Οι γυναίκες που δεν έχουν συμπτώματα καρκίνου του μαστού πρέπει να κάνουν μαστογραφία κάθε 2 χρόνια, σύμφωνα με τις νέες οδηγίες του American College of Physicians (ACP) που βασίζονται σε αποτελέσματα ερευνών. Οι οδηγίες αυτές αφορούν γυναίκες ηλικίας 50-74 ετών και δημοσιεύτηκαν στο Annals of Internal Medicine.

«Τα δεδομένα δείχνουν ότι η βέλτιστη ισορροπία οφελών-κινδύνων για τις γυναίκες αυτής της ηλικίας επιστυγχάνεται με τη μαστογραφία κάθε 2 χρόνια», είπε η πρόεδρος του ACP, Άννα Μαρία Λόπεζ. Η Λόπεζ είναι παθολόγος και ογκολόγος στο New Jersey.

Η παραπάνω προσέγγιση έλαβε την έγκριση και του US Preventive Services Task Force (USPSTF).

Το American College of Radiology (ACR) και το Society of Breast Imaging (SBI), ωστόσο, δεν συμφώνησαν με τις παραπάνω οδηγίες. Οι δύο αυτοί οργανισμοί συνιστούν η μαστογραφία να ξεκινά στην ηλικία των 40 ετών και να γίνεται ετησίως εφόσον οι γυναίκες «είναι γενικά υγιείς».

Το American Cancer Society (ACS) συνιστά επίσης η μαστογραφία να ξεκινά από την ηλικία των 40 ετών.

Οι παραπάνω οργανισμοί επομένως, έρχονται σε αντίθεση με τη νέα οδηγία του ACP που συνιστά η μαστογραφία να γίνεται κάθε 2 χρόνια, να ξεκινά από την ηλικία των 50 ετών και να σταματά μετά τα 74.

Οι παραπάνω οδηγίες «μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα 10.000 επιπλέον θανάτους από καρκίνο του μαστού στις ΗΠΑ ετησίως», δήλωσαν σε μία κοινή ανακοίνωση το ACR και το SBI. Η προσέγγιση αυτή «δεν θα μειώσει τα ποσοστά λανθασμένης διάγνωσης ή τους κινδύνους της εξέτασης», πρόσθεσαν.

Οι Νέες Οδηγίες του ACP

Η νέα οδηγία του ACP βασίζεται στις αντίστοιχες οδηγίες 7 οργανισμών σχετικά με τον προσυμπτωματικό έλεγχο για τον καρκίνο του μαστού, όπως το USPSTF, το ACS, το ACR, το American College of Obstetricians and Gynecologists, το Canadian Task Force on Preventive Health Care, το National Comprehensive Cancer Network και το World Health Organization (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας).

Οι οδηγίες απευθύνονται σε γυναίκες χωρίς ιστορικό καρκίνου του μαστού ή προηγούμενη διάγνωση βλαβών υψηλού κινδύνου, χωρίς γενετικές μεταλλάξεις (όπως το BRCA1/2) και χωρίς ιστορικό ακτινοθεραπείας στο στήθος κατά την παιδική ηλικία, όπως δήλωσε ο επικεφαλής της έρευνας, Αμίρ Κασίμ.

Η οδηγίες του ACP αναφορικά με τη μαστογραφία είναι:

  • Στις γυναίκες ηλικίας 40-49 ετών, ο γιατρός πρέπει να εξετάσει εξατομικευμένα αν πρέπει να γίνει μαστογραφία. Πρέπει να συζητήσει με την ασθενή τα οφέλη και τους κινδύνους της εξέτασης. Οι κίνδυνοι υπερβαίνουν τα οφέλη στις περισσότερες γυναίκες ηλικίας 40-49 ετών.
  • Στις γυναίκες ηλικίας 50-74 ετών, πρέπει να γίνεται προσυμπτωματικός έλεγχος για καρκίνο του μαστού με μαστογραφία κάθε 2 χρόνια.
  • Σε γυναίκες ηλικίας άνω των 75 ετών ή γυναίκες με προσδόκιμο ζωής κάτω από 10 χρόνια, πρέπει να σταματά η μαστογραφία.
  • Στις γυναίκες όλων των ηλικιών ΔΕΝ πρέπει να γίνεται κλινική ψηλάφιση του μαστού για τον προσυμπτωματικό έλεγχο καρκίνου του μαστού.

Σαφήνεια μέσα στο Χάος

Οι νέες οδηγίες του ACP προσφέρουν «σαφείς οδηγίες μέσα στο χάος των αντικρουόμενων οδηγιών από άλλες πηγές», είπε η Τζοάν Έλμορ από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και ο Κριστόφ Λι από το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον σε ένα σχετικό άρθρο.

Οι συγγραφείς συγχαίρουν το ACP για την προσπάθειά του να καθορίσει σαφείς οδηγίες για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνο του μαστού, τονίζουν ωστόσο ότι οι οδηγίες δεν είναι τέλειες.

Ένα πρόβλημα που δεν θίγεται έχει να κάνει με την πυκνότητα του καρκίνου του μαστού. Το ACP θεωρεί ότι οι γυναίκες που έχουν πυκνό μαστικό ιστό στη μαστογραφία (και κανένα άλλο παράγοντα κινδύνου) δεν διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο.

«Καθώς κάτω από το 50% των γυναικών έχουν πυκνό ιστό στη μαστογραφία, αυτό φαίνεται λογικό», είπαν.

Ωστόσο, «όταν το παραπάνω σύμπτωμα συνδυαστεί με άλλους παράγοντες κινδύνου οι οποίοι δεν αυξάνουν τον κίνδυνο κατά μόνας (όπως η πρώιμη εμμηναρχή, η καθυστερημένη εμμηνόπαυση, η χρήση από του στόματος αντισυλληπτικών, η χρήση θεραπείας υποκατάστασης ορμονών ή το οικογενειακό ιστορικό καρκίνο του μαστού μετά την εμμηνόπαυση), η γυναίκα μπορεί να διατρέχει αυξημένο κίνδυνο», πρόσθεσαν.

Οι δύο συγγραφείς τονίζουν επίσης ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού είναι ένα ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται τακτικά και οι οδηγίες να ενημερώνονται κατάλληλα.

«Μεγάλο Λάθος»

Σχολιάζοντας τις οδηγίες, η Λόρι Μαργκόλιες, μία ραδιολόγος από τη Νέα Υόρκη, δήλωσε ότι «οι οδηγίες δεν βασίζονται σε νέα δεδομένα και θέτουν σε κίνδυνο αρκετές γυναίκες».

«Η πλειοψηφία των γυναικών που διαγιγνώσκονται με καρκίνο του μαστού δεν ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου και η καθυστέρηση του προσυμπτωματικού ελέγχου μέχρι την ηλικία των 50 ετών μπορεί να καθυστερήσει σημαντικά τη διάγνωση», σχολίασε σε μία ανακοίνωση.

«Ελπίζω οι περισσότερες γυναίκες να συνεχίσουν να κάνουν μαστογραφία ετησίως», πρόσθεσε.

Τα ACR και SBI αντιτίθενται επίσης στο να γίνεται η μαστογραφία κάθε 2 χρόνια. Στην κοινή τους ανακοίνωση τόνισαν ότι σύμφωνα με το ACP «η μείωση της συχνότητας από 1 σε 2 χρόνια δεν επηρεάζει σημαντικά τη θνησιμότητα από τον καρκίνο του μαστού».

«Αυτό δεν είναι αληθές», σύμφωνα με τους παραπάνω δύο οργανισμούς. «Δεν έχουν γίνει τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες για να επιβεβαιωθεί το παραπάνω. Στην πραγματικότητα, τα μοντέλα του NCI/CISNET που χρησιμοποιήθηκαν από το USPSTF και το ACS δείχνουν ουσιαστικά σημαντική μείωση στους θανάτους όταν η μαστογραφία γίνεται ετησίως και όχι κάθε δύο χρόνια».

Επιδράσεις στη Θνησιμότητα

Το ACP συγκέντρωσε δεδομένα από μετα-αναλύσεις τυχαιοποιημένων ελεγχομένων μελετών που δείχνουν ότι «η μαστογραφία δεν σχετίζεται με μείωση της θνησιμότητας από όλα τα αίτια».

Στην κοινή τους ανακοίνωση, το ACR και το SBI ασχολούνται ωστόσο μόνο με τη θνησιμότητα από τον καρκίνο.

Για παράδειγμα, σημειώνουν μία πρόσφατη έρευνα που έδειξε ότι οι γυναίκες που έκαναν τακτικά εξετάσεις για καρκίνο του μαστού είχαν 47% μειωμένη πιθανότητα θανάτου σε σχέση με αυτές που δεν έκαναν εξετάσεις.

Η ανακοίνωση αναφέρεται επίσης σε δύο μεγάλες έρευνες που διαπίστωσαν ότι η τακτική μαστογραφία «μειώνει τον κίνδυνο θανάτου από καρκίνο του μαστού σχεδόν στο μισό».

Ωστόσο, άλλες έρευνες έδειξαν ότι η μείωση στα ποσοστά θνησιμότητας είναι μικρότερη. Για παράδειγμα, μία μελέτη του 2014 που εξέτασε δεδομένα από 50 χρόνια προληπτικών ελέγχων, κατέληξε ότι η μαστογραφία σχετίζεται με 19% μειωμένη θνησιμότητα από καρκίνο του μαστού.

Βιβλιογραφία: Medscape