Αρχική Blog Σελίδα 3

Φράουλες: Ωφέλιμες για την Εγκεφαλική Υγεία Σύμφωνα με Νέα Μελέτη

Οι φράουλες μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο άνοιας και να βελτιώσουν τη διάθεση, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών. Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία νέα μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων η οποία δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό Nutrients.

Η επιστημονική ομάδα της μελέτης εξέτασε ένα δείγμα εθελοντών μέσης ηλικίας με παχυσαρκία και αντίσταση στην ινσουλίνη. Οι εθελοντές αυτοί χωρίστηκαν σε δύο ομάδες εκ των οποίων η πρώτη έτρωγε καθημερινά μία κούπα φράουλες, ενώ η δεύτερη δεν έτρωγε φράουλες και αποτέλεσε την ομάδα ελέγχου.

Μετά τις 12 εβδομάδες της μελέτης οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι εθελοντές της πρώτης ομάδας είχαν καλύτερη μνήμη και λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταθερή αύξηση τόσο στα περιστατικά της άνοιας, όσο και στις μεταβολικές διαταραχές. Μάλιστα, περίπου το 50% του πληθυσμού άνω των 60 ετών πάσχει από αντίσταση στην ινσουλίνη με την τελευταία να αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την άνοια.

«Η έρευνά μας είχε ως στόχο να εξερευνήσει αν οι φράουλες μπορεί να προσφέρουν οφέλη στη βελτίωση των γνωστικών λειτουργιών και της μεταβολικής υγείας στον πληθυσμό που εξετάσαμε», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Στην έρευνα συμμετείχαν 30 ενήλικες ηλικίας 50-65 ετών με ήπια έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και δείκτη μάζας σώματος πάνω από 26. Όπως προαναφέρθηκε, οι εθελοντές χωρίστηκαν σε δύο ομάδες εκ των οποίων η πρώτη κατανάλωνε ένα χάπι που ισοδυναμεί με 1 κούπα φράουλες, ενώ η δεύτερη έπαιρνε placebo. Οι επιστήμονες έκαναν εξετάσεις των γνωστικών λειτουργιών στους εθελοντές πριν και μετά τις 12 εβδομάδες της μελέτης.

Από τις εξετάσεις αυτές διαπιστώθηκε ότι οι εθελοντές της ομάδας παρέμβασης είχαν καλύτερη μνήμη, καθώς και λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

«Στη μέση ηλικία αρχίζει να παρατηρείται συνήθως σταδιακή έκπτωση της μνήμης και των εκτελεστικών λειτουργιών, ιδιαίτερα σε άτομα με κοιλιακό λίπος. Το γεγονός αυτό αποδίδεται στην αύξηση των επιπέδων της φλεγμονής, η οποία τελικά επηρεάζει και τον εγκέφαλο», εξηγούν οι συγγραφείς.

Μία έρευνα από την ίδια ομάδα που δημοσιεύτηκε το 2022 είχε διαπιστώσει ότι οι εθελοντές που καταναλώνουν τακτικά βατόμουρα έχουν επίσης καλύτερες γνωστικές λειτουργίες.

«Τόσο οι φράουλες όσο και τα βατόμουρα περιέχουν αντιοξειδωτικές ουσίες που λέγονται ανθοκυανίνες, οι οποίες έχουν συνδεθεί με διάφορα οφέλη τόσο για τη μεταβολική υγεία όσο και για τον εγκέφαλο», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι και οι δύο παραπάνω μελέτες, αν και είχαν παρατηρήσει σημαντικά οφέλη για τις γνωστικές λειτουργίες των εθελοντών, δεν διαπίστωσαν οφέλη στη μεταβολική υγεία.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι είναι απαραίτητο να γίνουν άμεσα και νέες μελέτες οι οποίες θα εξετάσουν διαφορετικές δοσολογίες σε ένα μεγαλύτερο δείγμα εθελοντών. Οι μελέτες αυτές θα πρέπει να εξερευνήσουν τις επιδράσεις που έχουν οι φράουλες τόσο στη μεταβολική υγεία όσο και στην υγεία του εγκεφάλου.

Φωτογραφία: Suzy Hazelwood

COVID-19: Μπορεί να Επηρεάσει τις Αποθήκες Ενέργειας του Οργανισμού;

Στην αρχή της πανδημίας, οι πνεύμονες είχαν βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος αναφορικά με την COVID-19, ωστόσο αργότερα διαπιστώσαμε ότι ο ιός μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες και σε άλλα όργανα του σώματος. Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό Science Translational Medicine εξερεύνησε τις μακροπρόθεσμες βλάβες που προκαλεί η COVID-19, προτείνοντας παράλληλα νέες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της long COVID.

«Όπως παρατηρήσαμε, στην οξεία COVID-19 λοίμωξη παρατηρούνται συγκεκριμένες αλλαγές σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου. Συγκεκριμένα, εντοπίσαμε μεγάλη μείωση της έκφρασης των γονιδίων για τα μιτοχόνδρια στην παρεγκεφαλίδα, μία περιοχή που ελέγχει τους μύες, την ισορροπία, τις γνωστικές λειτουργίες και τα συναισθήματα», αναφέρουν οι συγγραφείς.

«Αν και το κύριο σημείο της λοίμωξης είναι οι πνεύμονες, διάφορα μοριακά σήμερα μπορεί να επηρεάσουν και τη λειτουργία άλλων οργάνων του σώματος, μεταξύ των οποίων η καρδιά, οι νεφροί, το ήπαρ και ο εγκέφαλος, ακόμα και μετά το πέρας της οξείας λοίμωξης», πρόσθεσαν.

Κάθε κύτταρο του οργανισμού φέρει μιτοχόνδρια, δηλαδή ειδικές δομές οι οποίες καλύπτουν τις ενεργειακές ανάγκες των οργάνων. Τα μιτοχόνδρια έχουν δικό τους γονιδίωμα (το μιτοχονδριακό DNA), ενώ χρειάζονται και το πυρηνικό DNA προκειμένου να προσφέρουν ενέργεια στον οργανισμό. Πρακτικά, τα δύο παραπάνω είδη DNA καθοδηγούν τα μιτοχόνδρια έτσι ώστε τα τελευταία να μετατρέψουν τα μόρια οξυγόνου σε κυτταρική ενέργεια, υπό τη μορφή τριφωσφορικής αδενοσίνης (ATP).

Χρησιμοποιώντας ρινικά δείγματα και ιστούς από ασθενείς και μοντέλα πειραματοζώων, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι ο ιός μπορεί να αποκλείσει συγκεκριμένα γονίδια που χρησιμοποιούν το οξυγόνο για να δημιουργήσουν ATP, εξαντλώντας έτσι τις αποθήκες ενέργειας του οργανισμού. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό αρκετά κύτταρα και ιδιαίτερα αυτά της καρδιάς και του εγκεφάλου.

Προκειμένου να διατηρήσουν τη φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού, τα καρδιακά και τα νευρικά κύτταρα αρχίζουν να καταναλώνουν διάφορα άλλα, λιγότερο σημαντικά, τμήματά τους μεταξύ των οποίων και τα μιτοχόνδρια. Τελικά, η διαδικασία αυτή καταστρέφει και τμήματα που είναι απαραίτητα για ένα κύτταρο, γεγονός που εκκινεί μία μορφή προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου που λέγεται νεκρόπτωση. Η τελευταία μπορεί να προκαλέσει μία ισχυρή φλεγμονώδη απόκριση η οποία συνοδεύεται από απελευθέρωση προφλεγμονωδών κυτταροκινών. Η ανεξέλεγκτη νεκρόπτωση μπορεί να προκαλέσει επίσης σήψη ή ακόμα και ανεπάρκεια οργάνων.

Η παρατήρηση αυτή, σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης, πιθανώς μπορεί να εξηγήσει γιατί οι ασθενείς με long COVID έχουν ακόμα συμπτώματα που συνδέονται με φλεγμονή ή επηρεάζουν το καρδιαγγειακό και τις γνωστικές λειτουργίες, ακόμα και μετά την αποδρομή της αρχικής λοίμωξης.

«Αν αρχίσουμε να κατανοούμε μακροπρόθεσμα πως επηρεάζεται μακροπρόθεσμα η λειτουργία κάθε οργάνου από τον ιό SARS-CoV-2, τότε πιθανώς θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε ευκολότερα τα συμπτώματα της long COVID στους ασθενείς», υποστήριξαν οι συγγραφείς.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι ένα συγκεκριμένο είδος microRNA αυξάνει σημαντικά τα επίπεδά του στις σοβαρές λοιμώξεις του αναπνευστικού. Το συγκεκριμένο microRNA επηρεάζει τη γονιδιακή έκφραση των μιτοχονδρίων, επομένως πιθανώς θα μπορούσε να αποτελέσει θεραπευτικό στόχο, καταλήγει η μελέτη.

Φωτογραφία: RDNE Stock Project

Επιπεφυκίτιδα: Αρκετά Διαφορετικά Παθογόνα Μπορεί να Ενοχοποιούνται για τη Νόσο Σύμφωνα με Νέα Δεδομένα

Τα παθογόνα που ενοχοποιούνται για την οξεία επιπεφυκίτιδα μπορεί να διαφοροποιούνται ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μεγάλης μελέτης που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό JAMA Ophthalmology.

Αναλύοντας δείγματα από 52 ασθενείς σε 4 διαφορετικές πολιτείες των ΗΠΑ και σε μία επαρχία του Ισραήλ, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι για την εμφάνιση της νόσου μπορεί να ευθύνονται αρκετά διαφορετικά παθογόνα, μεταξύ των οποίων ο ανθρώπινος κορονοϊός 229E, ο SARS-CoV-2 και ο ιός του απλού έρπητα τύπου 1. Στο 25% περίπου των ασθενών, ανιχνεύθηκαν σωματίδια των αδενοϊών του είδους D.

Το 62% των ασθενών που εξετάστηκαν παρουσίασαν πυώδεις εκκρίσεις, κάτι που τυπικά αποτελεί χαρακτηριστικό των βακτηριακών λοιμώξεων, ωστόσο μόλις το 8% των παραπάνω ασθενών είχαν πράγματι μολυνθεί με βακτήρια. Όπως παρατήρησε η επιστημονική ομάδα, το 54% των ασθενών είχαν ιογενή επιπεφυκίτιδα η οποία μάλιστα δεν ανταποκρίνεται στην αντιβιοτική θεραπεία.

«Από τις παρατηρήσεις της μελέτης μας φαίνεται ότι είναι πιο δύσκολο να προβλέψουμε το παθογόνο από το οποίο έχει μολυνθεί ένας ασθενής βασιζόμενοι αποκλειστικά στην κλινική εικόνα. Τα παθογόνα που κυκλοφορούν σε κάθε γεωγραφική περιοχή μπορεί να διαφέρουν», εξηγεί η επιστημονική ομάδα.

Τους τελευταίους μήνες έχει παρατηρηθεί μία αύξηση στα περιστατικά οξείας επιπεφυκίτιδας παγκοσμίως και ιδιαίτερα στην Ανατολική Ασία. Πριν κάποιο καιρό, το Πακιστάν έκλεισε περίπου 50.000 σχολεία, καθώς είχαν καταγραφεί περισσότερα από 300.000 περιστατικά επιπεφυκίτιδας.

Όπως τόνισαν οι επιστήμονες της μελέτης, οι RNA αναλύσεις που έκαναν προκειμένου να προσδιορίσουν από ποια παθογόνα έχουν μολυνθεί οι ασθενείς δεν καλύπτονται από τις περισσότερες ασφάλειες στις ΗΠΑ και επομένως δεν γίνονται ευρέως σήμερα στην κλινική πράξη. Μάλιστα, ακόμα και όταν γίνονται καλλιέργειες ή εξετάσεις PCR ο γιατρός συνήθως πρέπει να «μαντέψει» για ποια παθογόνα θα εξετάσει, γεγονός που σίγουρα δεν είναι ιδανικό.

Στα πλαίσια της μελέτης τους, οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα από 52 ασθενείς με οξεία λοιμώδη επιπεφυκίτιδα από τη Χαβάη, την Καλιφόρνια και το Ισραήλ στο διάστημα από το Μάρτιο του 2021 μέχρι το Μάρτιο του 2023. Η μέση ηλικία των εθελοντών ήταν τα 48 χρόνια και το 60% ήταν γυναίκες.

Χρησιμοποιώντας αναλύσεις RNA για την εξέταση των δειγμάτων, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι 13 ασθενείς στην Καλιφόρνια είχαν μολυνθεί από αδενοϊούς τύπου D, ενώ 2 ασθενείς στο Ισραήλ είχαν αδενοϊούς τύπου Β. Από τους υπόλοιπους ασθενείς 2 είχαν μολυνθεί με τον ιό Epstein-Barr, 3 με τον ιό του απλού έρπητα τύπου 1, 2 με τον ιό της ανεμευλογιάς/έρπητα ζωστήρα, 1 με τον ανθρώπινο μεταπνευμονοϊό, 1 με τον ιό SARS-CoV-2, 3 με τον ανθρώπινο κορονοϊό 229Ε, 4 από διάφορα βακτήρια και 2 από μύκητες. Στους υπόλοιπους ασθενείς δεν βρέθηκε κάποιο παθογόνο.

Ένας περιορισμός της έρευνας ήταν πιθανώς το μικρό μέγεθος του δείγματος που εξετάστηκε.

Φωτογραφία: cottonbro studio

Long COVID: Καμία Εμφανής Βλάβη από τη Νόσο στον Εγκέφαλο σε Νέα Μελέτη

Δύο νέες έρευνες που δημοσιεύτηκαν προσφάτως προσφέρουν σημαντικά δεδομένα σχετικά με τη long COVID που μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς της νόσου η οποία επηρεάζει εκατομμύρια ασθενείς σήμερα.

Ο όρος long COVID περιγράφει τα συμπτώματα της COVID-19 που παραμένουν για αρκετούς μήνες μετά την οξεία λοίμωξη. Τα τελευταία χρόνια γίνονται μεγάλες προσπάθειες για να κατανοήσουμε καλύτερα τα συμπτώματα της νόσου, τους παράγοντες κινδύνου, καθώς και διάφορες θεραπείες.

Στην πρώτη από τις δύο νέες έρευνες, οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Journal of Infectious Diseases, συμμετείχαν 31 ενήλικες οι οποίοι έκαναν οσφυονωτιαία παρακέντηση και έδωσαν δείγματα αίματος. Ο στόχος της επιστημονικής ομάδας ήταν να εξερευνήσει αν οι ασθενείς αυτοί έχουν αλλαγές στα νευρικά κύτταρα ή το ανοσοποιητικό σύστημα που επηρεάζουν τη μετάδοση των σημάτων στον εγκέφαλο.

25 από τους εθελοντές που εξετάστηκαν είχαν νευρογνωσιακά συμπτώματα της long COVID, όπως απώλεια μνήμης ή διαταραχές της προσοχής. 6 εθελοντές είχαν αναρρώσει πλήρως από την COVID-19, ενώ 17 δεν είχαν ιστορικό της λοίμωξης.

Οι ασθενείς με ιστορικό COVID-19 είχαν νοσήσει από τον ιό στο διάστημα από το Μάρτιο του 2020 μέχρι το Μάιο του 2021. Οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα από τους εθελοντές περίπου 3 μήνες μετά την εμφάνιση των αρχικών συμπτωμάτων.

Από τα αποτελέσματα που δημοσίευσε η επιστημονική ομάδα διαπιστώθηκε ότι ο ιός SARS-CoV-2 δεν μπορεί να φτάσει στον εγκέφαλο ή να προκαλέσει βλάβες στα εγκεφαλικά κύτταρα.

«Δεν παρατηρήσαμε σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις διάφορες ομάδες εθελοντών από τις αναλύσεις αίματος και ΕΝΥ. Κανένας εθελοντής δεν είχε παθολογικούς δείκτες που να παραπέμπουν σε τραυματισμό του εγκεφάλου. Κατά συνέπεια, η long COVID δεν φαίνεται να συνδέεται με χρόνια λοίμωξη, παθολογική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος ή βλάβες στον εγκέφαλο», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Στη δεύτερη μελέτη, επιστήμονες από τη Νορβηγία προσπάθησαν να εξερευνήσουν 17 συγκεκριμένα συμπτώματα της long COVID και συγκεκριμένα αν αυτά συνδέονται με το ιστορικό COVID-19. Στην ανάλυση αυτή συμμετείχαν 53.846 εθελοντές που διαγνώστηκαν με COVID-19 από το Φεβρουάριο του 2020 μέχρι το Φεβρουάριο του 2021, καθώς και περισσότεροι από 485.000 εθελοντές χωρίς ιστορικό λοίμωξης. Οι περισσότεροι εθελοντές δεν είχαν εμβολιαστεί για την COVID-19 στο διάστημα που εξετάστηκε στη μελέτη.

Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό BMC Infectious Diseases και έδειξαν ότι οι ασθενείς με ιστορικό COVID-19 είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν δύσπνοια ή αίσθημα κόπωσης, καθώς και αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν έκπτωση της μνήμης ή κεφαλαλγίες σε σχέση με τους ασθενείς χωρίς ιστορικό της νόσου.

Η ίδια ανάλυση έδειξε ότι η νοσηλεία για την COVID-19 αποτελεί παράγοντα κινδύνου για αρκετά συμπτώματα της long COVID, μεταξύ των οποίων η δύσπνοια, το αίσθημα κόπωσης και η έκπτωση της μνήμης.

Ένας περιορισμός της μελέτης ήταν ότι εξέτασε αποκλειστικά ασθενείς από τη Νορβηγία, επομένως δεν γνωρίζουμε αν οι παρατηρήσεις της αφορούν και άλλους πληθυσμούς.

Φωτογραφία: Google DeepMind

7 Μύθοι για την Υψηλή Χοληστερόλη

Η υψηλή χοληστερόλη είναι μία αρκετά κοινή κατάσταση σήμερα, καθώς δεδομένα έχουν δείξει ότι επηρεάζει περισσότερο από το 20% του πληθυσμού. Παρά τη συχνότητα του παραπάνω φαινομένου, ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι ακριβώς είναι η υψηλή χοληστερόλη ούτε κάνουν προσπάθειες για να τη μειώσουν. Στο παρόν άρθρο θα αναφέρουμε τους 7 πιο κοινούς μύθους για την υψηλή χοληστερόλη.

Μύθος 1: Αυτοί που έχουν Υψηλή Χοληστερόλη Παρουσιάζουν Εμφανή Συμπτώματα

Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι ασθενείς που έχουν υψηλή χοληστερόλη δεν παρουσιάζουν κανένα σύμπτωμα. Εξαίρεση αποτελούν οι ασθενείς με εξαιρετικά υψηλά επίπεδα χοληστερόλης οι οποίοι μπορεί να παρουσιάσουν ξανθώματα, δηλαδή κιτρινωπές πλάκες που εμφανίζονται συνήθως υποδορίως.

Στους περισσότερους ασθενείς τα συμπτώματα της υψηλής χοληστερόλης αρχίζουν να γίνονται αντιληπτά όταν έχει ήδη εμφανιστεί αθηροσκλήρωση, μία κατάσταση που χαρακτηρίζεται από εναποθέσεις χοληστερόλης στα τοιχώματα των αρτηριών.

Στην αθηροσκλήρωση, σταδιακά περιορίζεται η ροή του αίματος στην καρδιά, τον εγκέφαλο και άλλα όργανα, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές, όπως:

  • Στηθάγχη
  • Γάγγραινα
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Εγκεφαλικό επεισόδιο
  • Διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας
  • Χωλότητα

Κατά συνέπεια, προκειμένου να ανιχνεύσετε εγκαίρως την υψηλή χοληστερόλη είναι σημαντικό να κάνετε τακτικά εξετάσεις αίματος.

Μύθος 2: Όλα τα Είδη Χοληστερόλης είναι Επιβλαβή για την Υγεία

Η χοληστερόλη είναι μία φυσιολογική ουσία του οργανισμού που βοηθά στη φυσιολογική λειτουργία του τελευταίου. Η χοληστερόλη αποτελεί συστατικό των κυτταρικών μεμβρανών, καθώς και της βιταμίνης D ή άλλων σημαντικών ορμονών.

Η χοληστερόλη μεταφέρεται στον οργανισμό μέσω λιποπρωτεϊνών, στις οποίες αποδίδεται και η ονομασία των δύο ειδών της χοληστερόλης:

  • LDL (λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας): Γνωστή και ως «κακή» χοληστερόλη, το είδος αυτό έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου και εγκεφαλικού επεισοδίου. Τα υψηλά επίπεδα της LDL μπορεί να εναποτίθενται στις αρτηρίες, δημιουργώντας πλάκες οι οποίες περιορίζουν τη ροή του αίματος.
  • HDL (λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας): Η «καλή» μορφή της χοληστερόλης, η οποία μεταφέρει τη χοληστερόλη στο ήπαρ προκειμένου να απομακρυνθεί από τον οργανισμό. Τα υψηλά επίπεδα της HDL συνδέονται με μειωμένο κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου.

Στις εξετάσεις αίματος προσδιορίζονται τα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης, της LDL, της HDL και των τριγλυκεριδίων. Ο γιατρός θα βασιστεί συνήθως στα επίπεδα της LDL και των τριγλυκεριδίων για να προσδιορίσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο ενός ασθενούς.

Μύθος 3: Τα Ιδανικά Επίπεδα της Χοληστερόλης είναι Ίδια για Όλους

Τυπικά, οι τιμές της ολικής χοληστερόλης που θεωρούνται παθολογικές είναι τα 200 mg/dL ή περισσότερο, ενώ για την LDL χοληστερόλη το όριο είναι τα 100 mg/dL.

Ωστόσο, οι τιμές αυτές μπορεί να διαφοροποιούνται ανάλογα με τον κάθε ασθενή. Για παράδειγμα, αν κάποιος έχει οικογενειακό ιστορικό ή άλλους παράγοντες κινδύνου για την καρδιαγγειακή νόσο, πιθανώς θα πρέπει να έχει ως στόχο χαμηλότερα όρια από τα παραπάνω.

Άλλοι παράγοντες που μπορεί να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του στόχου της χοληστερόλης είναι η αρτηριακή πίεση, το σωματικό βάρος, τα επίπεδα γλυκόζης αίματος, καθώς και το ιστορικό αθηροσκλήρωσης, εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίου.

Μύθος 4: Οι Γυναίκες Δεν Πρέπει να Ανησυχούν για τα Επίπεδα της Χοληστερόλης

Η υψηλή χοληστερόλη αποτελεί έναν από τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου για την καρδιαγγειακή νόσο και η τελευταία αποτελεί το πρώτο αίτιο θανάτου στις γυναίκες. Μάλιστα, ορισμένες καταστάσεις μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της χοληστερόλης ειδικά στις γυναίκες, όπως για παράδειγμα:

  • Η εγκυμοσύνη
  • Ο θηλασμός
  • Οι ορμονικές αλλαγές
  • Η εμμηνόπαυση

Ορισμένοι παράγοντες κινδύνου, όπως για παράδειγμα τα χαμηλά επίπεδα της HDL, είναι περισσότερο επιβαρυντικοί για τις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες.

Μύθος 5: Τα Επίπεδα της Χοληστερόλης Συνδέονται Αποκλειστικά με τη Διατροφή και την Άσκηση

Η διατροφή και η φυσική άσκηση προφανώς είναι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τα επίπεδα της χοληστερόλης. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τη χοληστερόλη μεταξύ των οποίων:

  • Το κάπνισμα
  • Η παχυσαρκία
  • Η υψηλή κατανάλωση αλκοόλ
  • Γενετικοί παράγοντες που αυξάνουν τα επίπεδα της χοληστερόλης

Μύθος 6: Παίρνω Φάρμακα για την Υψηλή Χοληστερόλη, Επομένως Δεν Χρειάζεται να Προσέχω τη Διατροφή μου

Τα επίπεδα της χοληστερόλης στον οργανισμό συνδέονται με δύο παράγοντες:

  • Τα τρόφιμα που καταναλώνουμε
  • Την παραγωγή χοληστερόλης από το ήπαρ

Τα συχνότερα φάρμακα που χορηγούνται για την αντιμετώπιση της υψηλής χοληστερόλης, όπως για παράδειγμα οι στατίνες, περιορίζουν την παραγωγή χοληστερόλης στο ήπαρ. Ωστόσο, αν η διατροφή σας είναι κακή, ενδεχομένως τα επίπεδα της χοληστερόλης θα συνεχίσουν να αυξάνονται, παρά το γεγονός ότι παίρνετε φάρμακα.

Μία έρευνα του 2014 στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 27.800 εθελοντές διαπίστωσε ότι η πρόσληψη θερμίδων και λιπών αυξήθηκε όταν οι ασθενείς άρχισαν να παίρνουν στατίνες, ωστόσο παρέμεινε σταθερή σε όσους δεν ξεκίνησαν τα παραπάνω φάρμακα. Στην ίδια έρευνα, ο δείκτης μάζας σώματος αυξήθηκε επίσης σε αυτούς που έλαβαν στατίνες.

Μύθος 7: Δεν Χρειάζεται να Κάνω Εξετάσεις Χοληστερόλης αν είμαι κάτω των 40 και έχω Καλή Φυσική Κατάσταση

Όπως προαναφέρθηκε, η υψηλή χοληστερόλη μπορεί να επηρεάσει άτομα όλων των ηλικιών και δεν συνδέεται αποκλειστικά με τη φυσική κατάσταση.

Σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες, οι ασθενείς χωρίς ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου ή άλλους παράγοντες κινδύνου θα πρέπει να κάνουν εξετάσεις χοληστερόλης:

  • Μία φορά στην ηλικία των 9-11 ετών
  • Μία φορά στην ηλικία των 17-21 ετών
  • Κάθε 4-6 χρόνια μετά τα 20, εφόσον δεν έχουν παράγοντες κινδύνου

Οι καπνιστές, οι ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό, οι διαβητικοί, καθώς και αυτοί που πάσχουν από καρδιαγγειακή νόσο, θα πρέπει να κάνουν συχνότερα εξετάσεις.

Φωτογραφία: Tirachard Kumtanom

Ασπιρίνη: Μπορεί να Προστατεύσει από τον Καρκίνο του Παχέος Εντέρου;

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου αποτελεί την τρίτη σε συχνότητα μορφή καρκίνου παγκοσμίως. Σύμφωνα με επιδημιολογικά δεδομένα, κάθε χρόνο γίνονται περισσότερες από 1.900.000 νέες διαγνώσεις της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου, ενώ 900.000 ασθενείς καταλήγουν. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για νέες προσεγγίσεις πρόληψης για τον καρκίνο του εντέρου.

Μία από τις προσεγγίσεις που εξερευνάται τελευταία είναι η ασπιρίνη, η οποία έχει δείξει μέχρι στιγμής πολύ καλά δείγματα για την παραπάνω ένδειξη. Συγκεκριμένα, διάφορες μελέτες έδειξαν ότι οι ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο που πήραν χαμηλή δόση ασπιρίνης μακροπρόθεσμα κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου. Μάλιστα, δεδομένα έχουν δείξει ότι η ασπιρίνη μπορεί να επιβραδύνει και την πορεία της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου.

Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο περιοδικό Cell Death and Disease προσπάθησε να εξερευνήσει τους μηχανισμούς που εξηγούν τα οφέλη της ασπιρίνης στον καρκίνο του παχέος εντέρου.

Όπως παρατήρησαν οι επιστήμονες της μελέτης, η ασπιρίνη επάγει την παραγωγή δύο ογκοκατασταλτικών μορίων miRNA και συγκεκριμένα των miR-34a και miR-34b/c. Εξηγώντας τον παραπάνω μηχανισμό, οι συγγραφείς ανέφεραν ότι η ασπιρίνη προσδένεται σε ένα ένζυμο που λέγεται AMPK, το οποίο με τη σειρά του ενεργοποιεί το μεταγραφικό παράγοντα NRF2. Ο παράγοντας αυτός εισέρχεται στον πυρήνα του κυττάρου απ’ όπου ενεργοποιεί τα γονίδια miR-34. Προκειμένου να επιτευχθεί η ενεργοποίηση αυτή, η ασπιρίνη καταστέλλει και το ογκογονίδιο c-MYC, το οποίο τυπικά αναστέλλει τον παράγοντα NRF2.

Από τα αποτελέσματα της μελέτης πρακτικά φαίνεται ότι οι θετικές επιδράσεις της ασπιρίνης τόσο στην πρόληψη όσο και στην επιβράδυνση της πορείας του καρκίνου του παχέος εντέρου εντοπίζονται κυρίως στα γονίδια miR-34. Αυτό μάλιστα, επιβεβαιώθηκε όταν οι επιστήμονες εξερεύνησαν τις επιδράσεις της ασπιρίνης σε νεοπλασματικά κύτταρα από τα οποία είχαν αφαιρεθεί τα παραπάνω γονίδια.

«Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι η ενεργοποίηση των γονιδίων miR-34 γίνεται από το μεταγραφικό παράγοντα p53. Στην έρευνά μας δείξαμε, ωστόσο, ότι η ασπιρίνη μπορεί επίσης να ενεργοποιήσει τα παραπάνω γονίδια με έναν άλλο, ανεξάρτητο μηχανισμό», αναφέρουν οι συγγραφείς.

«Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς στους περισσότερους ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου το γονίδιο για τον παράγοντα p53 υπολειτουργεί. Ως αποτέλεσμα, η ασπιρίνη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως θεραπευτική προσέγγιση σε αυτούς τους ασθενείς», καταλήγει η επιστημονική ομάδα.

Φωτογραφία: Anna Shvets

Ευλογιά των Πιθήκων: Νέες Μεταλλάξεις Διευκολύνουν την Περαιτέρω Εξάπλωση του Παθογόνου

0

Η ευλογιά των πιθήκων πιθανώς ξεκίνησε να κυκλοφορεί στον πληθυσμό νωρίτερα απ’ όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης η οποία δημοσιεύτηκε προσφάτως στο περιοδικό Science. Σύμφωνα με την ομάδα της έρευνας, η κυκλοφορία του ιού στον πληθυσμό και η αλληλεπίδρασή του με το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών έχει ήδη δημιουργήσει νέα στελέχη τα οποία εξαπλώνονται πλέον ευκολότερα.

«Οι παρατηρήσεις της μελέτης μας δείχνουν ότι η συνεχής εξάπλωση του ιού στον πληθυσμό έχει προκαλέσει μεταλλάξεις στον τελευταίο οι οποίες δημιουργούν ανησυχία σχετικά με τη μολυσματικότητά του, αλλά και τη λοιμογόνο δράση του. Είναι σαφές ότι θα πρέπει να ληφθούν μέτρα άμεσα και να γίνει καλύτερη ενημέρωση του κοινού και ιδιαίτερα στις ευπαθείς ομάδες, προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση του παθογόνου», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Η ευλογιά των πιθήκων εντοπίστηκε αρχικά στη Δυτική και Κεντρική Αφρική και περιγράφηκε ως ζωονόσος. Το πρώτο περιστατικό λοίμωξης ανθρώπου από τον ιό καταγράφηκε τη δεκαετία του 1970. Τα επόμενα χρόνια, σχεδόν όλα τα περιστατικά της νόσου αφορούσαν παιδιά μικρής ηλικίας.

Ωστόσο, το 2022 παρατηρήθηκε για πρώτη φορά εξάπλωση του ιού σε περιοχές όπου δεν είναι τυπικά ενδημικός, γεγονός που προκάλεσε ανησυχία, καθώς αυτό ήταν κάτι ασυνήθιστο για μία ζωονόσο.

Αναλύοντας αλληλουχίες του ιού από το 2018 και το 2022, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι ο ρυθμός μετάλλαξης του ιού της ευλογιάς των πιθήκων ήταν πολύ υψηλότερος από αυτόν που θα περιμέναμε για έναν ιό με διπλή έλικα DNA. Μάλιστα, οι περισσότερες μεταλλάξεις είχαν προκληθεί από την αλληλεπίδραση του ιού με ένα ένζυμο του ανοσοποιητικού συστήματος στον άνθρωπο που λέγεται APOBEC3, γεγονός που δείχνει ότι ο ιός είχε ήδη αρχίσει να κυκλοφορεί στον ανθρώπινο πληθυσμό πριν τη μικρή επιδημία που παρατηρήθηκε το 2022.

Περαιτέρω αναλύσεις που έκανε η ομάδα της παρούσας μελέτης έδειξαν ότι το κυρίαρχο στέλεχος του ιού αυτή τη στιγμή, γνωστό ως Β.1, φέρει αρκετές μεταλλάξεις οι οποίες έχουν προέλθει από την αλληλεπίδραση με το παραπάνω ένζυμο. Μάλιστα, ο ιός παρουσιάζει περίπου 6 νέες μεταλλάξεις ετησίως, επομένως από το συνολικό αριθμό των μεταλλάξεων που φέρει αυτή τη στιγμή η ομάδα συμπέρανε ότι η κυκλοφορία του ξεκίνησε πιθανώς πριν το 2016.

«Αν και το στέλεχος Β.1 περιορίζεται αυτή τη στιγμή στον παγκόσμιο πληθυσμό, άλλα στελέχη του ιού συνεχίζουν να εξαπλώνονται, γεγονός που δείχνει ότι δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε την ευλογιά των πιθήκων. Οι κύριες προσπάθειες για τον περιορισμό του παθογόνου θα πρέπει να επικεντρωθούν στην ενημέρωση των ασθενών που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες», καταλήγουν οι συγγραφείς.

Φωτογραφία: Julia Volk

Καρκίνος του Πνεύμονα: Αλλάζουν τα Κριτήρια για τις Προληπτικές Εξετάσεις

Το American Cancer Society (ACS) άλλαξε προσφάτως τις οδηγίες του σχετικά με τις προληπτικές εξετάσεις για τον καρκίνο του πνεύμονα, οι οποίες πλέον περιλαμβάνουν ένα μεγαλύτερο αριθμό ατόμων σε σχέση με τις προηγούμενες οδηγίες.

Σύμφωνα με τις νέες οδηγίες που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό CA: A Cancer Journal for Clinicians, κάθε καπνιστής ή πρώην καπνιστής ηλικίας 50-80 ετών θα πρέπει να κάνει ετησίως αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης (low dose CT).

Η διαφορά σε σχέση με τις προηγούμενες οδηγίες είναι ότι πλέον δεν λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που έχει περάσει από τη διακοπή του καπνίσματος. Σύμφωνα με τις προηγούμενες οδηγίες, αν κάποιος είχε σταματήσει το κάπνισμα πριν από 15 χρόνια ή περισσότερο δεν χρειαζόταν πλέον να κάνει την παραπάνω εξέταση.

«Στις αναλύσεις που κάναμε παρατηρήσαμε ότι ναι μεν ο κίνδυνος καρκίνου του πνεύμονα μειώνεται ανάλογα με τα χρόνια που έχουν περάσει από το τελευταίο τσιγάρο, ωστόσο και πάλι ο κίνδυνος παραμένει υψηλός συγκριτικά με αυτόν ενός μη καπνιστή», εξηγούν οι επιστήμονες του οργανισμού σε ένα άρθρο που συνόδευσε τις νέες οδηγίες.

«Συγκεκριμένα, συγκριτικά με ένα μη καπνιστή, ένας πρώην καπνιστής έχει περίπου 3 φορές αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του πνεύμονα ακόμα και 20 ή 30 χρόνια μετά τη διακοπή του καπνίσματος. Η αλλαγή στις οδηγίες για τον καρκίνο του πνεύμονα θα επιτρέψει στους γιατρούς να διαγνώσουν εγκαίρως τη συγκεκριμένη μορφή καρκίνου σε άτομα που έχουν σταματήσει το κάπνισμα, γεγονός που θα διευκολύνει τη θεραπεία», πρόσθεσαν.

Αν και τα ποσοστά καρκίνου του πνεύμονα παρουσιάζουν σταθερή μείωση από το 1992, εκατοντάδες χιλιάδες άτομα ετησίως χάνουν τη ζωή τους από τη συγκεκριμένη μορφή καρκίνου.

«Οι νέες οδηγίες έχουν ως στόχο να περιορίσουν ακόμα περισσότερο τους θανάτους από καρκίνο του πνεύμονα. Πρόσφατα δεδομένα έδειξαν ότι αγνοώντας τα χρόνια που έχουν περάσει από τη διακοπή του καπνίσματος και αυξάνοντας τον αριθμό των ασθενών που κάνουν προληπτικές εξετάσεις μπορούμε πράγματι να σώσουμε περισσότερες ζωές», τονίζουν οι συγγραφείς.

Οι νέες οδηγίες που εξέδωσε το ACS έχουν βασιστεί σε μεγάλο βαθμό σε μία συστηματική ανάλυση του 2021 από το Preventive Services Task Force των ΗΠΑ.

Φωτογραφία: Vladyslav Dukhin

Νέα Έρευνα: Το Αλάτι Αυξάνει τον Κίνδυνο Διαβήτη Τύπου 2

Οι ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη τύπου 2 γνωρίζουν ότι θα πρέπει να περιορίσουν την κατανάλωση ζάχαρης στη διατροφή τους. Αυτό που δεν γνωρίζουν είναι ότι θα πρέπει να μειώσουν και την κατανάλωση αλατιού, σύμφωνα τουλάχιστον με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο επιστημονικό περιοδικό Mayo Clinic Proceedings.

Εξετάζοντας δεδομένα από περίπου 400.000 εθελοντές που συμμετείχαν στη μελέτη UK Biobank, οι επιστήμονες της παραπάνω μελέτης παρατήρησαν ότι αυτοί που πρόσθεταν συχνά αλάτι στα τρόφιμα που κατανάλωναν είχαν αυξημένο κίνδυνο να διαγνωστούν με διαβήτη τύπου 2 σε σχέση με αυτούς που απέφευγαν το αλάτι.

Η ομάδα παρακολούθησε τους εθελοντές για ένα διάστημα περίπου 11.8 ετών. Σε αυτό το διάστημα καταγράφηκαν συνολικά σχεδόν 13.000 νέα περιστατικά διαβήτη τύπου 2 σε αυτό τον πληθυσμό. Από την ανάλυση των δεδομένων διαπιστώθηκε ότι συγκριτικά με αυτούς που πρόσθεταν αλάτι «σπάνια» ή «ποτέ», οι εθελοντές που έβαζαν επιπλέον αλάτι «κάποιες φορές», «συχνά» ή «πάντα» είχαν 13%, 20% και 39% αυξημένο κίνδυνο, αντίστοιχα, να διαγνωστούν με σακχαρώδη διαβήτη τα επόμενα χρόνια.

«Σήμερα είναι ήδη γνωστό ότι ο περιορισμός του αλατιού μπορεί να μας βοηθήσει να μειώσουμε τον κίνδυνο υπέρτασης και καρδιαγγειακής νόσου. Από τις παρατηρήσεις της μελέτης μας προκύπτει ότι η μείωση της κατανάλωσης αλατιού μπορεί να προσφέρει οφέλη και στην πρόληψη του διαβήτη τύπου 2», αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.

Προφανώς, η παρούσα μελέτη ως έρευνα παρατήρησης δεν είναι δυνατό να αποδείξει ότι υπάρχει σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στο αλάτι και τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, ούτε μπορεί να εξηγήσει τους μηχανισμούς της σύνδεσης που παρατηρήθηκε. Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα, ωστόσο, πιθανώς η προσθήκη αλατιού αυξάνει την όρεξη και κάνει τους ανθρώπους να καταναλώνουν μεγαλύτερες μερίδες, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο παχυσαρκίας και φλεγμονής. Και οι δύο τελευταίες καταστάσεις αποτελούν παράγοντες κινδύνου για το διαβήτη τύπου 2.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το γεγονός ότι η έρευνα παρατήρησε επίσης σύνδεση ανάμεσα στην τακτική κατανάλωση αλατιού και το δείκτη μάζας σώματος.

Καταλήγοντας, οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι αν και ακόμα δεν έχει αποδειχθεί πέραν αμφιβολίας ότι το αλάτι αυξάνει τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, υπάρχουν ήδη αρκετοί λόγοι για να περιορίσουμε την κατανάλωση αλατιού.

Φωτογραφία: Castorly Stock

Τιρζεπατίδη: Το Νεότερο Φάρμακο που Εγκρίνεται για την Αντιμετώπιση της Παχυσαρκίας

Η τιρζεπατίδη, ένα αντιδιαβητικό φάρμακο, αποτελεί την τελευταία προσθήκη στη λίστα των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Το FDA των ΗΠΑ έδωσε πριν από λίγες ημέρες έγκριση στο φάρμακο προκειμένου να χρησιμοποιείται και για αυτή την ένδειξη.

Η τιρζεπατίδη κυκλοφορεί με την εμπορική ονομασία Mounjaro και εγκρίθηκε πέρσι για την αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2. Ωστόσο, το φάρμακο άρχισε να χορηγείται από αρκετούς γιατρούς και για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, παρά το γεγονός ότι δεν είχε λάβει έγκριση για αυτή την ένδειξη.

Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είναι συγκρίσιμη με αυτή των αγωνιστών του GLP-1, στα οποία ανήκει η σεμαγλουτίδη, όπως αναφέρει η ανακοίνωση του FDA.

«Η παχυσαρκία είναι μία σοβαρή κατάσταση που έχει συνδεθεί με ορισμένα από τα κυριότερα αίτια θανάτου, όπως για παράδειγμα η καρδιαγγειακή νόσος, το εγκεφαλικό επεισόδιο και ο σακχαρώδης διαβήτης. Καθώς τα ποσοστά παχυσαρκίας αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια είναι απαραίτητο να εξερευνήσουμε προσεγγίσεις για τον περιορισμό του παραπάνω προβλήματος. Η τιρζεπατίδη είναι το νεότερο όπλο μας στη μάχη κατά της παχυσαρκίας», αναφέρουν αντιπρόσωποι του FDA.

Η έγκριση του φαρμάκου βασίστηκε στα δεδομένα των ερευνών SURMOUNT-1 και SURMOUNT-2. Στην πρώτη από τις παραπάνω μελέτες, οι εθελοντές που έλαβαν εβδομαδιαίως 15mg του φαρμάκου έχασαν περίπου το 18% του σωματικού τους βάρους. Το αντίστοιχο ποσοστό στη μελέτη SURMOUNT-2 ήταν 12%.

Σύμφωνα με τις οδηγίες χορήγησης του φαρμάκου, το τελευταίο θα πρέπει να λαμβάνεται σε δόση 2.5mg/εβδομάδα η οποία μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 5mg/εβδομάδα μετά από περίπου 4 εβδομάδες.

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τη λήψη του φαρμάκου στις παραπάνω μελέτες ήταν η ναυτία, η διάρροια, ο έμετος, η δυσκοιλιότητα, το κοιλιακό άλγος, το άλγος στο σημείο της έγχυσης του φαρμάκου, το αίσθημα κόπωσης, καθώς και ορισμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας.

Στη συσκευασία του φαρμάκου αναγράφονται επίσης και πιθανές επιπλοκές στις οποίες περιλαμβάνονται η παγκρεατίτιδα, οι διαταραχές της χοληδόχου, η υπογλυκαιμία, η οξεία νεφρική βλάβη, η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια στους διαβητικούς και οι αυτοκτονικές σκέψεις.

Σύμφωνα με την Eli Lilly, την παρασκευάστρια εταιρεία του φαρμάκου, η τιρζεπατίδη θα είναι φτηνότερη από τα υπόλοιπα φάρμακα που χορηγούνται για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.

Φωτογραφία: Karolina Grabowska