Ο ύπνος αποτελεί μία κοινή λειτουργία όλων των ζωντανών οργανισμών. Στον άνθρωπο, η λειτουργία αυτή καταλαμβάνει σχεδόν το 1/3 της διάρκειας ζωής του. Η κακή ποιότητα ή μειωμένη διάρκεια του ύπνου έχει σχετιστεί με μία σειρά δυσλειτουργιών σε διάφορα οργανικά συστήματα, όπως το ενδοκρινικό, ο μεταβολισμός, η αυξημένη λειτουργία του φλοιού καθώς και διάφορες νευρολογικές διαταραχές. Οι διαταραχές του ύπνου παρουσιάζονται συχνά με μείωση ή υπερβολική αύξηση της διάρκειας του ύπνου, αλλαγές στην ποιότητά του ή παθολογικές κινήσεις κατά τη διάρκεια αυτού.

Μείζονες Διαταραχές του Ύπνου

Αϋπνία

Περισσότερο από το 1/3 των ενηλίκων παρουσιάζουν αϋπνία κάποια στιγμή στη διάρκεια της ζωής τους. Στο 40% σχεδόν των περιστατικών, η αϋπνία μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια πάθηση. Η διάγνωση της αϋπνίας τίθεται όταν ο ασθενής αναφέρει αλλαγές στην έλευση ή τη διατήρηση του ύπνου, καθώς και συμπτώματα στη διάρκεια της ημέρας (όπως υπνηλία, μειωμένη προσοχή και αλλαγή της διάθεσης) για τουλάχιστον 3 ημέρες την εβδομάδα και για διάστημα μεγαλύτερο των 3 μηνών. Αν και έχουν παρατηρηθεί διάφοροι τύποι αϋπνίας, η διάγνωση και η θεραπεία τους είναι παρόμοια.

Οι ακριβείς παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί της αϋπνίας δεν έχουν ακόμα ταυτοποιηθεί, ωστόσο έχουν προταθεί ορισμένα νευροβιολογικά και ψυχολογικά μοντέλα. Διάφοροι συμπεριφορικοί, γνωστικοί, συναισθηματικοί και γενετικοί παράγοντες μπορούν να συμβάλλουν στην εμφάνιση της νόσου.

Οι θεραπείες της αϋπνίας είναι τόσο φαρμακευτικές όσο και μη. Για τον καθορισμό της θεραπείας ενός ασθενούς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και συνοδές νόσοι οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν τον ύπνο (όπως η υπνική άπνοια ή οι περιοδικές κινήσεις των άκρων). Αρχικά πρέπει να γίνεται συμβουλευτική για τις σωστές πρακτικές του ύπνου, η οποία συνήθως επαρκεί για να μειωθούν τα συμπτώματα. Οι παραπάνω πρακτικές περιλαμβάνουν:

  • Διατήρηση του ωραρίου του ύπνου
  • Περιορισμός του χρόνου στο κρεβάτι όταν δεν κοιμόμαστε
  • Χρήση του κρεβατιού αποκλειστικά για τον ύπνο
  • Αποφυγή καφεΐνης και περιορισμός της κατανάλωση αλκοόλ
  • Αποφυγή του ύπνου κατά τη διάρκεια της ημέρας

Σε περιστατικά χρόνιας αϋπνίας, η γνωστική συμπεριφορική θεραπεία μπορεί να προσφέρει οφέλη. Διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι η παραπάω θεραπεία είναι εξίσου ή περισσότερο αποτελεσματική από τη φαρμακευτική και οι επιδράσεις της έχουν μεγαλύτερη διάρκεια. Άλλες συμπεριφορικές θεραπείες περιλαμβάνουν τον περιορισμό του ύπνου και παρεμβάσεις με βάση τη χαλάρωση.

Φάρμακα μπορεί να χορηγηθούν όταν η θεραπεία αναμένεται να έχει βραχεία διάρκεια ή επιπροσθέτως με τις συμπεριφορικές θεραπείες. Για την επιλογή του φαρμάκου πρέπει να εξεταστεί:

  • Το είδος των συμπτωμάτων (έλευση ή διατήρηση του ύπνου)
  • Η συχνότητα των συμπτωμάτων
  • Η εκτιμώμενη διάρκεια της θεραπείας
  • Η ηλικία και οι συνοδές παθήσεις του ασθενούς

Η αϋπνία που σχετίζεται με έλευση του ύπνου μπορεί να αποκρίνεται σε φάρμακα βραχείας δράσης τα οποία πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν η νόσος παρουσιάζει διαλείπων χαρακτήρα. Στην παραπάνω περίπτωση, η επιλογή του φαρμάκου εξαρτάται και από τις συνοσηρότητες. Η αϋπνία που σχετίζεται με διατήρηση του ύπνου χρειάζεται φάρμακα παρατεταμένης δράσης, όπως η εσζοπικλόνη και η σουβορεξάντη. Οι ασθενείς με αγχώδεις διαταραχές ή συμπτώματα κατάθλιψης πρέπει να λάβουν αντικαταθλιπτική αγωγή, όπως μιρταζαπίνη ή τραζοδόνη. Το ιστορικό υπνοβασίας στην παιδική ηλικία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χορήγηση ζολπιδέμης καθώς μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές στον ύπνο. Άλλοι παράγοντες όπως η ηλικία και το φύλο του ασθενούς πρέπει επίσης να εξετάζονται πριν την έναρξη της φαρμακευτικής θεραπείας της αϋπνίας.

Συνολικά, τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνότερα στη θεραπεία της αϋπνίας περιλαμβάνουν:

  1. Βενζοδιαζεπίνες: Τα φάρμακα αυτά είναι φτηνά και ευρέως διαθέσιμα ωστόσο σχετίζονται με ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως, υπερβολική καταστολή, αυξημένη συχνότητα πτώσεων, υπόταση, σταδιακή μείωση της αποτελεσματικότητας, μυοχαλαρωτική δράση και σημαντικές επιδράσεις στη γνωστικότητα.
  2. Άλλα υπνωτικά περιλαμβάνουν: Τη ζολπιδέμη, τη ζολπιδέμη CR, τη ζαλεπλόνη και την εσζοπικλόνη. Τα πλεονεκτήματα των παραπάνω φαρμάκων είναι ότι έχουν βραχεία δράση και είναι εγκεκριμένα για τη θεραπεία της χρόνιας αϋπνίας. Ωστόσο, σχετίζονται με ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η παραϋπνία, η καταστολή και η μείωση της αποτελεσματικότητάς τους με τη χρόνια χρήση.
  3. Άλλες επιλογές για τη θεραπεία της αϋπνίας περιλαμβάνουν: Αγωνιστές της μελατονίνης (ραμελτεόνη, τσιμελτεόνη), ανταγωνιστές της ορεξίνης (σουβορεξάντη), αντικαταθλιπτικά (μιρταζαπίνη, τραζοδόνη, αμιτριπτυλίνη), αντισταμινικά ή άλλες ουσίες (π.χ. βότανα).

Διαταραχές του Κιρκαδικού Ρυθμού του Ύπνου

Το ωράριο του ύπνου ρυθμίζεται τόσο από ομοιοστατικούς παράγοντες όσο και από το ενδογενές κιρκαδικό σύστημα. Φυσιολογικά, η φάση του ύπνου στον κιρκαδικό ρυθμό ξεκινά περίπου 2 ώρες μετά την έναρξη έκκρισης της μελατονίνης. Η παραπάνω διαδικασία μπορεί να ξεκινά νωρίτερα ή αργότερα από το σύνηθες πρόγραμμα ύπνου της καθημερινότητας, γεγονός που οδηγεί σε διαταραχές ύπνου-αφύπνισης κιρκαδικού ρυθμού. Οι τελευταίες είναι αρκετά κοινές. Στη διαταραχή καθυστερημένης φάσης, η έλευση του ύπνου καθυστερεί συστηματικά, ενώ στη διαταραχή προχωρημένης φάσης, ο ύπνος έρχεται νωρίτερα. Ωστόσο, και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις, η διάρκεια του ύπνου είναι φυσιολογική και ο ασθενής κοιμάται φυσιολογικά σύμφωνα με το δικό του πρόγραμμα. Η διαταραχή καθυστερημένης φάσης περιλαμβάνει το 10% των ασθενών με χρόνια αϋπνία και είναι ιδιαίτερα κοινή στους εφήβους και τους νεαρούς ενήλικες. Η συχνότητά της σε αυτές τις ηλικιακές ομάδες προσεγγίζει το 7-16%. Η διαταραχή προχωρημένης φάσης εμφανίζεται σε ποσοστό 1% στους μεσήλικες και είναι ακόμα συχνότερη στους ηλικιωμένους. Διαταραχές του κιρκαδικού ρυθμού 24ωρου παρατηρούνται σε περισσότερο από το 50% των ασθενών με απώλεια της όρασης, ενώ σχεδόν το 80% του πληθυσμού αυτού έχει κάποια διαταραχή του ύπνου. Το 20% του συνολικού πληθυσμού των εργαζομένων δουλεύει με τακτικές αλλαγές στη βάρδια με αποτέλεσμα το 10-38% αυτών να παρουσιάζει διαταραχές του κιρκαδικού ρυθμού.

Η διάγνωση και θεραπεία των διαταραχών του κιρκαδικού ρυθμού ύπνου-αφύπνισης είναι συχνά δύσκολες χωρίς την εκτίμηση της κιρκαδικής φάσης του ασθενούς. Στο περιβάλλον της έρευνας, οι μετρήσεις μελατονίνης πλάσματος και της κεντρικής θερμοκρασίας του σώματος είναι συχνές. Ωστόσο, οι παραπάνω μετρήσεις είναι ακριβές, απαιτούν ειδικές τεχνικές και επομένως δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιηθούν ευρέως στην κλινική πράξη. Άλλες εξετάσεις περιλαμβάνουν τον υπολογισμό της μελατονίνης στο σίελο και στα ούρα. Παρά την αυξημένη τους συχνότητα, οι διαταραχές του κιρκαδικού ρυθμού ύπνου-αφύπνισης συχνά διαγιγνώσκονται λανθασμένα ως αϋπνίες ή, σπανιότερα, υπερυπνία. Μία πρόσφατη έρευνα με ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με πρωτοπαθή αϋπνία, έδειξε ότι το 10-22% των ασθενών έπεφταν στο κρεβάτι σε ώρα ασύμφωνη με τον κιρκαδικό τους ρυθμό, γεγονός που αποδίδει τα συμπτώματα του ύπνου σε διαταραχές του κρκαδικού ρυθμού. Η λανθασμένη αυτή διάγνωση μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιτυχείς, ακριβές και συχνά επιβλαβείς θεραπείες.

Η θεραπεία των διαταραχών του κιρκαδικού ρυθμού περιλαμβάνει έκθεση σε δυνατό ή μπλε φως σε καθορισμένες χρονικές στιγμές (το πρωί για τη διαταραχή καθυστερημένης και το απόγευμα για τη διαταραχή προχωρημένης φάσης) και χορήγηση μελατονίνης (1 ώρα πριν την επιθυμητή ώρα ύπνου στη διαταραχή καθυστερημένης φάσης). Για τις διαταραχές 24ωρου ύπνου-αφύπνισης σε τυφλούς ασθενείς, η τασιμελτεόνη έχει παρατηρηθεί ότι προσφέρει οφέλη. Είναι σημαντικό επίσης να γνωρίζει ο ασθενής ότι ο χρόνος χορήγησης των διαφόρων θεραπειών έχει μεγάλη σημασία για την επιτυχία τους. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας φωτός για παράδειγμα, εξαρτάται από μήκος κύματος και την ένταση του φωτός, την προηγούμενη έκθεση στο φως και σημαντικότερα, την ώρα που γίνεται η έκθεση. Η ίδια ένταση φωτός μπορεί να καθυστερήσει τη φάση του ύπνου του κιρκαδικού κύκλου αν χορηγηθεί πριν το ελάχιστο της κεντρικής θερμοκρασίας του σώματος, ή να την επιταχύνει αν χορηγηθεί μετά από το παραπάνω ελάχιστο. Για τον ίδιο λόγο, η χορήγηση εξωγενούς μελατονίνης πρέπει επίσης να χορηγηθεί με βάση τη φάση του κιρκαδικού ρυθμού.

Διαταραχές της Αναπνοής στον Ύπνο: Αποφρακτική Υπνική Άπνοια και Κεντρική Υπνική Άπνοια

Η υπνική άπνοια είναι μία πρωτοπαθής διαταραχή του ύπνου που χαρακτηρίζεται από διακοπές της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου. Υπάρχουν τρία είδη υπνικής άπνοιας: η αποφρακτική υπνική άπνοια, η κεντρική υπνική άπνοια και οι σύνθετη υπνική άπνοια. Η αποφρακτική υπνική άπνοια χαρακτηρίζεται από διακοπή της ροής του αέρα για τουλάχιστον 10 δευτερόλεπτα και είναι αποτέλεσμα της απόφραξης των άνω αεραγωγών κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αντίθετα, η κεντρική άπνοια η διακοπή του αερισμού αποδίδεται σε μείωση της αναπνευστικής προσπάθειας (συνήθως από τα κέντρα της αναπνοής στους μύες που εμπλέκονται στην τελευταία). Ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν συνδυασμό αποφρακτικής και κεντρικής άπνοιας, γεγονός που λέγεται σύνθετη υπνική άπνοια.

Η υπνική άπνοια μπορεί να διαγνωστεί με την πολυκαταγραφική μελέτη ύπνου, μία εξέταση που εκτιμά τη σοβαρότητα της άπνοιας υπολογίζοντας τον αριθμό των αναπνευστικών επεισοδίων σε μία ώρα ύπνου. Εκτός από τα κλινικά συμπτώματα, χρειάζονται τουλάχιστον 5 επεισόδια ανά ώρα (Δείκτης AHI <5) για να τεθεί η διάγνωση της υπνικής άπνοιας. Σύμφωνα με τα κριτήρια, οι τιμές του AHI από 5 έως 14 θεωρούνται ήπια υπνική άπνοια, οι τιμές 15-29 μέτρια υπνική άπνοια και οι τιμές >30 θεωρούνται σοβαρή υπνική άπνοια. Έχουν αναπτυχθεί διάφορες κλίμακες για την ταυτοποίηση των ασθενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Ένας από αυτούς που χρησιμοποιούνται συχνότερα είναι το ερωτηματολόγιο STOP-BANG, το οποίο περιέχει 4 ερωτήσεις για την υπνική άπνοια καθώς και 4 στοιχεία που σχετίζονται με παράγοντες κινδύνου για τη νόσο. Ο ασθενής θεωρείται ότι διατρέχει αυξημένο κίνδυο υπνικής άπνοιας αν απαντήσει θετικά σε 3 ή περισσότερες ερωτήσεις.

Στον πληθυσμό μεσηλίκων, μέτρια ή σοβαρή υπνική άπνοια παρατηρείται στο 30-50% των ανδρών και το 11-23% των γυναικών. Τα κλινικά συμπτώματα περιλαμβάνουν δυνατό ρογχαλητό, άπνοιες που παρατηρούνται από τον/την σύντροφο του ασθενούς, παρατεταμένη υπνηλία και κόπωση και πρωινές κεφαλαλγίες. Η υπνική άπνοια έχει σημαντικές επιδράσεις στον ασθενή και την ποιότητα ζωής του. Αν δεν χορηγηθεί θεραπεία, η υπνική άπνοια μπορεί να αυξήσει τον κίδνυνο υπέρτασης, διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακών νόσων. Σε μία μεγάλη έρευνα, ο κίνδυνος εγκεφαλικού επεισοδίου σε άνδρες με μέτρια ή σοβαρή υπνική άπνοια παρουσίαζε σταθερή αύξηση ανάλογη με τη σοβαρότητα της νόσου. Η υπνική άπνοια αποτελεί επίσης γνωστό παράγοντα κινδύνου για τις γνωστικές λειτουργίες. Οι αρνητικές επιδράσεις της υπνικής άπνοιας μπορούν, τουλάχιστον εν μέρει, να αντιμετωπιστούν με σταθερή και εξατομικευμένη θεραπεία.

Υπάρχουν διάφορες επιλογές για τη θεραπεία. Για τα ήπια περιστατικά υπνικής άπνοιας, οι συντηρητικές θεραπείες όπως η απώλεια βάρους και η αποφυγή συγκεκριμένων θέσεων στον ύπνο, μπορούν να προσφέρουν οφέλη. Η πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενη και πρώτη γραμμή θεραπείας για την αποφρακτική υπνική άπνοια είναι η συνεχής θετική πίεση των αεραγωγών που χαρακτηρίζεται από συνεχή ροή αέρα στη ρίνα. Αρκετά μηχανήματα για την παραπάνω θεραπεία κυκλοφορούν ήδη. Η συνεχής θετική πίεση των αεραγωγών σε άτομα με αποφρακτική υπνική άπνοια μειώνει την υποκειμενική υπνηλία, βελτιώνει τις γνωστικές λειτουργίες, τη διάθεση και την ποιότητα ζωής. Μπορεί επίσης να βελτιώσει την αρτηριακή πίεση και τη ρύθμιση της γλυκόζης. Άλλα μηχανήματα του στόματος μπορεί να χρησιμοποιηθούν σε ασθενείς με αποφρακτική υπνική άπνοια που δεν έχουν παράγοντες κινδύνου ή δεν αποκρίνονται στη θεραπεία συνεχούς θετικής πίεσης. Υπάρχουν επίσης χειρουργικές θεραπείες οι οποίες μειώνουν τη σοβαρότητα της νόσου χωρίς ωστόσο να τη θεραπεύουν εντελώς.

Υπερυπνία: Ναρκοληψία και Ιδιοπαθής Υπερυπνία

Κατά την εκτίμηση της υπερυπνίας, πρέπει να τίθενται πάντα τα ακόλουθα ερωτήματα:

  • Υπάρχει αρκετός χρόνος για ύπνο; Στους ενήλικες η τυπική διάρκεια ύπνου πρέπει να είναι 7 ώρες και να συμβαίνει την κατάλληλη ώρα της ημέρας.
  • Υπάρχουν παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα του ύπνου και, ως αποτέλεσμα, οδηγούν σε ανεπαρκή/κακή ποιότητα ύπνου; Στους παραπάνω περιλαμβάνονται φάρμακα και περιβαλλοντικοί παράγοντες, καθώς και διαταραχές του ύπνου όπως η υπνική άπνοια και οι διαταραχές που σχετίζονται με κίνηση κατά τον ύπνο.
  • Εμφανίζεται περισσότερο από 3 φορές την εβδομάδα για περισσότερο από 3 μήνες;

Οι διαταραχές που προκαλούν κεντρική υπερυπνία είναι σπάνιες. Περιλαμβάνουν τη ναρκοληψία τύπου 1 (με καταπληξία), τη ναρκοληψία τύπου 2 (χωρίς καταπληξία), την ιδιοπαθή υπερυπνία και την υποτροπιάζουσα υπερυπνία (όπως το σύνδρομο Kleine-Levin). Η ναρκοληψία είναι μία διαταραχή της REM φάσης του ύπνου. Τα τυπικά της συμπτώματα περιλαμβάνουν υπνηλία, υπνική παράλυση και υπναγωγές παραισθήσεις. Η καταπληξία στη ναρκοληψίς τύπου 1 χαρακτηρίζεται από απώλεια του μυϊκού τόνου, η οποία προκαλείται τυπικά από θετικά συναισθήματα, όπως το γέλιο ή ένα αστείο. Σπανιότερα, μπορεί να προκληθεί από μία έκπληξη ή θυμό. Στη ναρκοληψία, τυπικά, ο ύπνος κατά τη διάρκεια της ημέρας έχει μικρή διάρκεια (15-40 λεπτά) και είναι ιδιαίτερα αναζωογονητικός. Υπάρχει γενετική επιβάρυνση. Επίσης οι ασθενείς με ναρκοληψία τύπου 1 έχουν χαμηλότερη ορεξίνη στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Η διάγνωση γίνεται αρχικά κλινικά, ωστόσο απαιτείται αντικειμενική καταγραφή με αρκετές εξετάσεις λανθάνοντος ύπνου για να επιβεβαιωθεί η υπνηλία. Οι εξετάσεις αυτές γίνονται συνήθως την επόμενη μέρα μετά από την πολυκαταγραφική μελέτη ύπνου και περιλαμβάνουν 5 ευκαιρίες για ύπνο. Οι περισσότεροι ασθενείς με ναρκοληψία κοιμούνται μέσα λίγα λεπτά. Αν παρατηρείται ύπνος REM σε αυτές τις μικρές διάρκειες ύπνου, αυτό αποτελεί ένδειξη ναρκοληψίας. Σύμφωνα με τα κριτήρια, πρέπει να παρατηρείται ύπνος REM σε τουλάχιστον 2 από τους 5 ύπνους της εξέτασης ή σε 1 ύπνο με συχνότητα REM < 15 λεπτά. Εξετάσεις του ΕΝΥ και της υποκρετίνης γίνονται σε αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες.

Η θεραπεία της υπνηλίας ξεκινά συνήθως με μοδαφινίλη ή αρμοδαφινίλη. Αν τα παραπάνω φάρμακα δεν είναι ανεκτά ή αποτελεσματικά, μπορεί να χρησιμοποιηθούν διεγερτικά όπως η μεθυλπρενιδάτη και η αμφεταμίνη. Πρέπει να γίνονεται πάντοτε εκτίμηση της αρτηριακής πίεσης και να εξετάζεται η παρουσία αρρυθμιών καθώς μπορούν να επιδεινωθούν από τα παραπάνω φάρμακα. Δεν πρέπει να χορηγούνται κατά την εγκυμοσύνη. Η καταπληξία έχει καλή απόκριση στα αντικαταθλιπτικά. Οι συχνές συνοσηρότητες της ναρκοληψίας περιλαμβάνουν τη διαταραχή συμπεριφοράς REM, η οποία εμφανίζεται στο 10% των ασθενών με τη νόσο. Η τελευταία μπορεί να παρουσιάσει επιδείνωση από τα αντικαταθλιπτικά.

Η υπερυπνία μπορεί συχνά να εμφανιστεί μετά από ένα τραυματισμό της κεφαλής. Ορισμένες μελέτες αναφέρουν ότι επηρεάζει σχεδόν το 50% των ασθενών με εγκεφαλικά τραύματα και το 25% αυτών παρουσιάζει επίσης διαταραχές της αναπνοής. Οι θεραπείες για τις τελευταίες μπορεί να προσφέρουν οφέλη.

Σπανιότερα, η υπερυπνία μπορεί να είναι ιδιοπαθής. Στην περίπτωση αυτή παρουσιάζεται με παρατεταμένη διάρκεια ύπνου που δεν προσφέρει αναζωογόνηση. Υπάρχουν δύο είδη ανάλογα με τη διάρκεια του ύπνου. Τα κριτήρια της διάγνωσης περιλαμβάνουν την κλινική εικόνα καθώς και δεδομένα από την εξέταση MSLT (Multiple Sleep Latency Test). Η θεραπεία είναι συχνά δύσκολη. Σε μία άλλη σπάνια πάθηση, το σύνδρομο Kleine-Levin, παρουσιάζεται υποτροπιάζουσα υπερυπνία. Το σύνδρομο αυτό εμφανίζεται συνήθως στην εφηβία ή τη νεαρή ενήλικη ζωή και περιλαμβάνει περιόδους διάρκειας σχεδόν 2 εβδομάδων, κατά τις οποίες οι ασθενείς παρουσιάζουν μακρά διάρκεια ύπνου (συνήθως 12-21 ώρες ανά ημέρα) και γνωστικές ανωμαλίες κατά την αφύπνιση, υπερφαγία ή υπερσεξουαλικότητα. Ανάμεσα στα επεισόδια, ο ασθενής έχει φυσιολογική λειτουργικότητα. Η θεραπεία με λίθιο μειώνει τη συχνότητα των επεισοδίων.

Παραϋπνίες: Μη-REM Παραϋπνίες  και Διαταραχή Συμπεριφοράς REM

Οι παραϋπνίες μπορούν να διαχωριστούν ανάλογα με το είδος της συμπεριφοράς που παρατηρείται ή το στάδιο του ύπνου που εμφανίζονται. Οι συχνότερες μη-REM παραϋπνίες περιλαμβάνουν την υπνοβασία, τη συγχυτική διέγερση και τους νυχτερινούς τρόμους. Οι παραϋπνίες χαρακτηρίζονται από ένα μεγάλο εύρος συμπεριφορών, ωστόσο συμβαίνουν συχνότερα κατά τον ύπνο βραδέων κυμάτων και επομένως εμφανίζονται στο πρώτο μισό του ύπνου. Δεν είναι τυπικές και έχουν διάρκεια που διαφέρει. Κατά την αφύπνιση, ο ασθενής δεν θυμάται τα όνειρα που είδε. Αν υπάρχει μνήμη, είναι περιορισμένη ή τμηματική. Η παθοφυσιολογία των μη-REM παραϋπνιών δεν είναι πλήρως κατανοητή αν και μάλλον ενοχοποιείται η κακή ρύθμιση του ύπνου βραδέων κυμάτων. Η θεραπεία περιλαμβάνει βενζοδιαζεπίνες ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Ο γιατρός πρέπει να γνωρίζει ότι ορισμένα φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν υπνοβασία.

Οι REM παραϋπνίες, ιδιαίτερα η διαταραχή συμπεριφοράς REM του ύπνου, έχουν μελετηθεί εκτενώς. Τυπικά, ο ασθενής παρουσιάζει παθολογικές συμπεριφορές κατά τη διάρκεια του REM ύπνου. Οι συμπεριφορές αυτές είναι αποτέλεσμα διαταραχής της μυϊκής ατονίας που παρατηρείται φυσιολογικά σε αυτό το στάδιο του ύπνου. Συμβαίνουν συχνότερα στο δεύτερο μισό του ύπνου και χαρακτηρίζονται από μία σειρά κινήσεων που σχετίζονται με το όνειρο. Αν ο ασθενής αφυπνιστεί εκείνη τη στιγμή, συνήθως μπορεί να θυμηθεί το όνειρο και να εξηγήσει τις κινήσεις που έκανε βάση αυτού. Ο ασθενής αναζητεί συνήθως ιατρική βοήθεια όταν οι κινήσις αυτές είναι βίαιες.

Εκτός από το ιστορικό των παραπάνω συμπεριφορών κατά τον ύπνο, η διάγνωση επιβεβαιώνεται με πολυκαταγραφική μελέτη ύπνου η οποία δείχνει τυπικές ενεργοποιήσεις των μυών κατά τη διάρκεια του ύπνου REM. Η διαταραχή αυτή σχετίζεται συχνά με νευροεκφυλιστικές νόσους. Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει άλλες παραϋπνίες και την επιληψία. Σε αντίθεση με την τελευταία, οι κινήσεις στην διαταρχή REM είναι κατευθυνόμενες και μπορούν να σχετιστούν με ένα όνειρο.

Το φάρμακο που χρησιμοποιείται συχνότερα στη θεραπεία της διαταραχής REM είναι η κλοναζεπάμη, η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους ασθενείς με άνοια και μπορεί να οδηγήσει σε έντονη καταστολή. Λόγω της σύνδεσης με διάφορες νευροεκφυλιστικές νόσους, οι ασθενείς παρουσιάζουν συχνά αντενδείξεις για τη θεραπεία με βενζοδιαζεπίνες. Μία άλλη επιλογή είναι η μελατονίνη, που είναι φτηνή και ασφαλής.

Σύνδρομο Ανήσυχων Ποδιών και Περιοδικές Κινήσεις των Άκρων στον Ύπνο

Το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών χαρακτηρίζεται από μία δυσάρεστη αίσθηση, με τάση για κίνηση των άκρων που συμβαίνει ή επιδεινώνεται κατά την ξεκούραση και υποχωρεί με τη φυσική άσκηση. Οι ασθενείς περιγράφουν την αίσθηση ως «μούδιασμα», αίσθημα σοκ ή αφόρητη δυσφορία. Με την πορεία της νόσου, το αίσθημα μπορεί να επεκταθεί στα άνω άκρα ή το θώρακα. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της νόσου είναι ότι επιδεινώνεται το απόγευμα και τη νύχτα με αποτέλεσμα να είναι δυσκολότερη η έλευση του ύπνου, καθώς ο ασθενής σηκώνεται από το κρεβάτι και περπατά για να περιορίσει το αίσθημα δυσφορίας. Η έλλειψη ύπνου οδηγεί σε αίσθημα κόπωσης και υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών είναι μία από τις πλέον κοινές κινητικές διαταραχές που σχετίζονται με τον ύπνο και επηρεάζει σχεδόν το 15% των ενηλίκων. Γενικά, επηρεάζει τις γυναίκες περισσότερο από τους άνδρες και η συχνότητά του αυξάνεται με την ηλικία. Τα αίτια είναι ιδιοπαθή ή δευτεροπαθή. Στην ιδιοπαθή μορφή του συνδρόμου, τα αίτια δεν είναι γνωστά, αν και συνήθως υπάρχει οικογενειακό ιστορικό. Το δευτεροπαθές σύδρομο ανήσυχων ποδιών εμφανίζεται συνήθως αργότερα και σχετίζεται με διάφορες νευρολογικές παθήσεις, ανεπάρκεια σιδήρου ή εγκυμοσύνη.

Η διάγνωση τίθεται από το ιστορικό. Το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών και οι περιοδικές κινήσεων των άκρων στον ύπνο συχνά συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή. Η παρουσία περιοδικών κινήσεων των άκρων στον ύπνο υποστηρίζει επίσης τη διάγνωση συνδρόμου ανήσυχων ποδιών. Οι περιοδικές κινήσεις των άκρων στον ύπνο μπορούν να διαγνωστούν μόνο με το ιστορικό, ωστόσο η πολυκαταγραφική μελέτη ύπνου επιβεβαιώνει τη διάγνωση ιδιαίτερα σε ασθενείς με αϋπνία ή υπερυπνία.

Αρκετές έρευνες υπογραμμίζουν το ρόλο των επιπέδων σιδήρου στον εγκέφαλο στην παθολογία των παραπάνω νόσων, ωστόσο τα επίπεδα είναι συνήθως χαμηλά στους ασθενείς με σύνδρομο ανήσυχων ποδιών. Η δυσλειτουργία του ντοπαμινεργικού συστήματος έχει επίσης αναδειχθεί ως δυνητικά παθοφυσιολογικός μηχανισμός για το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών. Συνίσταται επίσης έλεγχος της φερριτίνης ορού. Αν η φερριτίνη είναι κάτω από 50 ug/L, πρέπει να γίνει χορήγηση σιδήρου. Εναλλακτικά, η φαρμακευτική θεραπεία ξεκινά με αγωνιστές ντοπαμίνης ή γκαμπαπεντίνη. Η λεβοντόπα, η ροπινιρόλη, η πραμιπεξόλη, η καμπεργκολίνη και η περγολίδη αποτελούν εναλλακτικές επιλογές. Οι δόσεις των αγωνιστών ντοπαμίνης πρέπει να να είναι χαμηλές. Σε πιο προχωρημένα στάδια, όπου τα υπόλοιπα φάρμακα δεν είναι αποτελεσματικά, μπορεί να χρησιμοποιηθούν και οπιοειδή.

Μία δύσκολη επιπλοκή του συνδρόμου ανήσυχων ποδιών είναι η ενίσχυση των συμπτωμάτων. Κατά το φαινόμενο αυτό, τα συμπτώματα εμφανίζονται νωρίτερα και επιδεινώνονται. Για παράδειγμα, ένας ασθενής που παρουσίαζε τυπικά εμφάνιση των συμπτωμάτων κατά τις 10-11 το βράδυ αναφέρει ότι τα συμπτώματά του ξεκινούν πλέον νωρίς το απόγευμα. Για να μειωθεί η πιθανότητα εμφάνισης της παραπάνω επιπλοκής, η αρχική θεραπεία ίσως πρέπει να περιλαμβάνει γκαμπαπεντίνη και όχι αγωνιστές ντοπαμίνης.

Επίλογος

Ο ύπνος είναι απαραίτητος για όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και καθώς αποτελεί το 1/3 της ζωής μας, οι διαταραχές τους μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής μας. Για το λόγο αυτό, πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα και να παραπέμπεται ο ασθενής σε ειδικό γιατρό για τον ύπνο.

Βιβλιογραφία: The American Journal of Medicine

Φωτογραφία: CDC