Στις αρχές του έτους, μία βουλευτής των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει το Facebook, καθώς πιστεύει ότι το τελευταίο αποτελεί «απειλή για τη δημόσια υγεία». Η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ είχε βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στα μέσα κοινωνική δικτύωσης για την εκλογή της, ωστόσο προσφάτως δήλωσε ότι «συμβάλλουν στην κοινωνική απομόνωση, την κατάθλιψη, το άγχος και προκαλούν εθισμό».

Η βουλευτής αυτή ωστόσο φαίνεται ότι δεν είναι η μόνο που έχει αυτή την άποψη. Πέρσι, το American Academy of Pediatrics δημοσίευσε νέες οδηγίες σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να γίνεται έλεγχος για κατάθλιψη σε όλα τα παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετών. Όπως δήλωσε η Κολίν Κραφτ, η πρώην πρόεδρος του AAP, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν συμβάλλει στην αύξηση του ποσοστού αυτοκτονιών στα έφηβα κορίτσια. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, παράλληλα, η κυβέρνηση συζητά περιορισμούς για τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με σκοπό να προστατεύσει τα παιδιά και τους εφήβους.

Η Ψυχική Υγεία στους Εφήβους Επιδεινώνεται

Η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης παρουσιάζει κατακόρυφη αύξηση τις τελευταίες δεκαετίες ενώ παράλληλα παρατηρείται έκπτωση της ψυχικής υγείας παγκοσμίως. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί πλέον την κατάθλιψη ως κύρια αιτία ψυχικής νόσου και αναπηρίας. Μία πρόσφατη έρευνα παρατήρησε αντίστοιχη αύξηση στις διαταραχές της διάθεσης και τις αυτοκτονίες κατά την ίδια περίοδο στους εφήβους και τους νεαρούς ενήλικες.

Αν και η αύξηση στα ποσοστά αυτοκτονιών μπορεί να είναι ανεξάρτητη από τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αρκετοί ερευνητές έχουν αναρωτηθεί αν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στις δύο, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες σχετικά με τον τρόπο που επηρεάζονται τα άτομα νεαρής ηλικίας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μία έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ, με επικεφαλής το Μπράιαν Πρίμακ προσπάθησε να διερευνήσει ποιες είναι οι επιδράσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην υγεία ακολουθώντας απλά τα δεδομένα.

Σε μία ανάλυση που έκαναν το 2018, ο Πρίμακ και οι συνεργάτες του εξέτασαν 1730 νεαρούς ενήλικες (ηλικίας 19-32 ετών) τους οποίους χώρισαν σε 5 ομάδες ανάλογα με το βαθμό χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Στη συνέχεια εξέτασαν τους εθελοντές για συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους.

Οι ερευνητές περίμεναν να καταλήξουν σε μία καμπύλη σχήματος U, με τα υψηλότερα ποσοστά των προβλημάτων ψυχικής υγείας να παρατηρούνται σε αυτούς που απείχαν εντελώς από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (λόγω χαμένων ευκαιριών για κοινωνικοποίηση) και αυτούς που έκαναν την υψηλότερη χρήση (καθώς θα περνούσαν προφανώς μειωμένο χρόνο στον πραγματικό κόσμο), με τις ενδιάμεσες ομάδες να έχουν τα χαμηλότερα ποσοστά ψυχικών διαταραχών.

Ωστόσο, η ανάλυση κατέληξε σε μία ευθεία γραμμή. Συγκεκριμένα, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι όσο περισσότερο χρησιμοποιούσε κάποιος τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τόσο αυξημένη ήταν η πιθανότητά του να παρουσιάσει κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές.

«Σχεδόν ελπίζαμε να καταλήξουμε σε μία καμπύλη σχύματος U, καθώς τότε θα μπορούσαμε να συστήσουμε τη μέτρια διάρκεια χρήσης στους ασθενείς», είπε ο Πρίμακ. «Δυστυχώς, ο μικρότερος κίνδυνος κατάθλιψης και άγχους παρατηρήθηκε στην περιορισμένη χρήση ή αποχή από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Οι ερευνητές παρατήρησαν αντίστοιχους συσχετισμούς με την κοινωνική απομόνωση, τις διατροφικές διαταραχές και τα προβλήματα του ύπνου.

Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με αυτά μίας προηγούμενης ανάλυσης με 220.000 εφήβους από δύο χώρες. Η ανάλυση αυτή είχε εξετάσει τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε συνδυασμό με άλλα ηλεκτρονικά μέσα, όπως τα παιχνίδια και τη χρήση smartphones και είχε καταλήξει ότι όσοι έκαναν αυξημένη χρήση των παραπάνω (>5 ώρες/ημέρα) είχαν 48-171% αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης και αυτοκτονίας σε σχέση με αυτούς που έκαναν χαμηλή χρήση (<1 ώρα/ημέρα).

Τι Σημαίνουν οι Παραπάνω Παρατηρήσεις

Αν και τα παραπάνω δεδομένα προκαλούν έκπληξη εκ πρώτης όψεως, αρκετοί ερευνητές τονίζουν ότι είναι δύσκολο να αποδειχθεί σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Καθώς σχεδόν 3.5 δισεκατομμύρια άτομα χρησιμοποιούν καθημερινά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, υπάρχουν πάρα πολλές μεταβλητές που πρέπει να ληφθούν υπόψη.

«Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που δεν εξετάστηκαν στις παραπάνω έρευνες», είπε η Έλεν Σέλκι, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.

Σύμφωνα με τον Πρίμακ, πολλές θεωρίες μπορούν να εξηγήσουν τη σύνδεση ανάμεσα στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τα αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης, άγχους και κοινωνικής απομόνωσης. Η κοινωνικοποίηση στο διαδίκτυο υποκαθιστά τις διαπροσωπικές σχέσεις, οι οποίες γνωρίζουμε ότι έχουν προστατευτική δράση για την ψυχική υγεία. Η σύνδεση αυτή μπορεί επίσης να είναι αντίστροφη, δηλαδή αυτοί που έχουν προβλήματα υγείας ενδέχεται να αναζητούν ανακούφιση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μία άλλη θεωρία είναι ότι οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες δυσκολεύονται να κάνουν διαχωρισμό ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αυτοπροβολή στις πλατφόρμες αυτές.

«Ειδικά τα ψυχολογικά ευπαθή άτομα, μπαίνουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και νομίζουν ότι όλοι οι άλλοι ζουν μία ευτυχισμένη και πιο παραγωγική ζωή από αυτούς», είπε ο Πρίμακ. «Είναι πολύ εύκολο για κάποιον να νιώσει χειρότερα συγκρίνοντας τον εαυτό του με αυτό που βλέπει».

Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι είναι χρησιμότερο να εξεταστεί ο τρόπος χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης παρά η συχνότητα.

«Δύο άτομα μπορεί να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για δύο ώρες κάθε μέρα, ωστόσο το άτομο Α μπορεί να βλέπει φωτογραφία από μωρά και κουτάβια και να πατάει ‘like’, ενώ το άτομο Β μπορεί να έχει θερμές συζητήσεις σχετικά με την πολιτική, τη θρησκεία ή άλλα σοβαρά ζητήματα», είπε ο Πρίμακ. «Προφανώς οι δύο ώρες χρήσης έχουν διαφορετικές επιδράσεις στο κάθε άτομο».

Από την έρευνα του Πρίμακ και των συνεργατών του, φάνηκε επίσης ότι η παθητική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετίζεται με υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης απ’ότι η ενεργή χρήση (πχ. η δημιουργία υλικού και η σύνδεση με φίλους). Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης γραμμική συσχέτιση ανάμεσα στον αριθμό των μέσων που χρησιμοποιεί ένα άτομο και της πιθανότητας κατάθλιψης και άγχους, με την τελευταία να είναι υψηλότερη σε αυτούς που χρησιμοποιούσαν 7-11 μέσα και χαμηλότερη σε αυτούς που χρησιμοποιούσαν 0-2.

Αντιθέτως, αρκετά δεδομένα δείχνουν ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να βοηθήσουν κάποια άτομα. Ορισμένες έρευνες έχουν παρατηρήσει ότι όταν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μεγαλώνουν με αποτέλεσμα να συμμετέχουν σε αυτά άτομα με ειδικές ανάγκες ή ψυχολογικά προβλήματα, υπάρχουν σημαντικά οφέλη. Επίσης βοηθούν στη βελτίωση της υγείας και την αυτοπεποίθηση καθώς προωθούν τη διακοπή του καπνίσματος και τις υγιεινές επιλογές στη διατροφή.

Ωστόσο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αποτελούν μέρος όπου προκαλείται ψυχικό τραύμα σε άλλα άτομα. Η έρευνα της Σέλκι έχει εστιάσει σε μεγάλο βαθμό στο ‘cyberbullying’ και τις επιδράσεις του στην ψυχική υγεία τόσο των θυμάτων όσο και των θυτών. Όπως παρατήρησε, ακόμα και ανάγνωση μυνημάτων cyberbullying που απευθύνονται σε άλλους, μπορεί να έχει αρνητικές επιδράσεις στην ψυχική υγεία ενός ατόμου.

Προσπάθειες ‘Απεξάρτησης’ από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης

Για τους συμβούλους υγείας της reSTART, μίας κλινικής αποκατάστασης για εφήβους και ενήλικες των οποίων η ζωή έχει αποσταθεροποιηθεί από τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει σύνδεση.

«Αυτό παρατηρούμε τα τελευταία 10 χρόνια», είπε ο Τζον Τοκ, διευθυντής ανάπτυξης της reSTART. «Τα άτομα αυτά έχουν ταυτίσει την προσωπικότητά τους με τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ο κοινωνικός κύκλος τους, η ταυτότητά τους και το αίσθημα αυτοεκτίμησής τους, όλα συνδέονται με τα μέσα αυτά», τόνισε. Πρόσθεσε επίσης ότι τα συμπτώματα στα άτομα αυτά ομοιάζουν αυτά των καταχρήσεων αλκοόλ και ναρκωτικών και χρειάζονται μία περίοδο «αποτοξίνωσης» διάρκειας περίπου 1 ή 2 μηνών.

«Προσπαθούμε να ξανασυνδέσουμε τα άτομα αυτά με τον κοινωνικό του περίγυρο και να τονίσουμε τη σημασία των σχέσεων στην πραγματική ζωή». Αυτό περιλαμβάνει δραστηριότητες που προϋπήρχαν του διαδικτύου, όπως η φυσική άσκηση, οι δραστηριότητες στη φύση και οι ομάδες συζήτησης. Καθώς ωστόσο ζούμε στον 21ο αιώνα και η ολική αποχή από τα ηλεκτρονικά μέσα είναι αδυνατή, οι ασθενείς μαθαίνουν τελικά πως να χρησιμοποιούν τον υπολογιστή και το κινητό με ένα παραγωγικό και υγιεινό τρόπο.

Όπως δήλωσε ο Τοκ, η reSTART συνεργάζεται με εταιρίες όπως η Microsoft και η Amazon και τελευταία υπάρχει μία ευρεία αντίληψη (την οποία ασπάζονται τα περισσότερα παλαιά μέλη της κοινότητας αυτής) που υποστηρίζει ότι η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι επικίνδυνα για τα νεαρά άτομα. Η αντίληψη αυτή συμφωνεί με τελευταία δεδομένα που έχουν φτάσει στον τύπο τα τελευταία χρόνια. Τον προηγούμενο Οκτώβρη, οι New York Times είχαν δημοσιεύσει ένα άρθρο σχετικά με τις προσπάθειες της Silicon Valley να απομακρύνει τα παιδιά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το διαδίκτυο.

Πρέπει να Είμαστε σε Επαγρύπνηση

Πώς μπορεί όμως ο γιατρός να παρατηρήσει τα σημεία των κινδύνων από τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στους ασθενείς του; Σύμφωνα με τη Σέλκι, η ανησυχία των γονέων είναι η πρώτη ένδειξη. Ο γιατρός πρέπει επίσης να ρωτάει τους νεαρούς ασθενείς του ευθέως σχετικά με τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αν αντιμετωπίζουν κατάθλιψη ή άγχος, καθώς και αν έχουν νιώσει ανασφάλεια κατά τη χρήση των παραπάνω, γεγονός που θα οδηγήσει σε ερωτήσεις σχετικά με το cyberbullying. Οι περισσότεροι ασθενείς είναι δεκτικοί στις παραπάνω ερωτήσεις.

Μία συμβουλή που δίνει η Σέλκι είναι να φορτίζουμε τα κινητά μας σε άλλο δωμάτιο το βράδυ έτσι ώστε να μπορούμε να κοιμηθούμε καλύτερα και χωρίς διακοπές.

Τονίζει επίσης ότι είναι σημαντικό να αποφύγουμε τη ρητορική ότι οι έφηβοι ευθύνονται για την εξάρτησή τους από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Αν το κάνουμε αυτό, κινδυνεύουμε να κατηγορήσουμε τους εφήβους για την κατάθλιψη και το άγχος που αντιμετωπίζουν χωρίς να λάβουμε υπόψη μας άλλους παράγοντες. Η στοχοποίηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης οδηγεί στην προφανή λύση της απομάκρυνσής τους. Αυτό ωστόσο είναι αντιπαραγωγικό καθώς υπάρχουν πολλά θετικά στοιχεία από τη χρήση τους για τους εφήβους. Πρέπει να έχουμε μία πιο ισορροπημένη προσέγγιση», κατέληξε.

Βιβλιογραφία: Medscape