Σήμερα δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι η χορήγηση της προληπτικής αγωγής για την ημικρανία (μονοκλωνικά αντισώματα που στοχεύουν την οδό του CGRP ή εγχύσεις Botox) θα πρέπει να καθυστερήσει σε ασθενείς που έχουν προγραμματίσει να κάνουν το εμβόλιο της COVID-19.

Τόσοι οι κίνδυνοι της λοίμωξης COVID-19 όσο και η αποτελεσματικότητα της θεραπειών πρόληψης για την ημικρανία δείχνουν ότι είναι σημαντικό να μην καθυστερήσει καμία από τις παραπάνω 2 παρεμβάσεις, σύμφωνα με ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Headache.

Οι επιστήμονες της έρευνας υποστήριξαν ότι σήμερα δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι κάποιο φάρμακο της ημικρανίας ή άλλων διαταραχών κεφαλαλγίας μπορεί να επηρεάσει την απόκριση στα εμβόλια της COVID-19.

Ως αποτέλεσμα δεν υπάρχει λόγος να καθυστερήσει η χορήγηση της θεραπείας αυτής στους ασθενείς εξ’ αιτίας του εμβολίου.

Το άρθρο που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Headache είχε ως στόχο να απαντήσει στα ερωτήματα που είχαν τεθεί σχετικά με την αλληλεπίδραση ανάμεσα στις θεραπείες της ημικρανίας και το εμβόλιο της COVID-19.

Τα περισσότερα ερωτήματα αφορούσαν τα μονοκλωνικά αντισώματα για την οδό CGRP, καθώς και τις εγχύσεις Botox, καθώς και οι δύο παραπάνω θεραπείες είναι ενέσιμες.

Ένα κοινό ερώτημα ήταν αν πρέπει να καθυστερήσει μέχρι και για 2 εβδομάδες η χορήγηση των παραπάνω μονοκλωνικών αντισωμάτων (γίνεται μηνιαίως ή τριμηνιαίως) λόγω της λήψης του εμβολίου. Τα μονοκλωνικά αντισώματα για την οδό CGRP που χορηγούνται στη θεραπεία της ημικρανίας περιλαμβάνουν την ερενουμάμπη, τη φρεμανεζουμάμπη, τη γκαλκανεζουμάμπη και την επτινεζουμάμπη.

Σήμερα κυκλοφορούν μόνο mRNA εμβόλια και εμβόλια με αδενοϊό φορέα, ενώ σύντομα αναμένεται να εγκριθούν και εμβόλια με πρωτεΐνες του SARS-CoV-2. Σε καθεμία από τις παραπάνω τεχνολογίες, ο στόχος για την ανάπτυξη ανοσιακής μνήμης είναι η πρωτεΐνη ακίδα (S) η οποία κωδικοποιείται σε mRNA (Pfizer και Moderna), είτε σε DNA (σε αδενοϊό φορέα, Astrazeneca και Johnson & Johnson) είτε βρίσκεται μέσα στο εμβόλιο μαζί με ενισχυτικές ουσίες (Novavax).

Η προστατευτική ανοσιακή απόκριση από τα εμβόλια περιορίζεται στην πρωτεΐνη ακίδα και τους επιτόπους της. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι τα αντισώματα για την πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2 μπορούν να εξουδετερώσουν την οναβοτουλινουμτοξίνη Α (botox) ή τα αντισώματα για το CGRP.

«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα μονοκλωνικά αντισώματα αποτελούν ειδική στοχευμένη θεραπεία. Είναι κάτι σαν ένα κλειδί για μία πόρτα και προφανώς δεν υπάρχει και άλλα κλειδιά που μπορούν να ανοίξουν αυτή την πόρτα. Είναι προφανές ότι κανένα από τα CGRP μονοκλωνικά αντισώματα δεν μπορεί να επηρεάσει την απόκριση στα εμβόλια της COVID-19, καθώς έχουν διαφορετική βιολογία και δεν αλληλοεπικαλύπτονται. Το ίδιο ισχύει και με το Botox», αναφέρουν οι επιστήμονες στο άρθρο τους.

Στο ίδιο άρθρο αναφέρουν επίσης ότι οι ασθενείς που χρησιμοποιούν ΜΣΑΦ ή ακεταμινοφαίνη θα πρέπει να συνεχίσουν τη λήψη των παραπάνω φαρμάκων, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο. Τελευταία, αρκετοί έχουν διατυπώσει ανησυχίες σχετικά με μία μικρή μείωση στον αριθμό των αντισωμάτων, η οποία παρατηρείται συνήθως στα εμβόλια της βρεφικής ηλικίας. Το φαινόμενο αυτό δεν έχει παρατηρηθεί, ωστόσο, σε κανένα από τα εμβόλια των ενηλίκων. Επίσης, δεν υπάρχουν δεδομένα για το παραπάνω φαινόμενο στα εμβόλια της COVID-19, εκτός από αυτό της AstraZeneca, στις κλινικές δοκιμές του οποίου ορισμένοι ασθενείς είχαν λάβει ακεταμινοφαίνη πριν τη λήψη του εμβολίου.

Σε κάθε περίπτωση, όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς, θα πρέπει να σταθμίζονται τα οφέλη με τους κινδύνους, όπως δηλαδή γίνεται σε κάθε ιατρική παρέμβαση. Αν η προληπτική λήψη ακεταμινοφαίνης αποτελεί σημαντικό κομμάτι της θεραπείας για την ημικρανία, δεν θα πρέπει να τη σταματήσετε για το εμβόλιο της COVID-19.

Αν και αρκετοί ασθενείς με ημικρανία ή άλλες κεφαλαλγίες συμμετείχαν στις κλινικές δοκιμές των εμβολίων της COVID-19, προς το παρόν δεν έχουν δημοσιευτεί δεδομένα ειδικά γι’ αυτή την ομάδα ασθενών. Καθώς δεν υπάρχουν ειδικά δεδομένα για την ημικρανία και το εμβόλιο της COVID-19, το άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό Headache έχει βασιστεί σε απόψεις ειδικών πάνω στη νόσο.