Ο ιός του απλού έρπητα (HSV) είναι ένας από τους πλέον κοινούς ιούς σήμερα. Το στέλεχος του ιού που ευθύνεται για τον επιχείλιο έρπητα, δηλαδή το HSV1, επηρεάζει σχεδόν το 67% των ενηλίκων ηλικίας κάτω των 50 ετών παγκοσμίως. Αντίστοιχα, το HSV2, δηλαδή το στέλεχος που ευθύνεται για τον έρπητα των γεννητικών οργάνων, επηρεάζει το 11% του ίδιου πληθυσμού. Η πλειοψηφία των ασθενών που έχουν μολυνθεί με τους παραπάνω ιούς, ωστόσο, δεν παρουσιάζει συμπτώματα. Αυτό συμβάλλει στα υψηλά ποσοστά του ιού, καθώς αυτός μεταδίδεται συνήθως από ασυμπτωματικούς φορείς σε υγιή άτομα.

Η συχνότερη επιπλοκή της λοίμωξης από τον ιό HSV είναι τα υποτροπιάζοντα επεισόδια ελκών είτε στο στόμα είτε στα γεννητικά όργανα, γεγονός που προκαλεί σημαντική δυσφορία και ντροπή στους ασθενείς. Όπως δήλωσε ο Πάτρικ Φρεντς, ένας ουρολόγος από το Λονδίνο, «η σημαντικότερη δουλειά του γιατρού είναι να περιορίσει τις ψυχολογικές επιπτώσεις της διάγωνσης με τον ιό».

Ωστόσο, η λοίμωξη μπορεί να είναι ιδίαιτερα επικίνδυνη σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Αν μεταφερθεί από τη μητέρα στο έμβρυο για παράδειγμα, μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο. Σε σπάνιες περιπτώσεις επίσης, ο ιός HSV1 μπορεί να επεκταθεί στον εγκέφαλο προκαλώντας δυνητικά απειλητική για τη ζωή εγκεφαλίτιδα. Ο έρπης των γεννητικών οργάνων αυξάνει επίσης την πιθανότητα λοίμωξης από HIV κατά 40%.

Τα αντιιικά νουκλεοσιδικά ανάλογα μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την πρόγνωση. Σε ασθενείς που υποφέρουν από υποτροπιάζοντα επεισόδια, η καθημερινή χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων μπορεί να μειώσει σημαντικά τη συχνότητα και τη βαρύτητα των επεισοδίων. Τα νουκλεοσιδικά ανάλογα κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1980 και έκτοτε αποτελούν την τυπική θεραπεία της νόσου. Φάρμακα όπως η ακυκλοβίρη (Zovirax)  έχουν μειώσει σημαντικά τη συχνότητα των επιπλοκών, όπως η κατακράτηση ούρων.

Η πραγματικότητα είναι, ωστόσο, ότι η λοίμωξη με τον ιό HSV παραμένει εφ’όρου ζωής και η καθημερινή λήψη ενός φαρμάκου δεν είναι ιδανική προσέγγιση. Τα αντιιικά έχουν μόλις 50% επιτυχία στην πρόληψη της μετάδοσης του ιού, ωστόσο ανακαλύπτονται συνεχώς νέες προσεγγίσεις για την εκρίζωση του ιού.

Νέα Αντιιικά

Ο έρπης αποτελεί μία νόσο που επηρεάζει τους ανθρώπους εδώ και αρκετές χιλιάδες χρόνια. Οι πρώτες βλάβες από τον ιό περιγράφηκαν από τον Ιπποκράτη στην αρχαία ελλάδα σχεδόν πριν από 2300 χρόνια. Ωστόσο, η μάχη ενάντια στον ιό ξεκίνησε το 1982 με την κυκλοφορία της ακυκλοβίρης, ενός φαρμάκου που αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό του ιού. Το νουκλεοσιδικό ανάλογο και τα παράγωγά του αποτελούν την πρώτη και μοναδική θεραπεία για την έρπη. Για τους ασθενείς που παρουσιάζουν συχνά τα δυσάρεστα συμπτώματα της νόσου, το φάρμακο αυτό έχει φέρει επανάσταση, είπε ο Πάτρικ Φρεντς.

Ωστόσο, παρά την αποτελεσματικότητα του παραπάνω φαρμάκου στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, η θεραπεία αυτή έχει «περιορισμούς», σύμφωνα με την Άννα Γουόλντ, μία ειδικό για τον έρπη από το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον.

Το κύριο πρόβλημα είναι ότι οι νουκλεοσιδικοί αναστολείς δεν αναστέλλουν «ισχυρά» τον πολλαπλασιασμό του ιού. Όταν λαμβάνονται μακροπρόθεσμα, μειώνουν την πιθανότητα μετάδοσης του ιού κατά μόλις 50%. Επίσης, σύμφωνα με τη Γουόλντ, δεν είναι αποτελεσματικά για την αντιμετώπιση πιο σοβαρών και δυνητικά απειλητικών για τη ζωή επιπλοκών της λοίμωξης από έρπη, όπως η εγκεφαλίτιδα και ο νεογνικός έρπης. Για να αντιμετωπίσουν τα παραπάνω προβλήματα επιστήμονες αναπτύσσουν σήμερα μία νέα κατηγορία φαρμάκων που λέγονται αναστολείς της πρωτεϊνικής ελικάσης. Τα φάρμακα αυτά αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό του ιού, ωστόσο με διαφορετικό μηχανισμό απ’ότι τα νουκλεοσιδικά ανάλογα.

Η πρώτη κλινική δοκιμή για το pritelivir, ένα φάρμακο της παραπάνω κατηγορίας, ολοκληρώθηκε το 2011. Το φάρμακο αυτό αναπτύχθηκε από τη Γερμαική φαρμακευτική εταιρία AiCuris και από τα αποτελέσματα φάνηκε ότι ήταν αρκετά αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση της λοίμωξης από HSV2. Μία δεύτερη έρευνα με 91 ασθενείς συνέκρινε το pritelivir με έναν νουκλεοσιδικό ανάλογο, τη βαλακυκλοβίρη. Η έρευνα ολοκληρώθηκε το 2013, ωστόσο τα αποτελέσματά της δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμα. Ένας άλλος αναστολέας της πρωτεϊνικής ελικάσης αναπτύσσεται από μία Ιαπωνική φαρμακευτική εταιρία, την Maruho, και αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη φάση ΙΙΙ των κλινικών δοκιμών, ωστόσο ακόμα δεν έχουν δημοσιευτεί αποτελέσματα.

Η Γουόλντ δήλωσε ότι οι αναστολείς της πρωτεϊνικής ελικάσης έχουν χρησιμότητα στην αντιμετώπιση των σοβαρών επιπλοκών του έρπη, ωστόσο μάλλον δεν πρέπει να χορηγούνται τυπικά σε όλους τους ασθενείς με έρπη των γεννητικών οργάνων, καθώς σχετίζονται με δερματικές και αιματολογικές επιπλοκές.

Θεραπευτικά Εμβόλια

Στους περισσότερους ασθενείς, το ανοσοποιητικό σύστημα περιορίζει τον ιό του έρπητα, με αποτέλεσμα αυτός να παραμένει σε λανθάνουσα μορφή και να μην προκαλεί βλάβες. Ωστόσο, ένας μικρός αριθμός ασθενών υποφέρει από υποτροπιάζοντα επεισόδια επωδύνων ελκών. Ως αποτέλεσμα, αρκετοί ερευνητές έχουν προσπαθήσει να προσφέρουν στους ασθενείς αυτούς το ίδιο πλεονέκτημα με αυτούς που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα από τον ιό.

«Φαίνεται ότι οι ασθενείς με ήπιο έρπη έχουν καλύτερη απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα», είπε ο Σεθ Χέδερινγκτον, από την εταιρία βιοτεχνολογίας Genocea, στη Μασαχουσέτη. Τα Τ κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος μπορούν να ανιχνεύσουν σημεία λοίμωξης στο εσωτερικό του κυττάρου, όπου βρίσκεται και δρα ο ιός. Η Genocea θεώρησε επομένως, ότι προκειμένου ένα θεραπευτικό εμβόλιο να είναι αποτελεσματικό, θα έπρεπε να μπορεί να προκαλέσει απόκριση από τα Τ κύτταρα, εκτός από την αντιγονική απόκριση, η οποία περιορίζει τα σημεία λοίμωξης έξω από τα κύτταρα.

Ωστόσο, η πρόκληση ήταν να διαπιστωθεί ποιος στόχος μπορεί να προκαλέσει μία αποτελεσματική απόκριση από τα Τ κύτταρα. Η Genocea χρησιμοποίησε μία νέα τεχνολογία που λέγεται ATLAS, μέσω της οποίας εξέτασε κάθε HSV2 πρωτεΐνη για τα Τ κύτταρα που παράγεται από τους ασθενείς με ήπια ή σοβαρή νόσο. Ταυτοποίησαν έτσι μία πρωτεΐνη του έρπητα, την ICP4. Οι ασθενείς που παράγουν Τ κύτταρα που στοχεύουν την παραπάνω πρωτεΐνη παρουσιάζουν γενικά ηπιότερη λοίμωξη από τον HSV2. Η Genocea χρησιμοποίησε επομένως την πρωτεΐνη αυτή, σε συνδυασμό με ένα άλλο αντιγόνο που προκαλεί απόκριση αντισωμάτων, για να αναπτύξει ένα θεραπευτικό εμβόλιο για τον HSV2.

Ο Χέδερινγκτον πιστεύει ότι το εμβόλιο (που ονομάστηκε GEN-003) είναι μοναδικό καθώς «χρειάζεται ενεργοποίηση και των δύο κλάδων του ανοσοποιητικού συστήματος για να παραχθεί μία ικανή απόκριση», όπως είπε.

Σχεδόν 600 εθελοντές με έρπητα των γεννητικών οργάνων έχουν λάβει μέρος στη μελέτη που εξετάζει αν το GEN-003 μπορεί να προκαλέσει πραγματικά ενεργοποίηση των Τ κυττάρων και να περιορίσει τη δραστηριότητα του HSV2. Σε μία έρευνα φάσης ΙΙ που παρουσιάστηκε στην ετήσια συνάντηση του American Society for Microbiology το 2016, το εμβόλιο μείωσε τον πολλαπλασιασμό του ιού κατά 50% για τουλάχιστον 12 μήνες.

Η μείωση αυτή είναι αντίστοιχη με αυτή που επιτυγχάνεται με ένα νουκλεοσιδικό ανάλογο που λαμβάνεται καθημερινά, ωστόσο η θεραπεία με το GEN-003 έχει ορισμένα σημαντικά οφέλη. «Γνωρίζουμε ότι οι ασθενείς δυσκολεύονται να λάβουν ένα χάπι καθημερινά», είπε ο Χέδερινγκτον. Μόλις 3 δόσεις του εμβολίου οι οποίες χορηγούνται με διαφορά 21 ημερών, μπορούν να μειώσουν τις βλάβες από τον ιό για διάρκεια τουλάχιστον 1 χρόνου.

Ο Χέδερινγκτον πιστεύει ότι το εμβόλιο αποτελεί μία καλή εναλλακτική για τους ασθενείς που δεν θέλουν να παίρνουν ένα χάπι ημερησίως.

Και άλλες εταιρίες, όπως η Sanofi Pasteur, αναπτύσσουν αντίστοιχα θεραπευτικά εμβόλια, ωστόσο το εμβόλιο της Genocea είναι αυτό «που έχει μελετηθεί περισσότερο», είπε η Γουόλντ.

Το 2016, η εταιρία ξεκίνησε μία έρευνα που εξέτασε το συνδυασμό του εμβολίου με τα αντιιικά που χρησιμοποιούνται σήμερα. Στους ασθενείς που παρουσιάζουν ακόμα συμπτώματα, παρά την καθημερινή λήψη αντιιικού, το εμβόλιο θα προσφέρει ανακούφιση από αυτά, είπε ο Χέδερινγκτον.

«Το εμβόλιο GEN-003 μειώνει επίσης τον πολλαπλασιασμό του ιού ανάμεσα στις εξάρσεις, γεγονός που αποτελεί την κύρια αιτία της μετάδοσης», είπε. Ο Χέδερινγκτον ελπίζει ότι το εμβόλιο θα είναι διαθέσιμο στους ασθενείς το 2020.

Προληπτικά Εμβόλια

Τα εμβόλια έχουν προστατεύσει εκατομμύρια άτομα από αρκετά λοιμώδη νοσήματα, όχι όμως από τον έρπη. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες τα τελευταία 50 χρόνια, δεν ήταν δυνατό να παραχθεί ένα αποτελεσματικό εμβόλιο.

Η GlaxoSmithKline ανέπτυξε το πρώτο μερικώς αποτελεσματικό εμβόλιο, που λέγεται Simplirix. Στις κλινικές δοκιμές, το 58% των εθελοντών ανέπτυξε προστασία για τον HSV1, ωστόσο το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 20% για τον HSV2.

Μία ερευνητική ομάδα από το Albert Einstein College of Medicine στη Νέα Υόρκη, δημοσίευσε μία νέα έρευνα τον Αύγουστο του 2016 που δείχνει ότι ένα νέο εμβόλιο προσφέρει ολική προστασία για διάφορα στελέχη του HSV1 και του HSV2 στα ποντίκια. Τα στελέχη του HSV είχαν απομονωθεί από ασθενείς και το εμβόλιο φαίνεται ότι «προστατεύει από όλα τα στελέχη», σύμφωνα με τον Γουίλιαμ Τζέικομπς, ένα μικροβιολόγο και ανοσολόγο που είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

Ο λόγος για την επιτυχία του εμβολίου είναι ότι προκαλεί μία «εντελώς διαφορετική ανοσιακή απόκριση» σε σχέση με τα προηγούμενα εμβόλια, είπε η Μπέτσι Χέρολντ, επικεφαλής της έρευνας. Τα προηγούμενα ανεπιτυχή εμβόλια, όπως το Simplirix, περιείχαν ένα συστατικό της εξωτερικής μεμβράνης του ιού, την γλυκοπρωτεΐνη D, η οποία είναι απαραίτητη για την είσοδο του ιού στα κύτταρα του ξενιστή. Το ανοσοποιητικό σύστημα αντιδρά στη γλυκοπρωτεΐνη D παράγοντας αδρανοποιητικά αντισώματα. Αντιθέτως, το εμβόλιο που αναπτύχθηκε τους επιστήμονες στη Νέα Υόρκη δεν στοχεύει τη γλυκοπρωτεΐνη D. Τα αντισώματα που παράγονται δεν είναι αδρανοποιητικά αντισώματα, αλλά αντισώματα που προσελκύουν κυτταροτοξικά Τ κύτταρα, δηλαδή το είδος των ανοσιακών κυττάρων που καταστρέφει τα μολυσμένα κύτταρα.

«Αυτό είναι το πρώτο εμβόλιο που προκαλεί αυτού του είδους την ανοσιακή απόκριση και φαίνεται ότι λειτουργεί τόσο για τον HSV1 όσο και για τον HSV2», είπε η Χέρολντ.

CRISPR/Cas9

Όταν ο ιός του έρπητα εισέλθει στον οργανισμό, δεν φεύγει ποτέ. Κατά την πρωτολοίμωξη, ο ιός κατευθύνεται ταχέως προς τα νευρικά κύτταρα, όπου και παραμένει μόνιμα. Συνήθως είναι αδρανής, ωστόσο περιοδικά ενεργοποιείται και προκαλεί βλάβες. Ακόμα και σε ασθενείς που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα, ο ιός μπορεί να επανεμφανιστεί, να πολλαπλασιαστεί και να δημιουργήσει λοιμώδη σωματίδια στο δέρμα.

Μία ομάδα ερευνητών πιστεύει, ωστόσο, ότι κατάφερε να βρει ένα τρόπο να για απομακρύνει μόνιμα τον ανεπιθύμητο αυτό επισκέπτη. Χρησιμοποιώντας την τεχνική τροποποίησης του γονιδιώματος που λέγεται CRISPR/Cas9, η οποία μπορεί να στοχεύσει και να αποκόψει συγκεκριμένα τμήματα του DNA, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Φιλαδέλφειας στην Πενσυλβάνια, προσπάθησαν να στερήσουν από τον ιό την ικανότητα πολλαπλασιασμού.

Ο στόχος είναι «η ολική εξάλειψη του ιού», είπε ο Καμέλ Καλίλι, επικεφαλής του τμήματος νευροεπιστημών. Η προσέγγιση αυτή ήταν ήδη επιτυχής στην αντιμετώπιση του HIV σε προκλινικές δοκιμές. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη στόχευση του γονιδιώματος του HSV και δοκίμασαν την υπόθεσή τους σε πειραματόζωα. Αν και τα αποτελέσματα δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμα, η έρευνα είναι «πολλά υποσχόμενη», είπε ο Καλίλι.

Δύο διαφορετικά τμήματα του ερπητικού DNA εξετάστηκαν στο εργαστήριο και σταμάτησαν εντελώς τον πολλαπλασιασμό των ιών στα νευρικά κύτταρα. Οι αλληλουχίες του DNA που στόχευσαν οι ερευνητές προέρχονται από τον ιό HSV1, ωστόσο είναι παρούσες και στον HSV2, γεγονός που, σύμφωνα με τους ερευνητές, σημαίνει ότι η τεχνική θα είναι αποτελεσματική και στον HSV2. Στα πειραματόζωα, το παραπάνω σύστημα μπορεί να χορηγθεί τοπικά στο δέρμα ή να μεταφερθεί στα νευρικά κύτταρα μέσω ιών. Η τεχνική αυτή είναι «εξαιρετικά ασφαλής», είπε ο Καλίλι, καθώς δεν επηρεάζει την αλληλουχία του DNA στα υγιή κύτταρα. Οι επιστήμονες ελπίζουν η θεραπεία αυτή να είναι διαθέσιμη για το κοινό μέσα στα επόμενα 3 χρόνια.