Η κεφαλαλγία αποτελεί ένα σημαντικό σύμπτωμα του COVID-19 και μπορεί να έχει προγνωστική ισχύ για την εξέλιξη της νόσου σε ορισμένους ασθενείς, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας.

Η έρευνα παρατήρησης εξέτασε περισσότερους από 100 ασθενείς με COVID-19 και διαπίστωσε ότι μπορεί να εμφανιστεί κεφαλαλγία κατά την προσυμπτωματική ή συμπτωματική φάση της νόσου. Η κεφαλαλγία αυτή ομοιάζει με κεφαλαλγία τάσεως ή ημικρανία.

Όπως διαπίστωσαν οι επιστήμονες, η κεφαλαλγία συνδέθηκε με μικρότερη διάρκεια συμπτωματικής νόσησης, ενώ ο συνδυασμός κεφαλαλγίας και ανοσμίας συνδέθηκε με μειωμένη διάρκεια νοσηλείας.

Σε μία μικρή ομάδα ασθενών, η κεφαλαλγία παρέμεινε ακόμα και μετά την αποδρομή των συμπτωμάτων του COVID-19.

«Όπως φαίνεται, στους ασθενείς που παρουσιάζουν κεφαλαλγία στο ασυμπτωματικό στάδιο του COVID-19 ή κατά την αρχή του συμπτωματικού σταδίου, παρατηρείται συνήθως πιο εντοπισμένη φλεγμονώδης απόκριση. Η τελευταία συνδέεται με καλύτερη ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίσει και να ρυθμίσει τη λοίμωξη από τον SARS-CoV-2», είπε η επικεφαλής της έρευνας Patricia Pozo-Rosich, MD, PhD, επικεφαλής της έρευνας από το Vall d’ Hebron University Hospital στη Βαρκελώνη.

Η επιστήμονας παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνας στο American Headache Society (AHS) Annual Meeting 2020, το οποίο έγινε online φέτος εξ’ αιτίας της πανδημίας του COVID-19.

Συστηματική Φλεγμονή

Η κεφαλαλγία αποτελεί ένα από τα κύρια συμπτώματα του COVID-19. Μία πρόσφατη έρευνα που εξέτασε 214 ασθενείς με τη νόσο, διαπίστωσε ότι το 13% περίπου παρουσίασε κεφαλαλγία, ενώ μόλις το 5% παρουσίασε ανοσμία.

Ο ιός SARS-CoV-2 μπορεί να εισέλθει στα κύτταρα μέσω του υποδοχέα ACE2, ο οποίος βρίσκεται σε διάφορα όργανα του σώματος.

«Ο SARS-CoV-2 εισέρχεται στον οργανισμό από τη ρινική κοιλότητα και στη συνέχεια χρησιμοποιεί το οσφρητικό και το τρίδυμο νεύρο για την είσοδό του στο νευρικό σύστημα», είπε η Pozo-Rosich.

Ο ιός φτάνει στους πνεύμονες και στη συνέχεια εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος. Αυτό προκαλεί συστηματική φλεγμονή η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε καταιγίδα κυτταροκινών. Προηγούμενες μελέτες έχουν διαπιστώσει υπερευαισθησία στο φλοιό του εγκεφάλου και στο οσφρητικό νεύρο στους ασθενείς με COVID-19, γεγονός που δείχνει ότι ο ιός μπορεί να προσβάλλει άμεσα το ΚΝΣ.

Η ιντερλευκίνη-6, ένα από τα κύρια φλεγμονώδη μόρια, έχει αποδειχθεί ότι σχετίζεται με τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19 και εξετάζεται ως θεραπευτικός στόχος. Τα επίπεδα της IL-6 είναι χαμηλότερα και πιο σταθερά στους ασθενείς που έχουν COVID-19 με κεφαλαλγία σε σχέση με τους ασθενείς που δεν παρουσιάζουν το παραπάνω σύμπτωμα.

Οι ερευνητές εξέτασαν 130 ασθενείς (51% γυναίκες, μέση ηλικία 54) με COVID-19 οι οποίοι είχαν επισκεφθεί νευρολόγους στο Vall d’ Hebron. Στην ομάδα αυτή, το 74.4% είχε κεφαλαλγία.

Οι ασθενείς με κεφαλαλγία ήταν συνήθως μικρότερης ηλικίας σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν κεφαλαλγία (μέση ηλικία 50 έναντι 63 αντίστοιχα), με το σύμπτωμα να εμφανίζεται επίσης συχνότερα στις γυναίκες (58.6% έναντι 29.4%).

Σχεδόν το 1/3 των ασθενών με κεφαλαλγία είχαν ιστορικό ημικρανίας. Οι περισσότεροι ανέφεραν ήπιο ή μέτριο άλγος που ομοιάζει κεφαλαλγία τάσεως. Στους ασθενείς που παρουσίαζαν εντονότερο άλγος και χαρακτηριστικά ημικρανίας, η κεφαλαλγία εμφανιζόταν συχνότερα κατά την ασυμπτωματική φάση του COVID-19.

Προγνωστικός Παράγοντας για την Εξέλιξη της Νόσου;

Οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία των 100 από τους 130 ασθενείς με COVID-19, εκ των οποίων οι 74 παρουσίασαν κεφαλαλγία. Περίπου το 38% των ασθενών αυτών είχαν κεφαλαλγία η οποία παρέμεινε μετά τις 6 εβδομάδες, γεγονός που σημαίνει ότι ο ιός μπορεί να προκαλέσει χρόνια κεφαλαλγία σε ορισμένους ασθενείς.

Το 50% των ασθενών στην ομάδα αυτή δεν είχε προηγούμενο ιστορικό κεφαλαλγίας. Η κεφαλαλγία ήταν πρόδρομο σύμπτωμα του COVID-19 στο 21.4% των ασθενών αυτών.

Από τα αποτελέσματα φάνηκε επίσης ότι η κεφαλαλγία είχε προγνωστική ισχύ για την εξέλιξη του COVID-19. Η συμπτωματική φάση του COVID-19 ήταν κατά 7 ημέρες βραχύτερη στους ασθενείς με κεφαλαλγία σε σχέση με αυτούς που δεν παρουσίασαν το παραπάνω σύμπτωμα.

Επιπλέον, η διάρκεια νοσηλείας ήταν 7 ημέρες βραχύτερη για τους ασθενείς που παρουσίασαν κεφαλαλγία και ανοσμία συγκριτικά με αυτούς που δεν παρουσίασαν κανένα από τα παραπάνω συμπτώματα.

Οι περισσότερες θεραπείες, όπως η ιβουπροφαίνη, η κανδεσαρτάνη και τα αντι-CGRP μονοκλωνικά αντισώματα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση της κεφαλαλγίας στους ασθενείς με COVID-19, όπως δήλωσαν οι ερευνητές.

«Τα στεροειδή πρέπει να αποφεύγονται στην αρχή της νόσου, έτσι ώστε να μην επηρεαστεί η απόκριση του οργανισμού στον SARS-CoV-2», είπε η Pozo-Rosich.

Ερευνητές από το Thomas Jefferson University στη Φιλαδέλφεια εξετάζουν τη χορήγηση του φαρμάκου vazegepant, μίας αντι-CGRP θεραπείας, ενδορρινικά, ως μέθοδο για την καταστολή της σοβαρής φλεγμονώδους απόκρισης στους πνεύμονες των ασθενών με COVID-19. Το πεπτίδιο αυτό, σύμφωνα με την επιστήμονα, έχει πιθανώς χρησιμότητα όχι μόνο στην αντιμετώπιση της κεφαλαλγίας, αλλά και του COVID-19.

Προηγούμενα Δεδομένα για την Κεφαλαλγία στις Ιογενείς Λοιμώξεις

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, ο Matthew S. Robbins, MD, αναπληρωτής καθηγητής νευρολογίας στο Weill Cornell Medicine, δήλωσε ότι η σύνδεση ανάμεσα στην κεφαλαλγία και τη μικρότερη διάρκεια της συμπτωματικής φάσης του COVID-19, είναι αρκετά ενδιαφέροντα.

«Η κεφαλαλγία είναι συχνό σύμπτωμα στις ήπιες ιογενείς λοιμώξεις. Οι σοβαρότερες ιογενείς λοιμώξεις χαρακτηρίζονται συνήθως από σοβαρά συμπτώματα από το αναπνευστικό ή πυρετό, με αποτέλεσμα οι κεφαλαλγίες να μην καταγράφονται συχνά», είπε ο Robbins, ο οποίος δεν είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

Τόνισε επίσης ότι η παρατήρηση σχετικά με την ηλικία και το φύλο των ασθενών που παρουσιάζουν κεφαλαλγία από τον COVID-19 «σχετίζεται πιθανώς με την υψηλότερη συχνότητα των χαρακτηριστικών της βιολογίας της ημικρανίας σε αυτούς τους ασθενείς, ενώ πιθανώς προκαλείται και από το ψυχολογικό στρες μίας νόσησης με τον ιό».

Ο Robbins υποστήριξε ότι οι ιογενείς λοιμώξεις έχουν συνδεθεί με νεοεμφανιζόμενες χρόνιες κεφαλαλγίες από τη δεκαετία του 1980. Η πρώτη καταγραφή ενός τέτοιου περιστατικού ήταν η εμφάνιση χρόνιας ημικρανίας από τον ιό Epstein-Barr.

«Προσωπικά πιστεύω ότι η θεραπεία πρέπει να στοχεύει στην αντιμετώπιση του είδους της κεφαλαλγίας που ομοιάζει περισσότερο η κεφαλαλγία του COVID-19, ανεξαρτήτως του προκλητικού παράγοντα», κατέληξε ο Robbins.

Βιβλιογραφία: Medscape