεί και δεύτερη βιοψία.
Πώς θεραπεύεται η ρευματική πολυμυαλγία και η γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα;
Η θεραπεία τόσο της ρευματικής πολυμυαλγίας όσο και της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας περιλαμβάνει κορτικοστεροειδή φάρμακα, όπως η πρεδνιζόνη.
Η ρευματική πολυμυαλγία ανταποκρίνεται σε μία χαμηλή ημερήσια δόση κορτικοστεροειδών που αυξάνεται όσο χρειάζεται μέχρι τα συμπτώματα να εξαφανιστούν. Σ’ αυτό το σημείο, ο γιατρός μπορεί να αρχίσει να μειώνει σταδιακά τη δόση με σκοπό να καθοριστεί το χαμηλότερο ποσό που απαιτείται για μην εκδηλώνεται συμπτωματολογία. Οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να διακόψουν το φάρμακο μετά από 6 μήνες έως 2 χρόνια. Αν τα συμπτώματα επανέλθουν, τότε χρειάζεται εκ νέου θεραπεία με κορτικοστεροειδή.
Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), όπως η ασπιρίνη και η ιβουπροφένη, χρησιμοποιούνται επίσης για τη θεραπεία της ρευματικής πολυμυαλγίας. Τα φάρμακα πρέπει να λαμβάνονται καθημερινά και η μακροχρόνια χρήση τους μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του στομάχου. Για τους περισσότερους ασθενείς, η θεραπεία με ΜΣΑΦ δεν είναι αρκετή για να προσφέρει ανακούφιση από τα συμπτώματα.
Ακόμη και χωρίς θεραπεία, η ρευματική πολυμυαλγία συνήθως υποχωρεί μέσα σε μερικά χρόνια. Με τη θεραπεία, ωστόσο, τα συμπτώματα εξαφανίζονται γρήγορα, συνήθως σε 24 με 48 ώρες. Αν μετά τη χορήγηση κορτικοστεροειδών ο ασθενής δεν παρουσιάσει βελτίωση, τότε ο γιατρός είναι πιθανό να εξετάσει άλλους αιτιολογικούς παράγοντες για τη συμπτωματολογία.
Η γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα θεραπεύεται με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών. Αν δεν αντιμετωπιστεί γρήγορα, η νόσος συνδέεται με μικρή πιθανότητα απώλειας της όρασης, επομένως θα πρέπει να χορηγούνται κορτικοστεροειδή το συντομότερο δυνατόν, ίσως ακόμη και πριν την επιβεβαίωση της διάγνωσης με βιοψία της κροταφικής αρτηρίας.
Όπως και με την ρευματική πολυμυαλγία, τα συμπτώματα της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας υποχωρούν γρήγορα με τη θεραπεία, ωστόσο η χορήγηση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών συνεχίζεται για περίπου ένα μήνα.
Όταν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και η ταχύτητα καθίζησης επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα, ο κίνδυνος απώλειας της όρασης μειώνεται σημαντικά. Ο γιατρός, τότε, μπορεί να αρχίσει να μειώνει σταδιακά τη δοσολογία των κορτικοστεροειδών.
Τόσο στη ρευματική πολυμυαλγία όσο και στη γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα, τα συμπτώματα μπορεί να επανέλθουν όταν μειωθεί η δόση των κορτικοστεροειδών. Ο γιατρός μπορεί να διατηρήσει μία μικρή δόση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή ακόμα και να αυξήσει προσωρινά τη δόση για να ελέγξει τη συμπτωματολογία. Όταν τα συμπτώματα έχουν υποχωρήσει και η θεραπεία με κορτικοστεροειδή έχει σταματήσει για αρκετά μεγάλο διάστημα, τότε η υποτροπή είναι αρκετά σπάνια.
Είτε λαμβάνονται μακροπρόθεσμα για τη θεραπεία της ρευματικής πολυμυαλγίας είτε για μικρότερο χρονικό διάστημα για τη θεραπεία της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας, τα κορτικοστεροειδή συνοδεύονται από αρκετές παρενέργειες. Τα περισσότερα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μετά από μακροχρόνια χρήση, ωστόσο, όλοι όσοι λαμβάνουν κορτικοστεροειδή ανεξαρτήτως δόσης ή χρονικής διάρκειας θα πρέπει να γνωρίζουν τις πιθανές παρενέργειες οι οποίες περιλαμβάνουν:
- Κατακράτηση υγρών και αύξηση του σωματικού βάρους
- Στρογγυλοποίηση του προσώπου
- Καθυστέρηση στην επούλωση τραυμάτων
- Μώλωπες
- Διαβήτη
- Μυοπάθειες (απώλεια μυϊκής μάζας)
- Γλαύκωμα
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Μειωμένη απορρόφηση ασβεστίου από τα οστά, που μπορεί να οδηγήσει σε οστεοπόρωση
- Ερεθισμός του στομάχου
- Αύξηση λοιμώξεων
Οι ασθενείς που παίρνουν κορτικοστεροειδή μπορεί να παρουσιάσουν οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες παρενέργειες. Όταν η θεραπεία με τα κορτικοστεροειδή φάρμακα διακοπεί, οι παρενέργειες υποχωρούν. Επειδή τα κορτικοστεροειδή φάρμακα μειώνουν την παραγωγή κορτικοστεροειδών ορμονών από το σώμα, είναι σημαντικό να μην σταματήσετε τη λήψη του φαρμάκου χωρίς να συμβουλευτείτε το γιατρό σας, αφού οι ορμόνες αυτές είναι σημαντικές για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού.
Πρόγνωση
Οι περισσότεροι ασθενείς με ρευματική πολυμυαλγία και γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα ζουν φυσιολογικές ζωές. Η διάρκεια της φαρμακευτικής θεραπείας διαφέρει σε κάθε ασθενή. Μετά τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής, η πολυμυαλγία μπορεί να επανεμφανιστεί, ωστόσο τα συμπτώματα υποχωρούν γρήγορα με την πρεδνιζόνη. Όταν αντιμετωπιστεί σωστά, η γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα σπάνια επανεμφανίζεται.
Τι έρευνες γίνονται για τη ρευματική πολυμυαλγία και τη γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα;
Η έρευνα συνεχώς παρέχει νέα στοιχεία που βοηθούν στην κατανόηση των μηχανισμών της ρευματικής πολυμυαλγίας και της γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας. Τα θέματα που εξετάζονται αυτή τη στιγμή περιλαμβάνουν:
- Αίτια και μηχανισμοί: Οι ερευνητές αναζητούν διάφορους πιθανούς παράγοντες που μπορεί να ευθύνονται για την εμφάνιση ρευματικής πολυμυαλγίας και γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας όπως η γενετική προδιάθεση, οι διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος και διάφοροι περιβαλλοντικοί παράγοντες. Γίνεται μία προσπάθεια να κατανοηθεί καλύτερα η ανοσοβιολογία της φλεγμονής των αρτηριών καθώς και των παραγόντων που ευθύνονται για την ενεργοποίησή της.
- Πρόγνωση: Συγκρίνοντας την κλινική εικόνα υγιών ατόμων με ασθενείς από τις δύο αυτές παθήσεις, οι ερευνητές αποκρυπτογραφούν τους παράγοντες που σχετίζονται με τις εκδηλώσεις και την πρόγνωση των νόσων. Για παράδειγμα, μία πρόσφατη έρευνα απέδειξε ότι οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν συμπτώματα στη γνάθο που οφείλονται στη γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα, ενώ σε άνδρες ασθενείς προκαλούνται συχνότερα οπτικές βλάβες που μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και σε απώλεια της όρασης.
- Θεραπεία: Αν και η θεραπεία με πρεδνιζόνη είναι σχεδόν πάντα αποτελεσματική και στις δύο παθήσεις, πολλές φορές συνοδεύεται από σοβαρές παρενέργειες. Για το λόγο αυτό, αναζητούνται θεραπείες που είναι τόσο ασφαλείς όσο και αποτελεσματικές. Γίνεται μία προσπάθεια να ανακαλυφθούν νέες θεραπευτικές αγωγές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χαμηλότερες δόσεις από του στόματος στεροειδών με αποτέλεσμα να περιορίζονται αρκετά οι ανεπιθύμητες ενέργειες που τις συνοδεύουν.



