Τα υψηλά επίπεδα αλατιού στη διατροφή μπορεί να προκαλέσουν έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικο Nature. Η σύνδεση αυτή δεν αποδίδεται στη μειωμένη αιματική ροή στον εγκέφαλο όπως αρχικά πιστεύαμε, αλλά στις εναποθέσεις πρωτεϊνών που σχετίζονται με διάφορες μορφές άνοιας στον άνθρωπο.

«Η έρευνα προσφέρει νέα δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της διατροφής υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι στον εγκέφαλο», είπε ο Jim Koenig, διευθυντής του προγράμματος στο NINDS των ΗΠΑ. «Οι μελέτες που έγιναν σε πειραματόζωα μας προσφέρουν ένα νέο στόχο για θεραπείες που θα στοχεύει στην αγγειακή δυσλειτουργία».

Σε μία προηγούμενη έρευνά τους, ο Costantino Iadecola και η ομάδα του, έδειξαν ότι τα ποντίκια που έκαναν διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε νάτριο ξεκίνησαν να παρουσιάζουν συμπτώματα άνοιας, παρά τις αλλαγές που συνέβησαν στο έντερο. Η διατροφή αυτή περιόρισε επίσης την αιματική ροή στον εγκέφαλο, γεγονός το οποίο αρχικά θεωρήθηκε αιτία των συμπτωμάτων άνοιας. Ωστόσο, όταν οι ερευνητές εξέτασαν πιο προσεκτικά τα ποντίκια, παρατήρησαν ότι το πραγματικό αίτιο ήταν η συσσώρευση πρωτεϊνών ταυ στο εγκέφαλο.

«Το αποτέλεσμα αυτό ήταν αναπάντεχο», είπε ο Δρ Iadecola. «Γνωρίζαμε ότι η διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι προκαλεί συμπτώματα άνοιας στα ποντίκια και υποθέσαμε ότι αυτό αποδίδεται στη μειωμένη αιματική ροή στον εγκέφαλο. Όπως αποδείχθηκε, η υπόθεσή μας αυτή ήταν λανθασμένη».

Η αρχική σύνδεση ανάμεσα στις δίαιτες με υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι και την αιματική ροή στον εγκέφαλο είχε αποδοθεί σε μείωση της παραγωγής νιτρικού οξέος (ΝΟ) στα κύτταρα που συνιστούν τα αγγεία του εγκεφάλου, η οποία προκαλείται από μείωση της λειτουργικότητας του ενζύμου eNOS. Η αιματική ροή στον εγκέφαλο αυξάνεται επί παρουσίας του NO, ωστόσο το ΝΟ που παράγεται από τα κύτταρα των αγγείων έχει και άλλες λειτουργίες στον εγκέφαλο. Μία από αυτές είναι ότι το ΝΟ αποτελεί μέρος μίας μοριακής οδού που συνδέεται με την πρωτεΐνη ταυ. Όταν η ποσότητα της ΝΟ είναι ανεπαρκής, η πρωτεΐνη ταυ τροποποιείται με αποτέλεσμα να σχηματίζει συσσωματώματα.

Στις παθήσεις που σχετίζονται με εναποθέσεις της πρωτεΐνης ταυ, τα συσσωματώματα των πρωτεϊνών αυτών παρεμβαίνουν στην φυσιολογική λειτουργία των εγκεφαλικών κυττάρων, γεγονός που οδηγεί σε έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και τελικά άνοια. Όταν τα ποντίκια έκαναν διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι, οι εγκέφαλοί τους παρουσίασαν εναποθέσεις πρωτεϊνών ταυ οι οποίες σχετίζονται με έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών.

Οι ερευνητές κατάφεραν να αποδείξουν ότι η πρωτεΐνη ταυ ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που ενοχοποιείται για τις επιδράσεις αυτές μελετώντας ποντίκια στα οποία είχε αφαιρεθεί το γονίδιο για την πρωτεΐνη ταυ. Τα ποντίκια αυτά παρουσίασαν παρόμοια μείωση στην αιματική ροή, ωστόσο καθώς δεν μπορούσαν να παράξουν την πρωτεΐνη αυτή, δεν παρουσίασαν εναποθέσεις της πρωτεΐνης ούτε μείωση των γνωστικών λειτουργιών. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν όταν οι επιστήμονες εξέτασαν ένα αντίσωμα ενάντια στην πρωτεΐνη ταυ.

«Αυτό που πρέπει να μας μείνει από την έρευνα είναι ότι αν και υπάρχει μείωση της αιματικής ροής στον εγκέφαλο των ποντικών που κάνουν διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι, η πρωτεΐνη ταυ είναι αυτή που προκαλεί την έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών. Οι επιδράσεις της μειωμένης αιματικής ροής θεωρούνται αμελητέες σε αυτή τη φάση», είπε ο Δρ Iadecola.

Σημείωσε επίσης ότι το αποτέλεσμα αυτό θα μπορούσε να έχει προβλεφθεί. Μετά την κατανάλωση υψηλών ποσοτήτων νατρίου, τα ποντίκια παρουσίασαν 25% μείωση στην αιματική ροή. Η μείωση αυτή είναι αντίστοιχη με αυτή που παρατηρείται στον άνθρωπο μετά την κατανάλωση ενός καφέ. Τα δεδομένα δείχνουν ότι χρειάζεται σχεδόν 50% μείωση μέχρι να παρουσιαστεί κάποια επίδραση στις γνωστικές λειτουργίες.

Αν και ο Δρ Iadecola τόνισε ότι η ποσότητα του αλατιού που καταναλώθηκε από τα ποντίκια στην παρούσα μελέτη είναι σχεδόν 8-16 φορές υψηλότερη από αυτή που καταναλώνει ο μέσος άνθρωπος σε μία ημέρα, τα ευρήματα δείχνουν ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη διατροφή, τα αγγεία του εγκεφάλου και τις γνωστικές λειτουργίες.

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι είναι σημαντικό να σκεφτόμαστε πιο σφαιρικά όταν αντιμετωπίζουμε παθήσεις που επηρεάζουν τα αγγεία του εγκεφάλου», είπε ο Δρ Iadecola.

Βιβλιογραφία: NIH