Η ανοσία της αγέλης επιτυγχάνεται όταν ένας φορέας του ιού μολύνει λιγότερα από 1 άτομα κατά μέσο όρο, δηλαδή όταν το R πέφτει κάτω από 1 χωρίς την εφαρμογή μέτρων. Σε ένα πληθυσμό του οποίου τα μέλη είναι εξίσου μολυσματικά και ευπαθή στον ιό, το R υπολογίζεται από την εξίσωση R=(1-pc)(1-pl)R0. Στην παραπάνω εξίσωση το pc αντιπροσωπεύει τη σχετική μείωση στη συχνότητα μετάδοσης του ιού χάρη στην εφαρμογή μη φαρμακευτικών παρεμβάσεων, το pl αναφέρεται στον ποσοστό των ασθενών που έχουν ανοσία, ενώ το R0 περιγράφει τον ρυθμό διασποράς του ιού σε ένα πληθυσμό που δεν έχει ανοσία χωρίς την εφαρμογή μέτρων πρόληψης. Το R0 διαφέρει σε κάθε πληθυσμό και μπορεί να επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. Όταν δεν εφαρμόζονται μέτρα (δηλαδή το pc είναι 0), προκειμένου να επιτευχθεί η ανοσία της αγέλης (δηλαδή R<1), το ποσοστό του πληθυσμού που έχει ανοσία πρέπει να είναι pl=1-1/R0. Για τον SARS-CoV-2, οι περισσότερες εκτιμήσεις υποστηρίζουν ότι το R0 βρίσκεται στο εύρος 2.5-4. Στη Γαλλία για παράδειγμα, όπου το R0 είναι περίπου 3, το ποσοστό που θα πρέπει να έχει ανοσία είναι 67%. Από την εξίσωση του R φαίνεται επίσης ότι η αυστηρότητα των μέτρων μπορεί να χαλαρώσει όσο αυξάνεται το ποσοστό του πληθυσμού που έχει ανοσία.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η ανοσία της αγέλης μπορεί να επιτευχθεί πριν η ανοσία του πληθυσμού φτάσει την τιμή pl=1-1/R0. Για παράδειγμα, αν ορισμένοι ασθενείς έχουν υψηλότερο κίνδυνο μόλυνσης και μετάδοσης του ιού λόγω αυξημένου αριθμού επαφών, κατά πάσα πιθανότητα θα μολυνθούν πρώτοι. Ως αποτέλεσμα, ο πληθυσμός των ασθενών αυτών θα αποκτήσει ανοσία ταχύτερα και ο ρυθμός μετάδοσης του ιού θα επιβραδυνθεί. Ωστόσο, το παραπάνω φαινόμενο είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί στα πλαίσια του COVID-19. Για R0=3, μία έρευνα έδειξε ότι μετά την προσαρμογή για παράγοντες που σχετίζονται με την ηλικία, το ποσοστό της ανοσοποίησης μειώνεται από το 66.7% στο 62.5%. Αν υποθέσουμε ότι ο αριθμός των επαφών διαφέρει σημαντικά στα άτομα ίδιας ηλικίας, η ανοσία της αγέλης μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και με ανοσία στο 50% του πληθυσμού σε ορισμένες περιπτώσεις. Αν, ωστόσο, η μετάδοση δεν αποδίδεται σε superspreaders, αλλά σε συγκεκριμένα γεγονότα υπερμετάδοσης, τότε πιθανώς θα πρέπει να εφαρμοστούν αυστηρότερα μέτρα. Ένας άλλος παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει το όριο για την ανοσία της αγέλης είναι ο ρόλος που παίζουν τα παιδιά στην εξάπλωση του ιού. Πρώιμα δεδομένα έχουν δείξει ότι τα παιδιά, ιδιαίτερα αυτά κάτω των 10 ετών, είναι λιγότερο μολυσματικά σε σχέση με τους ενήλικες, επομένως ίσως θα πρέπει να εξαιρεθούν από τους υπολογισμούς για την ανοσία της αγέλης.

Η εκτίμηση της ανοσίας του πληθυσμού γίνεται συνήθως μέσω ορολογικών εξετάσεων που υπολογίζουν τα επίπεδα των δεικτών της χυμικής ανοσίας. Έρευνες που έγιναν στην αρχή της πανδημίας σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία έδειξαν ότι το ποσοστό του πληθυσμού που έχει χυμική ανοσία κυμαίνεται από 1 μέχρι 10%, ενώ προσεγγίζει το 15% σε αστικές περιοχές όπου σημειώθηκε υψηλός αριθμός λοιμώξεων. Ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι τα ποσοστά της ανοσίας που δημιουργήθηκαν μετά το πρώτο κύμα του COVID-19 είναι πιθανώς υψηλότερα από αυτά που παρατηρούνται στις έρευνες. Πράγματι, σε αρκετές περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί ανοσία από τα Τ λεμφοκύτταρα η οποία δεν αποτυπώνεται στις εξετάσεις αντισωμάτων. Ένας άλλος αστάθμιστος παράγοντας είναι η προϋπάρχουσα ανοσία από λοιμώξεις με τους κορονοϊούς του κοινού κρυολογήματος η οποία μπορεί επίσης να προσφέρει κάποιου βαθμού προστασία. Ορισμένες έρευνες έχουν διαπιστώσει την παρουσία Τ λεμφοκυττάρων για κορονοϊούς στο 20-50% των εθελοντών χωρίς ιστορικό λοίμωξης από SARS-CoV-2. Ωστόσο, είναι ακόμα άγνωστο αν τα παραπάνω Τ λεμφοκύτταρα μπορούν να προστατεύσουν από τον SARS-CoV-2. Πρώιμα δεδομένα από έρευνες σε παιδιά δε παρατήρησαν σύνδεση ανάμεσα στο ιστορικό λοιμώξεων από εποχικούς κορονοϊούς και την ευαισθησία στη λοίμωξη από SARS-CoV-2.

Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω δεδομένα υπόψη βλέπουμε ότι είναι σχεδόν αδύνατο να επιβραδυνθεί η εξάπλωση του SARS-CoV-2 μέχρι να αποκτήσει ανοσία τουλάχιστον το 50% του πληθυσμού. Ένα άλλο ερώτημα είναι τι θα χρειαστεί να κάνουμε προκειμένου να φτάσουμε το παραπάνω ποσοστό, καθώς ακόμα δεν γνωρίζουμε ποια είναι η διάρκεια της ανοσίας μετά από μία λοίμωξη με τον SARS-CoV-2, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ήπια ή ασυμπτωματική λοίμωξη. Τα δεδομένα σχετικά με τα ποσοστά των επαναμολύνσεων είναι επίσης αρκετά περιορισμένα και προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν αποτελούν συχνό ή σπάνιο φαινόμενο. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε πως επηρεάζεται μία νέα λοίμωξη από το ιστορικό προηγουμένων λοιμώξεων με τον SARS-CoV-2.

Στις επιδημίες της γρίπης, η ανοσία της αγέλης επιτυγχάνεται συνήθως μετά από 2-3 κύματα, καθένα από τα οποία αναστέλλεται από την τυπική εποχικότητα του ιού ή σπανιότερα από την εφαρμογή παρεμβάσεων, όπως ο μαζικός εμβολιασμός του πληθυσμού, εφόσον είναι δυνατός. Για τον COVID-19, του οποίου η θνησιμότητα είναι 0.3-1.3%, το κόστος για την επίτευξη ανοσίας της αγέλης μέσω φυσικών λοιμώξεων είναι πολύ υψηλό, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει δυνατότητα νοσηλείας όλων των ασθενών σε νοσοκομεία. Αν θεωρήσουμε ως στόχο την ανοσία στο 50% του πληθυσμού, η επίτευξη του παραπάνω στόχου με φυσικές λοιμώξεις σε χώρες όπως η Γαλλία και οι ΗΠΑ, θα οδηγήσει σε συνολικά 100.000-450.000 και 500.000-2.100.000 θανάτους αντίστοιχα. Στους άνδρες, τους ηλικιωμένους και τους ασθενείς με χρόνιες παθήσεις, τα ποσοστά θνησιμότητας είναι υψηλότερα (3.3%). Το ποσοστό αυτό αυξάνεται ακόμα περισσότερο σε ασθενείς με πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου.

Ο ιδανικός τρόπος για την επίτευξη ανοσίας της αγέλης είναι ο μαζικός εμβολιασμός με ένα αποτελεσματικό εμβόλιο. Τον Αύγουστο του 2020, 6 εμβόλια για τον SARS-CoV-2 ξεκίνησαν τις κλινικές δοκιμές φάσης 3 και αυτή τη στιγμή εξετάζονται σε μεγάλο αριθμό εθελοντών για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητά τους. Καθώς στην αρχή  διαθεσιμότητα των εμβολίων θα είναι περιορισμένη, προτεραιότητα θα δοθεί στους επαγγελματίες υγείας και τους ασθενείς που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Το πρώτο εμβόλιο που θα κυκλοφορήσει πιθανώς δεν θα είναι εξίσου αποτελεσματικό στους ηλικιωμένους. Κατά συνέπεια, η χρησιμότητα των πρώτων εμβολίων θα αφορά περισσότερο στον περιορισμό της κυκλοφορίας του ιού, ιδιαίτερα αν αποδειχθεί ότι το εμβόλιο δημιουργεί ισχυρότερη ανοσία σε σχέση με μάι φυσική λοίμωξη. Ένα εμβόλιο θα προστατεύσει επίσης από τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές του COVID-19, οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν ακόμα και σε ασθενείς που δεν ανήκουν σε κάποια ευπαθή ομάδα.

Για τις χώρες του Βορείου Ημισφαιρίου, η δραστηριότητα των ιών αναμένεται να ενταθεί με την έλευση του φθινοπώρου και του χειμώνα. Στο παρόν στάδιο της πανδημίας, τα καλύτερα μέτρα που έχουμε για την πρόληψη εξάπλωσης του ιού αφορούν μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις, όπως η κοινωνική αποστασιοποίηση, η χρήση μάσκας και το τακτικό πλύσιμο των χεριών. Στους επόμενους μήνες, τα αντιιικά φάρμακα που περιορίζουν το ιικό φορτίο ή διάφορες παρεμβάσεις που προλαμβάνουν τη θνησιμότητα και τις επιπλοκές του ιού ενδεχομένως θα αποτελέσουν προσεγγίσεις για τον περιορισμό της πανδημίας. Όλα τα παραπάνω θεωρούνται απαραίτητα μέχρι την επίτευξη ανοσίας της αγέλης με ένα αποτελεσματικό εμβόλιο.

Βιβλιογραφία: Nature