Η στυτική δυσλειτουργία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο μελλοντικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων, σύμφωνα με μία νέα έρευνα.

Χρησιμοποιώντας δεδομένα από το Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis (MESA), οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι άνδρες που ανέφεραν στυτική δυσλειτουργία είχαν αυξημένο κίνδυνο τόσο για στεφανιαία νόσο όσο και για καρδιαγγειακά συμβάματα τα επόμενα 3.8 χρόνια.

«Τα ευρήματά μας ισχυροποιούν τα ήδη υπάρχοντα στοιχεία, σχετικά με την ανεξάρτητη σχέση μεταξύ της στυτικής δυσλειτουργίας και των διαταραχών του καρδιαγγειακού, και μπορεί να έχουν σημαντικές επιδράσεις στην εκτίμηση του κινδύνου για τους μεσήλικες άνδρες», είπε ο Michael J. Blaha, ένας από τους συντελεστές της έρευνας.

Η στυτική δυσλειτουργία δεν περιλαμβάνεται στους παράγοντες κινδύνου για τις καρδιαγγειακές παθήσεις, σημειώνουν οι ερευνητές. Τα αποτελέσματα της έρευνάς μας δικαιολογούν ίσως μία πιο επιθετική αγωγή στην ομάδα αυτή των ασθενών. Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Circulation.

Κοινοί παράγοντες κινδύνου

Η αγγειακής αιτιολογίας στυτική δυσλειτουργία και οι καρδιαγγειακές παθήσεις μοιράζονται αρκετούς παράγοντες κινδύνου, μεταξύ των οποίων η παχυσαρκία, η υπέρταση, το μεταβολικό σύνδρομο, ο σακχαρώδης διαβήτης και το κάπνισμα, σύμφωνα με τους ερευνητές. Έχουν επίσης ορισμένους κοινούς παθολογικούς μηχανισμούς, όπως η ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, η φλεγμονή και η αθηροσκλήρωση.

«Παρά τη στενή αυτή σχέση, τα στοιχεία που δείχνουν ότι η στυτική δυσλειτουργία αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα των μελλοντικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων είναι περιορισμένα», συμπληρώνουν.

Για την ανάλυση αυτή, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από τη MESA, μία μεγάλης κλίμακας μελέτη με μεγάλη ποικιλομορφία. Ο σκοπός τους ήταν να εξετάσουν αν η στυτική δυσλειτουργία μπορέσει να αποτελέσει προγνωστικό παράγοντα για τις καρδιαγγειακές παθήσεις και τη στεφανιαία νόσο σε άτομα χωρίς καρδιαγγειακά προβλήματα στην αρχή της έρευνας.

Στην έρευνα εξετάστηκαν συνολικά 1914 άνδρες εθελοντές. Συμπτώματα στυτικής δυσλειτουργίας αναφέρθηκαν από 877 εθελοντές (45.8%).

155 εθελοντές εξαιρέθηκαν καθώς είχαν παρουσιάσει καρδιαγγειακά συμβάματα στο παρελθόν. Επομένως εξετάστηκαν συνολικά 1757 εθελοντές η πορεία των οποίων παρακολουθήθηκε για 3.8 χρόνια.

Στη διάρκεια αυτή παρατηρήθηκαν συνολικά 40 περιστατικά στεφανιαίας νόσου και 75 καρδιαγγειακά συμβάματα. Τα παραπάνω ήταν σημαντικά αυξημένα στους εθελοντές που είχαν δηλώσει ότι πάσχουν από στυτική δυσλειτουργία.

Στα μοντέλα κινδύνου χωρίς προσαρμογή, η στυτική δυσλειτουργία αποτέλεσε ισχυρό προγνωστικό παράγοντα τόσο για τη στεφανιαία νόσο όσο και για τα καρδιαγγειακά συμβάματα. Ωστόσο, μετά από προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, η εθνικότητα, το επίπεδο εκπαίδευσης, το κάπνισμα, ο σακχαρώδης διαβήτης, το οικογενειακό ιστορικό, η χοληστερόλη, η συστολική πίεση και η χρήση φαρμάκων, η στυτική δυσλειτουργία παρέμεινε ισχυρός προγνωστικός παράγοντας για τα καρδιαγγειακά συμβάματα, ενώ η ισχυρότητά της για τη στεφανιαία νόσο μειώθηκε.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι ένας περιορισμός της ανάλυσής τους ότι η διάγνωση της στυτικής δυσλειτουργίας από τα δεδομένα τους δεν προσδιορίζει αν αυτή είναι αγγειακής ή μη αγγειακής αιτιολογίας, γεγονός που μπορεί να επηρέασε τη σύνδεση με τις καρδιαγγειακές παθήσεις. Επιπλέον, ίσως τα αποτελέσματα χρειάζεται να παρατηρηθούν σε βάθος 10ετίας καθώς τα 3.8 χρόνια είναι πιθανώς μικρός χρόνος.

Παρά τα παραπάνω, η έρευνα προσφέρει ισχυρά δεδομένα για τη σύνδεση της στυτικής δυσλειτουργίας σαν προγωστικό παράγοντα για τα καρδιαγγειακά συμβάματα και τη στεφανιαία νόσο.

Βιβλιογραφία: Medscape