Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) είναι μία αυτοάνοση νόσος που εμφανίζεται με αυξημένη συχνότητα σήμερα, ωστόσο γνωρίζουμε ελάχιστα σχετικά με αυτή. Καθώς τα αίτια είναι άγνωστα και δεν υπάρχει θεραπεία, ο λύκος μπορεί να παρουσιάσει εξάρσεις και να προκαλέσει μία σειρά συμπτωμάτων που σχετίζονται με διάχυτη φλεγμονή και βλάβες στους ιστούς του δέρματος, των οργάνων και των αγγείων, οδηγώντας ακόμα και στο θάνατο.

Παρά την μακρά και πλούσια ιστορία της νόσου, οι ερευνητές δεν γνώριζαν ότι είναι μερικώς γενετικό νόσημα μέχρι και τα τέλη του 1950. Αδυνατώντας να εξηγήσουμε την κληρονομικότητα στο λύκο με απλή Μεντελική λογική, χρειαστήκαμε σχεδόν 7 δεκαετίες ακόμα για να βρούμε έναν ένοχο. Σήμερα, ωστόσο έχουμε ταυτοποιήσει πλέον 2 ενόχους.

Μετά από 6 χρόνια ερευνών, ο ανοσολόγος Σάιμον Τζιάνγκ και οι συνεργάτες του κατάφεραν να ταυτοποιήσουν ένα ζευγάρι σπανιών γενετικών μεταλλάξεων ως μείζον αίτιο για το λύκο. Οι γενετικές αυτές μεταλλάξεις παρατηρούνται στους περισσότερους ασθενείς με λύκο και αποτελούν τον κύριο προκλητικό παράγοντα για την επίθεση του ανοσοποιητικού συστήματος στους υγιείς ιστούς του οργανισμού.

«Δείξαμε για πρώτη φορά ότι οι σπάνιες αυτές μεταλλάξεις που εμφανίζονται σε λιγότερο από το 1% του πληθυσμού μπορούν να προκαλέσουν λύκο και να συμβάλλουν στην εμφάνιση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με αυτόν», είπε ο Τζιάνγκ, ένας ερευνητής από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας.

«Μέχρι σήμερα, πιστεύαμε ότι τα σπάνια αυτά αλληλόμορφα δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στην αυτοανοσία και τα σχετιζόμενα με αυτή αυτοάνοσα νοσήματα».

Ωστόσο, φαίνεται ότι τα δύο αυτά γονίδια ευθύνονται για ένα από τα πλέον μυστήρια χαρακτηριστικά της νόσου. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι στη μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών με λύκο, ένας άγνωστος παράγοντας προκαλεί αυξημένη και αυθόρμητη παραγωγή ενός ανοσιακού μορίου, ακόμα και επί απουσίας ιογενούς λοίμωξης.

Τα μόρια αυτά είναι οι ιντερφερόνες τύπου 1 (T1 IFN). Όταν οι κυτταροκίνες αυτές πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα, προκαλούν σημαντικές αλλαγές στην ανάπτυξη των λευκών αιμοσφαιρίων (ή Β κυττάρων) που παράγουν τα αντισώματα.

Εκεί, όπως φαίνεται, δρουν τα δύο παθολογικά γονίδια, γνωστά ως BLK και BANK1. Συγκρίνοντας 69 ασθενείς με λύκο με 97 υγιείς εθελοντές, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα σπάνια αυτά γενετικά αλληλόμορφα ήταν συχνότερα στην ομάδα των ασθενών με λύκο. Το ίδιο παρατηρήθηκε όταν η έρευνα διεξήχθη εκ νέου με 64 ακόμα ασθενείς με λύκο.

Σε έρευνες με ποντίκια, παρατηρήθηκε ότι τα δύο παραπάνω αλληλόμορφα αυξάνουν επίσης τον αριθμό των δυσλειτουργικών Β κυττάρων.

«Σημαντικότερα, δείξαμε ότι τα σπάνια αυτά αλληλόμορφα έχουν υπολογίσιμες επιδράσεις στην πρωτεϊνική λειτουργία, οδηγώντας τελικά σε αυξημένη δραστηριότητα των T1 IFN στα ανθρώπινα Β κύτταρα», είπαν οι συγγραφείς.

Αν και είναι αλήθεια ότι ο λύκος μπορεί επίσης να προκληθεί από ορμονικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως το φως του ήλιου, οι γενετικοί παράγοντες αποτελούν ένα από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου. Στην πραγματικότητα, η πιθανότητα δύο ομοζυγωτικοί δίδυμοι να παρουσιάσουν και οι δύο τη νόσο είναι σχεδόν 50%.

Ξεχωρίζοντας ορισμένα από τα γονίδια που ενοχοποιούνται, οι ερευνητές έχουν πλέον καταστήσει ευκολότερη τη διάγνωση της νόσου, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό αν αναλογιστούμε ότι ο λύκος έχει αρκετά συμπτώματα που ομοιάζουν αυτά άλλων παθήσεων.

«Χρειάζονται μόλις λίγες εβδομάδες για να αναλύσουμε την αλληλουχία του γονιδιώματος σε έναν ασθενή», είπε ο Τζιάνγκ.

«Μπορούμε να εξετάσουμε πως συμπεριφέρεται το ανοσοποιητικό σύστημα, να κάνουμε εξετάσεις αίματος και να συνδυάσουμε τα αποτελέσματά των παραπάνω εξετάσεων με την ανάλυση του γονιδιώματος για να διαπιστώσουμε αν ο ασθενής έχει λύκο».

Η έρευνα του Τζιάνγκ δεν έχει ωστόσο ως μοναδικό στόχο να διευκολύνει τη διάγνωση της νόσου. Σήμερα, οι θεραπείες για το λύκο είναι περιορισμένες και έχουν αρκετές ανεπιθύμητες ενέργειες. Το 2011, εγκρίθηκε το πρώτο φάρμακο για τη νόσο εδώ και σχεδόν 50 χρόνια.

Ωστόσο, καθώς ταυτοποιούνται νέοι στόχοι, μπορεί να αναπτυχθούν νέα φάρμακα, τα οποία πιθανώς θα είναι πιο εξατομικευμένα.

«Έχω ήδη ξεκινήσει να χορηγώ στοχευμένες θεραπείες στους ασθενείς με τις σπάνιες αυτές μεταλλάξεις, αντί για τις τυπικές θεραπείες που προκαλούν αρκετές ανεπιθύμητες ενέργειες», είπε ο Τζιάνγκ.

«Επίσης, καθώς τα γονίδια που εξετάσαμε συνδέονται και με άλλες αυτοάνοσες παθήσεις, η ανακάλυψή μας μπορεί να αφορά και παθήσεις όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και ο διαβήτης τύπου 1».

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Nature Communications.