Αρχική Blog Σελίδα 2

Πολλαπλή Σκλήρυνση: Μπορεί μία Δίαιτα με Χαμηλά Λιπαρά να Αντιμετωπίσει το Αίσθημα Κόπωσης;

Οι ασθενείς που υποφέρουν από πολλαπλή σκλήρυνση μπορεί να έχουν οφέλη από μία δίαιτα με χαμηλά λιπαρά, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας από τον Καναδά που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο περιοδικό Multiple Sclerosis. Συγκεκριμένα, η δίαιτα αυτή μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην αντιμετώπιση του αισθήματος κόπωσης που ταλαιπωρεί τους ασθενείς που πάσχουν από τη νόσο.

Η έρευνα αυτή αποτελεί την τελευταία προσθήκη σε μία μεγάλη λίστα ερευνών που έχουν δείξει ότι η διατροφή παίζει σημαντικό ρόλο στην πρόγνωση των ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση.

«Το αίσθημα κόπωσης είναι εξαιρετικά σοβαρό σε αρκετούς ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση. Σήμερα δεν υπάρχει ακόμα κάποιο εγκεκριμένο φάρμακο για την αντιμετώπιση του συμπτώματος αυτού, ωστόσο το τελευταίο μπορεί να επηρεάσει αρνητικά σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής των ασθενών», αναφέρουν οι επιστήμονες της μελέτης.

Η παρούσα τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη εξέτασε συνολικά 39 εθελοντές με πολλαπλή σκλήρυνση που είχαν αναφέρει στο ιστορικό τους ότι υποφέρουν από έντονο αίσθημα κόπωσης. Οι εθελοντές χωρίστηκαν σε δύο ομάδες εκ των οποίων η πρώτη ακολούθησε μία δίαιτα με χαμηλά λιπαρά για 16 εβδομάδες, ενώ η δεύτερη συνέχισε την τυπική διατροφή που έκανε και πριν τη μελέτη για το ίδιο διάστημα.

Η συμμόρφωση των εθελοντών με τη δίαιτα που συνέστησαν οι επιστήμονες της μελέτης εκτιμήθηκε μέσω διαφόρων βιοδεικτών από τις εξετάσεις αίματος.

Αντίθετα με μία έρευνα του 2016 που είχε εξετάσει μία αυστηρά χορτοφαγική δίαιτα, στη νέα μελέτη οι επιστήμονες επέτρεψαν την κατανάλωση κρέατος, διατηρώντας ωστόσο τα χαμηλά λιπαρά. Στην έρευνα, δεν δόθηκε κάποια οδηγία στους εθελοντές αναφορικά με τη φυσική άσκηση.

Κάθε 4 εβδομάδες, οι εθελοντές έκαναν ξανά εξετάσεις προκειμένου να προσδιοριστούν οι επιδράσεις της διατροφής που είχαν ακολουθούσαν. Οι εξετάσεις αυτές είχαν ως στόχο να εκτιμήσουν τη μνήμη των εθελοντών, την προσοχή τους, καθώς και την ικανότητα συγκέντρωσης.

Τελικά, η ομάδα που έκανε τη δίαιτα με χαμηλά λιπαρά παρουσίασε βελτίωση σε όλους τους παραπάνω δείκτες, καθώς και σημαντικό περιορισμό του αισθήματος κόπωσης σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, όπως ανέφεραν οι συγγραφείς.

«Τα αποτελέσματα της μελέτης μας έχουν ιδιαίτερη σημασία καθώς δείχνουν ότι μία διατροφή με χαμηλά λιπαρά μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη για την υγεία των ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση ακόμα και αν η δίαιτα δεν είναι αυστηρά χορτοφαγική», κατέληξε η επιστημονική ομάδα της μελέτης.

Φωτογραφία: Oleksandr P

Νέα Μελέτη: Η Απώλεια Βάρους Μπορεί να Επιβραδύνει τη Γήρανση του Εγκεφάλου

Η απώλεια βάρους μέσω της υγιεινής διατροφής μπορεί να επιβραδύνει σημαντικά τη βιολογική γήρανση του εγκεφάλου, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας μελέτης που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό eLife.

Συγκεκριμένα, η επιστημονική ομάδα της έρευνας παρατήρησε ότι οι εθελοντές που έκαναν Μεσογειακή δίαιτα κατάφεραν να περιορίσουν την ταχύτητα της βιολογικής γήρανσης του εγκεφάλου, ακόμα και αν μείωσαν πολύ λίγο το σωματικό τους βάρος.

Μέσω μίας σειράς απεικονιστικών εξετάσεων, η ομάδα διαπίστωσε μάλιστα ότι σε 18 μήνες υγιεινής διατροφής οι εθελοντές που έκαναν Μεσογειακή δίαιτα επιβράδυναν τη βιολογική γήρανση του εγκεφάλου κατά 9 μήνες συγκριτικά με μία ομάδα που έκανε την τυπική Δυτική δίαιτα.

Σήμερα, είναι πλέον γνωστό ότι η βιολογική ηλικία ενός ατόμου μπορεί να διαφέρει από τη χρονολογική. Η διαφορά αυτή εντοπίζεται σε διάφορους δείκτες, μεταξύ των οποίων το γονιδίωμα, τα τελομερή των χρωμοσωμάτων, καθώς και οι εγκεφαλικές συνάψεις.

Αν και διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι η επιτάχυνση της βιολογικής γήρανσης από συγκεκριμένα στρεσογόνα γεγονότα μπορεί να αναιρεθεί, η παρούσα μελέτη επιβεβαίωσε ότι η βελτίωση της διατροφής αποτελεί την πλέον απλή προσέγγιση για την επίτευξη του παραπάνω στόχου.

Οι 102 εθελοντές που συμμετείχαν στην παρούσα μελέτη έκαναν απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου κατά την εγγραφή τους στη μελέτη, καθώς και 18 μήνες αργότερα. Έκαναν επίσης διάφορες άλλες εξετάσεις από τις οποίες προσδιορίστηκε η λειτουργία του ήπατος, τα επίπεδα της χοληστερόλης και το σωματικό βάρος.

Τελικά, οι επιστήμονες χώρισαν τους εθελοντές σε 3 ομάδες καθεμία από τις οποίες έκανε διαφορετική δίαιτα. Η πρώτη ομάδα έκανε την τυπική Μεσογειακή δίαιτα, η δεύτερη ομάδα έκανε μία τροποποιημένη μορφή της δίαιτας που περιέχει περισσότερες πολυφαινόλες, ενώ η τελευταία ομάδα έκανε μία τυπική υγιεινή διατροφή.

Οι εθελοντές της μελέτης έχασαν περίπου 2.3 κιλά κατά μέσο όρο στο διάστημα των 18 μηνών που εξετάστηκε. Για κάθε 1% μείωσης του σωματικού βάρους, η βιολογική ηλικία του εγκεφάλου βελτιωνόταν κατά 9 μήνες σε σχέση με τη χρονολογική, όπως ανέφερε η επιστημονική ομάδα.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, σε αυτή τη φάση δεν είναι ακόμα σαφές αν οι αλλαγές αυτές συνοδεύονται από γενικότερη βελτίωση της εγκεφαλικής λειτουργίας, ωστόσο προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι η Μεσογειακή δίαιτα μπορεί πράγματι να βελτιώσει τη μνήμη στους ηλικιωμένους.

«Η έρευνά μας αναδεικνύει για ακόμα μία φορά τη σημαντικότητα της υγιεινής διατροφής στη διατήρηση της υγείας του εγκεφάλου», υποστήριξαν οι συγγραφείς της μελέτης.

Καταλήγοντας, αναφέρθηκαν και σε ορισμένους περιορισμούς της παρούσας μελέτης, όπως για παράδειγμα στο γεγονός ότι η διατροφή των εθελοντών προσδιορίστηκε από ερωτηματολόγια.

Φωτογραφία: Artem Podrez

COVID-19: Μπορεί να Προκαλέσει Επιπλοκές στο Ουροποιητικό Σύστημα;

Η COVID-19 λοίμωξη στους άνδρες μπορεί να προκαλέσει διάφορες επιπλοκές από το ουροποιητικό σύστημα, όπως για παράδειγμα κατακράτηση ούρων, ουρολοιμώξεις ή αιματουρία, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Journal of Internal Medicine.

«Οι γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τα συμπτώματα από το κατώτερο ουροποιητικό εμφανίζονται με αυξημένη συχνότητα στους ασθενείς με COVID-19 και δεν συνδέονται με τη σοβαρότητα της λοίμωξης», τόνισαν οι συγγραφείς.

«Αυτή είναι η μεγαλύτερη μελέτη που αποτυπώνει τις επιδράσεις της COVID-19 λοίμωξης στο ουροποιητικό σύστημα», πρόσθεσαν.

Σχεδόν 18.000 Ασθενείς

Στα πλαίσια των αναλύσεών τους, οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα για όλους τους ασθενείς που είχαν λάβει θεραπεία για συμπτώματα από το κατώτερο ουροποιητικό σε κάποιο νοσοκομείο του Χονγκ Κονγκ κατά τα έτη 2021-2022. Συνολικά 17.986 ασθενείς συμμετείχαν στη μελέτη, εκ των οποίων περίπου οι μισοί είχαν ιστορικό COVID-19 λοίμωξης που είχε επιβεβαιωθεί με εξέταση PCR.

Πρακτικά, οι επιστήμονες συνέκριναν τους ασθενείς με ιστορικό COVID-19 με τους ασθενείς που δεν είχαν ιστορικό της λοίμωξης αναφορικά με τα συμπτώματα από το κατώτερο ουροποιητικό. Όπως διαπίστωσαν, συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου οι ασθενείς με ιστορικό COVID-19 είχαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά κατακράτησης ούρων (4.55% έναντι 0.86%), αιματουρίας (1.36% έναντι 0.41%), κλινικής ουρολοίμωξης (4.31% έναντι 1.49%) και βακτηριουρίας (9.02% έναντι 1.97%).

Καμία Διαφοροποίηση Ανάλογα με τη Σοβαρότητα της Λοίμωξης

Από τις αναλύσεις που έκανε η επιστημονική ομάδα διαπιστώθηκε ότι ο αυξημένος κίνδυνος για όλες τις παραπάνω επιπλοκές ήταν παρόμοιος, ανεξαρτήτως πόσο σοβαρά είχαν νοσήσει οι ασθενείς από την COVID-19.

Θέλοντας να εξηγήσουν τους μηχανισμούς της σύνδεσης που παρατηρήθηκε στην παρούσα μελέτη, οι επιστήμονες τόνισαν ότι τόσο η πρωτεΐνη ACE2 όσο και η TMPRSS2 εκφράζονται στον προστάτη, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να υπάρξει μόλυνση από τον ιό η οποία οδηγεί σε φλεγμονή.

«Καθώς ο ιός SARS-CoV-2 έχει εξαπλωθεί σε μεγάλο βαθμό σήμερα, οι γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα από το ουροποιητικό στους άνδρες ασθενείς. Μία άλλη παρατήρηση της μελέτης μας ήταν ότι οι ιδιαίτερα στους άνδρες της τρίτης ηλικίας, ο ιός έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να προκαλέσει επιπλοκές από το ουροποιητικό», κατέληξε η ομάδα.

Φωτογραφία: Los Muertos Crew

Φλεγμονώδεις Νόσοι του Εντέρου: Δυνατό να Διαγνωστούν μέχρι και 8 Χρόνια Νωρίτερα από τις Εξετάσεις Αίματος

Οι βιολογικές αλλαγές που συνδέονται με τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου είναι ανιχνεύσιμες στις εξετάσεις αίματος μέχρι και 8 χρόνια πριν τη διάγνωση της νόσου του Crohn ή 3 χρόνια πριν τη διάγνωση της ελκώδους κολίτιδας, όπως δείχνει μία νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό Cell Reports Medicine.

«Οι παρατηρήσεις της μελέτης μας έχουν ιδιαίτερη σημασία καθώς επιτρέπουν στους γιατρούς να διαγνώσουν τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου όταν οι τελευταίες βρίσκονται ακόμα σε προκλινικό στάδιο», αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.

«Το γεγονός αυτός θα επιτρέψει την έγκαιρη χορήγηση θεραπειών, γεγονός που θα βελτιώσει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής των ασθενών», πρόσθεσαν εξηγώντας παράλληλα ότι το μοντέλο που ανέπτυξαν βρίσκεται ακόμα στα πρώιμα στάδια, επομένως θα χρειαστεί κάποιος χρόνος μέχρι να χρησιμοποιηθεί στην κλινική πράξη.

Βιολογικές Αλλαγές Αρκετά Χρόνια πριν τη Διάγνωση των Φλεγμονωδών Νόσων του Εντέρου

Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα, όταν ένας ασθενής που πάσχει από νόσο του Crohn ή ελκώδη κολίτιδα παρουσιάζει εμφανή συμπτώματα, βρισκόμαστε ήδη στο στάδιο όπου έχουν προκληθεί σημαντικές βλάβες στο έντερο.

Ο στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να εξερευνήσει μία νέα προσέγγιση η οποία θα μας επιτρέψει να διαγνώσουμε τη νόσο στα πρώιμα στάδια, πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Στις αναλύσεις που έκαναν, οι επιστήμονες εξέτασαν τα επίπεδα αρκετών δεικτών φλεγμονής, βιταμινών και μετάλλων στο αίμα προκειμένου να εξετάσουν αν τα παραπάνω διαφοροποιούνται στους ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου.

Οι περίπου 20.000 εθελοντές που συμμετείχαν στην έρευνα είχαν διαγνωστεί με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου ανάμεσα στα έτη 2008 και 2018 στη Δανία και είχαν επίσης αποτελέσματα εξετάσεων αίματος για τα προηγούμενα 10 χρόνια.

Η επιστημονική ομάδα εξέτασε επίσης μία ομάδα ελέγχου με 4.6 εκατομμύρια εθελοντές χωρίς ιστορικό φλεγμονωδών νόσων του εντέρου.

Όπως προαναφέρθηκε, οι ασθενείς που παρουσίασαν τελικά νόσο του Crohn είχαν ανιχνεύσιμες μεταβολές σε διάφορους δείκτες 8 χρόνια πριν τη διάγνωση της νόσου. Για τους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα οι αλλαγές αυτές ήταν δυνατό να ανιχνευθούν 3 χρόνια πριν τη διάγνωση της νόσου.

Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα, οι μεταβολές αυτές συχνά δεν ήταν αρκετά μεγάλες για να ξεφύγουν οι δείκτες από τα φυσιολογικά όρια, επομένως οι γιατροί πιθανώς δεν θα τις είχαν παρατηρήσει. Οι συγγραφείς της παρούσας μελέτης, ωστόσο, είχαν πρόσβαση σε μία εξαιρετικά μεγάλη βάση δεδομένων, γεγονός που τους βοήθησε να διακρίνουν τις παραπάνω μεταβολές.

«Οι παρατηρήσεις της μελέτης μας έχουν ιδιαίτερη σημασία καθώς μας επιτρέπουν να ανιχνεύσουμε τις νόσους στα πρώιμα στάδια, όταν οι θεραπείες είναι περισσότερο αποτελεσματικές. Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να βελτιώσουμε σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών», καταλήγει η επιστημονική ομάδα.

Φωτογραφία: Karolina Grabowska

Μπορεί ένα Γονίδιο που Προέρχεται από ένα Αρχαίο Είδος Ανθρώπου να Αυξάνει τον Κίνδυνο Κατάθλιψης;

Ένα κομμάτι του γονιδιώματος που φέρει ο σύγχρονος άνθρωπος προέρχεται από είδη ανθρώπων που έχουν εξαφανιστεί πλέον, όπως για παράδειγμα οι Denisovans. Ορισμένα από τα γονίδια που κληρονομήσαμε από αυτούς τους αρχαίους ανθρώπους φαίνεται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο για διάφορες ψυχικές νόσους, μεταξύ των οποίων και η κατάθλιψη, όπως αναφέρει μία νέα μελέτη από την Ισπανία.

Η έρευνα αυτή, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Genetics, επικεντρώθηκε στο γονίδιο SLC30A9, το οποίο φαίνεται ότι προσέφερε κάποιο εξελικτικό πλεονέκτημα και γι’ αυτό διατηρήθηκε μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα στους πληθυσμούς της Ανατολικής Ασίας.

Από τις αναλύσεις που έκαναν οι επιστήμονες της μελέτης διαπιστώθηκε ότι το γονίδιο αυτό ευθύνεται για τη ρύθμιση και μεταφορά του ψευδαργύρου στις κυτταρικές μεμβράνες. Ο ψευδάργυρος είναι ένα μέταλλο με ιδιαίτερη σημασία τόσο γιο για το νευρικό όσο και για το ανοσοποιητικό σύστημα και, όπως φαίνεται, η μετάλλαξη που εξετάστηκε στην παρούσα μελέτη μπορεί να επηρεάσει τη ρύθμιση του μετάλλου αυτού.

Θέλοντας να εξερευνήσουν την προέλευση της μετάλλαξης, οι επιστήμονες της μελέτης ανέλυσαν τις αλληλουχίες του γονιδιώματος από αρχαία είδη ανθρώπων όπως οι Denisovans και οι Neanderthals.

«Από τις αναλύσεις μας παρατηρήσαμε ότι το γονίδιο αυτό πιθανώς έχει προέλθει από τους Denisovans, καθώς το γονιδίωμα του Neanderthal δεν είχε καθόλου αυτό το γονίδιο», εξηγούν οι συγγραφείς της μελέτης.

Εργαστηριακά πειράματα που έκανε η ομάδα θέλοντας να εξερευνήσει περισσότερο τη λειτουργία του γονιδίου έδειξαν ότι το αλληλόμορφο που προέρχεται από τους Denisovans επηρεάζει τον τρόπο που ρυθμίζεται ο ψευδάργυρος από συγκεκριμένες κυτταρικές δομές, γεγονός που τελικά μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό.

Το γεγονός ότι το γονίδιο αυτό τελικά διατηρήθηκε μέχρι και σήμερα σημαίνει ότι προσφέρει κάποιο εξελικτικό πλεονέκτημα, ωστόσο η ομάδα δεν κατάφερε να προσδιορίσει ποιο ακριβώς είναι αυτό. Μία θεωρία που εξετάζεται αυτή τη στιγμή είναι ότι το γονίδιο προστατεύει από το ψυχρό κλίμα.

«Αν η παραπάνω θεωρία επιβεβαιωθεί τότε θα έχουμε μία εξήγηση που μπορεί να δείξει γιατί το γονίδιο αυτό κατάφερε να φτάσει μέχρι το σύγχρονο άνθρωπο», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Το γονίδιο αυτό έχει συνδεθεί και από προηγούμενες μελέτες με αυξημένο κίνδυνο ψυχιατρικών νόσων και ειδικότερα κατάθλιψης.

Ο ψευδάργυρος είναι ένα μέταλλο που παίζει σημαντικό ρόλο στην ψυχική υγεία, επομένως η παρούσα μελέτη μάς βοήθησε να κατανοήσουμε καλύτερα την παραπάνω σύνδεση.

«Το επόμενο βήμα είναι να εξερευνήσουμε τις επιδράσεις του γονιδίου σε μοντέλα πειραματοζώων έτσι ώστε να επιβεβαιώσουμε τις επιδράσεις του στον κίνδυνο ψυχικών νόσων», καταλήγουν οι συγγραφείς.

Φωτογραφία: Google DeepMind

Γονίδιο APOE: Διαφορετικές οι Επιδράσεις του Γονιδίου στον Κίνδυνο Νόσου Alzheimer Ανάλογα με τη Φυλή και το Φύλο

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το γονίδιο της απολιποπρωτεΐνης Ε (APOE) αποτελεί μείζονα γενετικό παράγοντα κινδύνου για τη νόσο Alzheimer. Ανάλογα με το αλληλόμορφο που φέρει ο κάθε άνθρωπος μπορεί να έχει είτε αυξημένο (APOE4) είτε μειωμένο (APOE2) κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

Ωστόσο, η σύνδεση των παραπάνω γονιδίων με τον κίνδυνο νόσου Alzheimer δεν είναι εξίσου ισχυρή σε όλες τις φυλές, τουλάχιστον σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο περιοδικό JAMA Neurology.

Η Φυλή και το Φύλο

Στα πλαίσια της μελέτης τους, οι επιστήμονες εξέτασαν συνολικά 68.756 εθελοντές, εκ των οποίων οι 34.021 ήταν Καυκάσιοι, οι 21.852 είχα καταγωγή από την Ανατολική Ασία, οι 7.145 ήταν Αφρικανοί, ενώ οι 5.738 ήταν Λατίνοι.

Από τις αναλύσεις που έκανε η επιστημονική ομάδα διαπιστώθηκε ότι η σύνδεση ανάμεσα στα αλληλόμορφα του γονιδίου APOE και τον κίνδυνο νόσου Alzheimer ήταν ισχυρότερη στους Καυκάσιους εθελοντές και ασθενέστερη στους Λατίνους.

Μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση της μελέτης ήταν ότι οι ασθενείς που είχαν και τα δύο παραπάνω αλληλόμορφα (το APOE2 και το APOE4) δεν είχαν ούτε αυξημένο αλλά ούτε και μειωμένο κίνδυνο νόσου Alzheimer.

«Οι παρατηρήσεις της μελέτης μας δείχνουν ότι η φυλή είναι ένας παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις επιδράσεις των γονιδίων APOE στον κίνδυνο νόσου Alzheimer, ωστόσο αυτή τη στιγμή υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε για την παραπάνω σύνδεση», τονίζουν οι συγγραφείς.

Στις αναλύσεις που έκαναν, οι επιστήμονες εξερεύνησαν επίσης αν το φύλο μπορεί να επηρεάσει τη σύνδεση των γονιδίων APOE με τον κίνδυνο νόσου Alzheimer. Όπως παρατήρησαν, στους Καυκάσιους εθελοντές ηλικίας 60-70 ετών, το γονίδιο APOE4 αύξανε περισσότερο τον κίνδυνο της νόσου στις γυναίκες.

Ο Γενότυπος APOE θα Πρέπει να Κατευθύνει τις Μελλοντικές Μελέτες

Συνολικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το αλληλόμορφο APOE4 του γονιδίου αυξάνει τον κίνδυνο νόσου Alzheimer, ενώ το APOE2 μειώνει τον κίνδυνο. Επιδημιολογικά δεδομένα έχουν δείξει ότι περίπου το 66% των ασθενών με νόσο Alzheimer φέρουν τουλάχιστον ένα αλληλόμορφο APOE4.

Αυξημένος κίνδυνος υπάρχει και στο APOE3, το οποίο είναι εξαιρετικά κοινό σήμερα και ανιχνεύεται στο 75% περίπου του παγκοσμίου πληθυσμού. Η παρουσία του παραπάνω γονιδίου συνδέεται με 10% περίπου αυξημένο κίνδυνο νόσου Alzheimer.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το γονίδιο APOE δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης νόσου Alzheimer. Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα της μελέτης, οι επόμενες έρευνες θα πρέπει να εξερευνήσουν ποιοι είναι οι τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου που μπορεί να περιορίσουν περισσότερο την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου σε ασθενείς με γενετική προδιάθεση.

Φωτογραφία: Dominika Roseclay

Κλιματική Αλλαγή: Μπορεί να Επηρεάσει τα Ποσοστά Θανάτων από Λοιμώξεις του Αναπνευστικού το Καλοκαίρι;

0

Η άνοδος της θερμοκρασίας εξ’ αιτίας της κλιματικής αλλαγής αναμένεται να αυξήσει τους θανάτους από τις λοιμώξεις του αναπνευστικού, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας από την Ισπανία που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο περιοδικό The Lancet Regional Health – Europe.

Στα πλαίσια των αναλύσεών τους, οι επιστήμονες της μελέτης εξέτασαν τη σύνδεση ανάμεσα στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος και τα ποσοστά θανάτου από λοιμώξεις του αναπνευστικού σε διάφορα νοσοκομεία της Μαδρίτης και της Βαρκελώνης στο διάστημα από το 2006 μέχρι το 2019. Και στις δύο παραπάνω περιοχές, ο αριθμός των νοσηλειών ήταν υψηλότερος τους χειμερινούς μήνες και έφτανε τη μέγιστη τιμή του τον Ιανουάριο και την ελάχιστη τον Αύγουστο. Αντίθετα με τον απόλυτο αριθμό των νοσηλειών, το ποσοστό των θανάτων στους νοσηλευόμενους ασθενείς για λοιμώξεις του αναπνευστικού ήταν υψηλότερο το καλοκαίρι και μάλιστα, όπως ανέφεραν οι επιστήμονες, συνδεόταν ισχυρά με τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος.

Προηγούμενες μελέτες είχαν εξερευνήσει τη σύνδεση ανάμεσα στη θερμοκρασία και τον κίνδυνο νοσηλείας για διάφορες λοιμώξεις του αναπνευστικού, όπως η πνευμονία, ωστόσο μέχρι σήμερα καμία έρευνα δεν είχε εξετάσει τη σύνδεση με τον κίνδυνο θανάτου.

Η Σύνδεση Ανάμεσα στη Θερμοκρασία και τον Κίνδυνο Θανάτου

Από τις αναλύσεις που έκαναν, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι υψηλές θερμοκρασίες ενοχοποιούνται για το 16% και 22.1% των θανάτων από λοιμώξεις του αναπνευστικού στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, αντίστοιχα. Μάλιστα, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι περισσότεροι ασθενείς κατέληγαν εντός 3 ημερών από την έκθεσή τους σε υψηλές θερμοκρασίες.

«Η παρατήρηση αυτή δείχνει ότι η αύξηση των θανάτων από τις οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού κατά την έντονη ζέστη αποδίδεται μάλλον στην επιδείνωση της λοίμωξης και όχι σε νέα παθογόνα που προκαλούν σοβαρότερες λοιμώξεις», εξηγούν οι συγγραφείς.

Περαιτέρω αναλύσεις έδειξαν ότι οι λοιμώξεις που επηρεάζονται περισσότερο από τις υψηλές θερμοκρασίες είναι η οξεία βρογχίτιδα και βρογχιολίτιδα, η πνευμονία και η αναπνευστική ανεπάρκεια.

Τόσο η σχετική υγρασία όσο και η οι ατμοσφαιρικοί ρύποι δεν φάνηκε να επηρεάζουν κάπως τον κίνδυνο θανάτου στους ασθενείς που νοσηλεύονται για λοιμώξεις του αναπνευστικού. Μία παρατήρηση της μελέτης ήταν επίσης ότι οι γυναίκες είναι περισσότερο ευάλωτες στις υψηλές θερμοκρασίες σε σχέση με τους άνδρες.

Οι επιστήμονες της μελέτης υποστήριξαν ότι οι παρατηρήσεις τους θα πρέπει να καθοδηγήσουν μία σειρά αλλαγές στα συστήματα υγείας και στα νοσοκομεία έτσι ώστε να περιοριστούν οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής στην υγεία των ασθενών.

«Θα πρέπει να γίνουν άμεσα προσαρμογές στα νοσοκομεία, αλλιώς τα επόμενα χρόνια αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά οι θάνατοι από λοιμώξεις του αναπνευστικού, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες», καταλήγουν οι συγγραφείς.

Φωτογραφία: Pixabay

Ινσουλίνη: Πώς Συνδέεται με τον Κίνδυνο Καρκίνου του Παγκρέατος;

Το 2020, περίπου 500.000 ασθενείς παγκοσμίως διαγνώστηκαν με καρκίνο του παγκρέατος. Η συγκεκριμένη μορφή καρκίνου ενοχοποιείται για το 7% περίπου του συνόλου των θανάτων από καρκίνο.

Η μοναδική θεραπεία για την αντιμετώπιση της νόσου είναι η χειρουργική, ωστόσο μόλις το 20% των ασθενών είναι δυνατό να χειρουργηθούν όταν τίθεται η διάγνωση της νόσου. Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης για τον καρκίνο του παγκρέατος είναι κάτω από 10%.

Μία νέα έρευνα από τις ΗΠΑ που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό Cell Metabolism παρατήρησε ότι τα επίπεδα της ινσουλίνης συνδέονται άμεσα με τον κίνδυνο καρκίνο του παγκρέατος, τουλάχιστον στα πειραματόζωα. Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς πρακτικά προσφέρει μία νέα προσέγγιση πρόληψης ή ακόμα και αντιμετώπισης για μία από τις πλέον επικίνδυνες μορφές καρκίνου.

Υψηλή Ινσουλίνη και Κίνδυνος Καρκίνου

Προηγούμενες μελέτες είχαν ήδη διαπιστώσει σύνδεση ανάμεσα στα υψηλά επίπεδα της ινσουλίνης και αρκετές μορφές καρκίνου, ωστόσο η ισχυρότερη σύνδεση είχε παρατηρηθεί για τον καρκίνο του παγκρέατος.

Μάλιστα, μία έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2019 έδειξε για πρώτη φορά ότι τα υψηλά επίπεδα της ινσουλίνης στους ασθενείς με παχυσαρκία ή διαβήτη τύπου 2 συνδέονται με σχέση αιτίας-αποτελέσματος με τον καρκίνο του παγκρέατος. Ωστόσο, η έρευνα αυτή δεν είχε καταφέρει να αποκαλύψει τους μηχανισμούς της παραπάνω σύνδεσης.

Πώς Συνδέεται η Ινσουλίνη με τον Καρκίνο του Παγκρέατος;

Στην παρούσα μελέτη, οι επιστήμονες εξέτασαν ασθενείς με πορογενές αδενοκαρκίνωμα του παγκρέατος (PDAC), δηλαδή τη συχνότερη μορφή καρκίνου στο πάγκρεας.

Όπως παρατήρησε η επιστημονική ομάδα, η υπερινσουλιναιμία (μία κατάσταση που χαρακτηρίζεται από υπερβολική αύξηση της ινσουλίνης στον οργανισμό) αυξάνει άμεσα τον κίνδυνο καρκίνου του παγκρέατος μέσω ενός συγκεκριμένου μηχανισμού.

Ειδικότερα, στους ασθενείς με υπερινσουλιναιμία αυξάνεται η παραγωγή των πεπτικών ενζύμων που διασπούν τρόφιμα με υψηλά λιπαρά στο πάγκρεας. Όταν τα ένζυμα αυτά φτάσουν σε πολύ υψηλά επίπεδα, εμφανίζεται παγκρεατική φλεγμονή και αναπτύσσονται προκαρκινικά κύτταρα.

Τα Επόμενα Βήματα

Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα της μελέτης, ο στόχος τώρα είναι να χρησιμοποιήσουμε την παραπάνω πληροφορία για να περιορίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τα περιστατικά καρκίνου του παγκρέατος.

Για παράδειγμα, μία προηγούμενη μελέτη είχε δείξει ότι περιορίζοντας την ικανότητα των κυττάρων του μαστού να ανταποκρίνονται στα υψηλά επίπεδα της ινσουλίνης μπορούμε να μειώσουμε σημαντικά τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, ιδιαίτερα σε παχύσαρκες γυναίκες.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης υποστήριξαν ότι πιθανώς αντίστοιχες προσεγγίσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και στον καρκίνο του παγκρέατος, ωστόσο αυτό θα πρέπει να εξερευνηθεί από μελλοντικές έρευνες.

Φωτογραφία: Karolina Grabowska

Σεροτονίνη: Πώς Συνδέεται με τη Long COVID;

Μπορεί τα αντικαταθλιπτικά να αποτελούν την απάντηση στην αντιμετώπιση της long COVID; Στο παραπάνω ερώτημα προσπάθησε να απαντήσει μία νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Pennsylvania των ΗΠΑ, η οποία διαπίστωσε ότι τα συμπτώματα της νόσου συνδέονται με τα επίπεδα της σεροτονίνης στον οργανισμό.

Η σεροτονίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής με αρκετές λειτουργίες στον οργανισμό, ενώ αποτελεί και την ενεργή ουσία στην πλέον συνταγογραφούμενη τάξη αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, τα SSRI (εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης).

Σήμερα, γνωρίζουμε ότι η σεροτονίνη έχει σημαντικό ρόλο στη φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου, καθώς ρυθμίζει την επικοινωνία των νευρώνων, ενώ μπορεί να επηρεάσει επίσης τον ύπνο, τη διάθεση και τη μνήμη. Η ουσία αυτή βρίσκεται επίσης σε αρκετά κύτταρα του εντέρου, όπου ρυθμίζει μία σειρά λειτουργίες, μεταξύ των οποίων και η πέψη.

Τα χαμηλά επίπεδα της σεροτονίνης μπορεί να προκαλέσουν διάφορα συμπτώματα, τα οποία τυπικά δεν φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους, όπως συμβαίνει και στους ασθενείς με long COVID.

Η long COVID επηρεάζει σήμερα περίπου το 7% των ασθενών που νόσησαν από COVID-19 και έχει συνδεθεί με διάφορα συμπτώματα μεταξύ των οποίων το αίσθημα κόπωσης, η δύσπνοια, οι αρθραλγίες, οι θρομβώσεις, το αίσθημα παλμών, καθώς και συγκεκριμένα συμπτώματα από το γαστρεντερικό.

Σήμερα, η αντιμετώπιση της long COVID αποτελεί ακόμα πρόκληση, καθώς αυτή τη στιγμή δεν έχουμε κατανοήσει ακόμα τους αιτιολογικούς παράγοντες που οδηγούν στην εμφάνιση της νόσου. Η νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο περιοδικό Cell εξερεύνησε διάφορα χαρακτηριστικά της long COVID και παρατήρησε ότι οι ασθενείς που πάσχουν από τη νόσο έχουν χαμηλότερα επίπεδα σεροτονίνης σε σχέση με αυτούς που ανάρρωσαν πλήρως μετά από την οξεία COVID-19 λοίμωξη.

Από τις εξετάσεις που έκαναν οι επιστήμονες της μελέτης στους εθελοντές διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς με long COVID είχαν ακόμα χαμηλά επίπεδα του SARS-CoV-2 στην κυκλοφορία του αίματος τα οποία προκαλούσαν χρόνια φλεγμονή. Η τελευταία επηρέαζε την ικανότητα του οργανισμού να απορροφά την τρυπτοφάνη, ένα αμινοξύ που αποτελεί πρόδρομη μορφή της σεροτονίνης.

«Η έρευνά μας δεν προτείνει κάποια νέα θεραπεία για την αντιμετώπιση της long COVID, ωστόσο αποκαλύπτει ένα νέο μηχανισμό που θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο για την ανάπτυξη φαρμάκων», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Ο πρώτος στόχος είναι να εξεταστεί αν η βελτίωση των επιπέδων της σεροτονίνης μπορεί να περιορίσει τα συμπτώματα της long COVID.

Σε μία σειρά πειραμάτων που έκαναν οι επιστήμονες της μελέτης χρησιμοποιώντας μοντέλα ποντικών διαπιστώθηκε ότι πράγματι η χορήγηση φλουοξετίνης σε συνδυασμό με ένα συμπλήρωμα γλυκίνης/τρυπτοφάνης μπορεί να βελτιώσει τις γνωστικές λειτουργίες των πειραματοζώων με long COVID.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες της μελέτης υποστήριξαν ότι θα ήταν λογικό άλμα να θεωρήσουμε ότι όλοι οι ασθενείς με long COVID έχουν χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης, επομένως είναι απαραίτητο να γίνουν άμεσα και νέες μελέτες οι οποίες θα εξερευνήσουν καλύτερα τον παραπάνω μηχανισμό.

Φωτογραφία: Ekaterina Bolovtsova

Βιολογική Ηλικία: Καλύτερος Προγνωστικός Δείκτης για Άνοια και Εγκεφαλικό Επεισόδιο από τη Χρονολογική Ηλικία

Σήμερα είναι γνωστό ότι στις μεγαλύτερες ηλικίες, ο κίνδυνος για αρκετά χρόνια νοσήματα αυξάνεται σημαντικά. Ως αποτέλεσμα, η χρονολογική ηλικία είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ως δείκτης για την εκτίμηση του κινδύνου διαφόρων χρονίων νόσων. Τελευταία δεδομένα, ωστόσο, δείχνουν ότι η χρονολογική ηλικία δεν αποτελεί καλό δείκτη γιατί μπορεί να διαφέρει σημαντικά σε σχέση με τη βιολογική ηλικία, η οποία αντικατοπτρίζει σε καλύτερο βαθμό τη γήρανση του οργανισμού μας.

Ως αποτέλεσμα, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αρκετές έρευνες οι οποίες είχαν ως στόχο να εξερευνήσουν προσεγγίσεις για τον προσδιορισμό της βιολογικής ηλικίας των εθελοντών. Κάποιες από τις παραπάνω προσεγγίσεις ανιχνεύουν τις αλλαγές που συμβαίνουν στο DNA καθώς μεγαλώνουμε, ενώ άλλες επικεντρώνονται περισσότερο στα αποτελέσματα διαφόρων δεικτών, όπως για παράδειγμα η αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα της χοληστερόλης.

Έρευνες που εξέτασαν τα επίπεδα των παραπάνω «βιοδεικτών» διαπίστωσαν τελικά ότι όταν η βιολογική μας ηλικίας ξεπερνά τη χρονολογική, το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επιταχύνεται η γήρανση και να αυξάνεται ο κίνδυνος παθήσεων που σχετίζονται με την ηλικία.

Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό Journal of Neurology, Neurosurgery and Psychiatry έδειξε ότι η βιολογική ηλικία αποτελεί καλύτερο προγνωστικό δείκτη σε σχέση με τη χρονολογική για τον κίνδυνο άνοιας και εγκεφαλικού επεισοδίου.

Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά περισσότεροι από 325.000 ενήλικες μέσης ή τρίτης ηλικίας από τη Μεγάλη Βρετανία. Ο στόχος της επιστημονική ομάδας ήταν να εξερευνήσει αν η προχωρημένη βιολογική ηλικία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για διάφορες νευρολογικές παθήσεις, μεταξύ των οποίων η άνοια, το εγκεφαλικό επεισόδιο και η νόσος του Parkinson.

Για την εκτίμηση της βιολογικής ηλικίας, οι επιστήμονες της μελέτης ανέλυσαν τα επίπεδα 18 βιοδεικτών από εξετάσεις που είχαν κάνει οι εθελοντές στο διάστημα από το 2006 μέχρι το 2010. Ορισμένοι από τους παραπάνω βιοδείκτες ήταν η αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα γλυκόζης αίματος, τα επίπεδα της χοληστερόλης, τα επίπεδα των φλεγμονωδών δεικτών, καθώς και η περιφέρεια μέσης.

Παρακολουθώντας την πορεία των εθελοντών για περίπου 9 χρόνια, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι η ομάδα με τη μεγαλύτερη βιολογική ηλικία είχε τον υψηλότερο κίνδυνο να παρουσιάσει άνοια ή εγκεφαλικό επεισόδιο, ακόμα και μετά την προσαρμογή για παράγοντες όπως η κληρονομικότητα, το φύλο, το εισόδημα και ο τρόπος ζωής.

Ισχυρή Σύνδεση

Όπως αναφέρουν οι επιστήμονες, αν και η σύνδεση ανάμεσα στη βιολογική ηλικία και τον κίνδυνο άνοιας ή εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν ισχυρή, για άλλες παθήσεις δεν διαπιστώθηκε εξίσου ισχυρή σύνδεση. Για παράδειγμα, ένα παράδοξο εύρημα ήταν ότι οι καπνιστές είχαν μειωμένο κίνδυνο να διαγνωστούν με νόσο του Parkinson, παρά το γεγονός ότι το κάπνισμα συνδέεται με επιτάχυνση της βιολογικής γήρανσης.

«Από τις παρατηρήσεις της μελέτης μας είναι σαφές ότι η επιτάχυνση της βιολογικής γήρανσης συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο άνοιας και εγκεφαλικού επεισοδίου στη μετέπειτα ζωή. Αντίστοιχη σύνδεση παρατηρήθηκε και με συγκεκριμένες μορφές καρκίνου», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Καταλήγοντας, η ομάδα υποστήριξε ότι οι παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης έχουν ιδιαίτερη σημασία για την πρόληψη της άνοιας. Πρακτικά, μέσω εξετάσεων που μας επιτρέπουν να προσδιορίσουμε τη βιολογική ηλικία, θα είναι δυνατό να εκτιμήσουμε τον κίνδυνο ενός ασθενούς για διάφορα χρόνια νοσήματα. Με τον τρόπο αυτό οι γιατροί θα μπορούν να χορηγήσουν τις κατάλληλες θεραπείες στους ασθενείς για τον περιορισμό του παραπάνω κινδύνου.

Φωτογραφία: Mikhail Nilov