Οι Αμερικανοί Harvey J. Alter και Charles M. Rice και ο Βρετανός Michael Houghton ήταν οι επιστήμονες που κέρδισαν το φετινό βραβείο Νόμπελ Ιατρικής για την ανακάλυψη του ιού της ηπατίτιδας C. Ο ιός αυτός προκαλεί σοβαρή λοίμωξη στο ήπαρ και επηρεάζει περισσότερους από 70 εκατομμύρια ασθενείς παγκοσμίως.

Σήμερα γνωρίζουμε 3 ιούς ηπατίτιδας. Ο ιός της ηπατίτιδας Α μεταδίδεται με το νερό και τα μολυσμένα τρόφιμα και προκαλεί λοιμώξεις βραχείας διάρκειας οι οποίες υποχωρούν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Οι ιοί της ηπατίτιδας Β και της ηπατίτιδας C μεταδίδονται επίσης με τα μολυσμένα τρόφιμα και οδηγούν σε χρόνιες λοιμώξεις που προκαλούν βλάβες στο ήπαρ μακροπρόθεσμα. Οι βλάβες αυτές οδηγούν τελικά σε κίρρωση ή καρκίνο του ήπατος με αποτέλεσμα οι ασθενείς να χρειάζονται μεταμόσχευση. Η ανακάλυψη του ιού της ηπατίτιδας C και οι προληπτικές εξετάσεις αίματος γι’ αυτόν, μας έχουν επιτρέψει να περιορίσουμε σημαντικά τα περιστατικά του ιού. Επίσης έχει ανοίξει το δρόμο για νέες θεραπείες, με αποτέλεσμα τα περισσότερα περιστατικά να μπορούν πλέον να αντιμετωπιστούν.

Ο Timothy Sheahan, ένας ιολόγος και καθηγητής επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Rice στο εργαστήριο του τελευταίου στο Rockefeller University. Εκεί, είχε ασχοληθεί με τον ιό της ηπατίτιδας C. «Η δουλειά του Charlie Rice στον ιό της ηπατίτιδας C οδήγησε σε νέα φάρμακα που μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον ιό σήμερα και να θεραπεύσουν τη νόσο. Οι ανακαλύψεις του οδήγησαν επίσης στην ανάπτυξη της ρεμδεσιβίρης», ενός φαρμάκου που έχει αποδειχθεί σήμερα ότι μπορεί να μειώσει τη διάρκεια νόσησης από COVID-19. Ο Sheahan έχει εξετάσει την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου για τον SARS-CoV-2, καθώς και άλλους κορονοϊούς.

Η ηπατίτιδα Β και η ηπατίτιδα C παρατηρήθηκαν για πρώτη φορά σε ασθενείς που είχαν λάβει μεταγγίσεις αίματος. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Αμερικανός γιατρός Baruch Blumberg ανακάλυψε τον ιό της ηπατίτιδας B και, ως αποτέλεσμα, κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής του 1976. Ωστόσο, υπήρχαν και ορισμένα περιστατικά ηπατίτιδας μετά από μεταγγίσεις που δεν είχαν προκληθεί από τον ιό της ηπατίτιδας Β. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο Alter, ο οποίος εργαζόταν στο National Institutes of Health Blood Bank, υποστήριξε ότι για τα περιστατικά αυτά ευθυνόταν ένα διαφορετικό παθογόνο. Αργότερα απέδειξε επίσης ότι η νόσος αυτή μπορεί να μεταδοθεί σε πιθήκους από το αίμα των ασθενών.

Η απομόνωση του ιού της ηπατίτιδας C ήταν δυσκολότερη σε σχέση με τον ιό της ηπατίτιδας Β. Ωστόσο, ο Houghton, ο οποίος εργαζόταν στη φαρμακευτική εταιρία Chiron, κατάφερε να κλωνοποιήσει τον ιό το 1989 εισάγοντας ιικό DNA από μολυσμένα ζώα σε βακτήρια. Ακολούθως χρησιμοποίησε ανθρώπινα αντισώματα για τον ιό με σκοπό να εξετάσει τη γενετική του αλληλουχία. Ο Houghton και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι ο ιός της ηπατίτιδας C ομοιάζει αρκετά μία οικογένεια ιών που λέγονται φλαβοϊοί. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε η παραπάνω προσέγγιση μοριακής βιολογίας για την ταυτοποίηση της αλληλουχίας γονιδιώματος ενός ιού. Λίγο αργότερα αναπτύχθηκε και η πρώτη εξέταση αίματος για την ηπατίτιδα C, με αποτέλεσμα να περιοριστούν σημαντικά τα περιστατικά μόλυνσης από μεταγγίσεις αίματος παγκοσμίως.

Ωστόσο υπήρχε ακόμα ένα ερώτημα που δεν είχε απαντηθεί: Μπορεί ο ιός να προκαλέσει λοίμωξη; Ο Rice, ο οποίος εργαζόταν τότε στο Πανεπιστήμιο του St. Louis, κλωνοποίησε το παθογόνο και χρησιμοποίησε τα αντίγραφά του για να μολύνει πειραματόζωα, ωστόσο ο ιός δεν πολλαπλασιάστηκε. Όταν ο Rice συνέκρινε την αλληλουχία αρκετών διαφορετικών κλώνων του ιού, διαπίστωσε ότι έφεραν γενετικές μεταλλάξεις που καθιστούσαν τους τελευταίους αδρανείς. Όταν διορθώθηκαν οι παραπάνω μεταλλάξεις, οι κλώνοι αυτοί ήταν ικανοί να προκαλέσουν κλινικά συμπτώματα ηπατίτιδας C στα πειραματόζωα. Με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά αποδείχθηκε ότι ο ιός μπορεί να προκαλέσει νόσηση.

Ο Rice είχε ξεκινήσει τις έρευνές του εξετάζοντας τον ιό που προκαλεί κίτρινο πυρετό. Ο τελευταίος είναι ένας φλαβοϊός ο οποίος διαφέρει σημαντικά από τον ιό της ηπατίτιδας C. Όταν ο Alter και ο Houghton δημοσίευσαν έρευνες στο επιστημονικό περιοδικό Science σχετικά με ένα μυστηριώδη ιό της ηπατίτιδας το 1989, ο Rice αποφάσισε να ασχοληθεί με τον παραπάνω ιό. «Ήταν ένας εντελώς νέος ιός και εκείνη την εποχή κανένας δεν ενδιαφερόταν να ασχοληθεί με αυτόν», είπε ο Rice. Ακολούθως, ο Rice και η ομάδα του χρησιμοποίησαν τη δουλειά του Houghton και των συνεργατών του. Ανέλυσαν την αλληλουχία γονιδιώματος του ιού, κλωνοποίησαν το ιικό RNA και μόλυναν πειραματόζωα με αυτό, αποδεικνύοντας έτσι ότι ο ιός της ηπατίτιδας C αποτελεί το αίτιο της νόσου.

«Πιστεύω ότι ο Alter πραγματικά άξιζε το βραβείο Νόμπελ», είπε η Patrizia Farci επικεφαλής του τμήματος ηπατολογίας στο National Institute of Allergy and Infectious Diseases των ΗΠΑ, η οποία συνεργάστηκε με αυτόν για αρκετά χρόνια. «Η δουλειά του, καθώς και η δουλειά των Houghton και Rice, έσωσε εκατομμύρια ζωές και ουσιαστικά έδειξε ότι η επιστήμη δεν έχει φραγμούς». Η Farci δήλωσε επίσης ότι όταν συνάντησε για πρώτη φορά τον Alter τη δεκαετία του 1980, ο επιστήμονας έγραφε ποίηση σχετικά με την επιστήμη.

«Και οι 3 επιστήμονες που κέρδισαν το φετινό βραβείο Νόμπελ έχουν προσφέρει σημαντικά στην έρευνα», είπε η Angela Rasmussen, μία ιολόγος και ερευνητής στο Columbia University Mailman School of Public Health. Η Rasmussen, η οποία είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με τον ιό της ηπατίτιδας C, δήλωσε ότι η απονομή του βραβείου Νόμπελ στο πεδίο αυτό της έρευνας σίγουρα προκάλεσε έκπληξη.

Το βραβείο Νόμπελ του 2019 είχε απονεμηθεί στους William Kaelin Jr, Peter Ratcliffe και Gregg Semenza για την ανακάλυψη των μηχανισμών μέσω των οποίων τα κύτταρα αντιλαμβάνονται τις μεταβολές στα επίπεδα του οξυγόνου.

Βιβλιογραφία: Scientific American

Φωτογραφία: European Parliament