Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του πόνου και της φλεγμονής. Είναι μία από τις πλέον διαδεδομένες κατηγορίες φαρμάκων στους ενήλικες. Κάποια είναι διαθέσιμα σε μορφή χαπιών που μπορούν να αγοραστούν χωρίς ιατρική συνταγή ενώ άλλα διατίθενται σε μορφή τοπικών κρεμών ή αλοιφών.

Λόγω της ευρείας χρήσης τους, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πώς πρέπει να λαμβάνονται, σε ποια δοσολογία και ποιες είναι οι ανεπιθύμητες ενέργειές τους.

Επιλέγοντας ένα ΜΣΑΦ

Η επιλογή του κατάλληλου ΜΣΑΦ για κάθε άτομο είναι δύσκολη. Επιπλέον, η αντίδραση του κάθε ασθενούς σε αυτά είναι σχεδόν αδύνατο να προβλεφθεί. Αν σε δύο ασθενείς χορηγηθεί η ίδια δόση ενός ΜΣΑΦ, οι αντιδράσεις στο φάρμακο ενδέχεται να είναι πολύ διαφορετικές. Κάποιες φορές είναι απαραίτητο να δοκιμαστούν διαφορετικά φάρμακα για μερικές εβδομάδες μέχρι να βρεθεί το ιδανικό φάρμακο για κάθε ασθενή.

Ο γιατρός σας είναι υπεύθυνος για την επιλογή του κατάλληλου ΜΣΑΦ, ωστόσο μπορείτε να τον βοηθήσετε να καταλήξει στο σωστό φάρμακο.

Τοπικά ΜΣΑΦ

Ορισμένα ΜΣΑΦ διατίθενται σε μορφή κρέμας ή αλοιφής για τοπική χρήση (στο δέρμα). Τα φάρμακα αυτά έχουν αντίστοιχη αποτελεσματικότητα με τα από του στόματος για την οστεοαρθρίτιδα και την οσφυλαγία. Θεωρούνται, επίσης πιο ασφαλή σε σχέση με τα χάπια.

Πώς λειτουργούν τα ΜΣΑΦ

Η αναλγητική και αντιφλεγμονώδης δράση των ΜΣΑΦ βασίζεται στην αναστολή μίας ομάδας ενζύμων που λέγονται κυκλοοξυγονάσες (COX). Η αναστολή των ορμονών αυτών βοηθά στην αντιμετώπιση και την πρόληψη του πόνου και της φλεγμονής, ωστόσο ευθύνεται επίσης για τις περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με αυτά.

Τύποι ΜΣΑΦ

Υπάρχουν δύο κατηγορίες ΜΣΑΦ, τα εκλεκτικά και τα μη εκλεκτικά. Ο διαχωρισμός βασίζεται στην ικανότητά τους να αναστέλλουν συγκεκριμένα είδη ενζύμων COX, τα COX-1 και COX-2.

  • Μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ: Τα φάρμακα αυτά αναστέλλουν τόσο τα ένζυμα COX-1 όσο και τα COX-2 σε ένα σημαντικό βαθμό.
  • Εκλεκτικά ΜΣΑΦ: Τα φάρμακα αυτά αναστέλλουν περισσότερο το COX-2 (ένα ένζυμο που βρίσκεται στα σημεία της φλεγμονής), παρά το COX-1. Το τελευταίο βρίσκεται συχνότερα στο στομάχι, τα αιμοπετάλια και τα αγγεία.
Μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ

Τα μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ περιλαμβάνουν αρκετά φάρμακα που χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή, όπως η ασπιρίνη, η ιβουπροφαίνη και η ναπροξένη καθώς και άλλα, ισχυρότερα, που χορηγούνται μόνο μετά από συνταγογράφηση.

Ασθενείς με στεφανιαία νόσο (πχ. ιστορικό ανακοπής, στηθάγχης, εγκεφαλικού επεισοδίου ή στένωσης των εγκεφαλικών αρτηριών) ή με παράγοντες κινδύνου για τα παραπάνω, πρέπει να αποφεύγουν τη χρήση τους.

Εκλεκτικά ΜΣΑΦ

Τα εκλεκτικά ΜΣΑΦ (λέγονται επίσης αναστολείς του COX-2) είναι εξίσου αποτελεσματικά με τα μη εκλεκτικά στην αντιμετώπιση του πόνου και της φλεγμονής. Έχουν, επίσης, μικρότερη πιθανότητα να προκαλέσουν διαταραχές στο γαστρεντερικό σύστημα. Παραδείγματα αυτής της κατηγορίας φαρμάκων είναι η σελεκοξίμπη, η ετορικοξίμπη και η λουμιρακοξίμπη.

Τα φάρμακα αυτά προτιμώνται σε ασθενείς με πεπτικό έλκος ή αιμορραγία του γαστρεντερικού καθώς έχουν μικρότερη πιθανότητα να προκαλέσουν τα παραπάνω συμπτώματα.

Προφυλάξεις για τη χρήση εκλεκτικών ΜΣΑΦ: Δύο εκλεκτικά ΜΣΑΦ, η ροφεκοξίμπη και η βαλδεκοξίμπη αποσύρθηκαν από την αγορά το 2004 όταν διαπιστώθηκε ότι η χορήγησή τους αύξανε τον κίνδυνο καρδιακής ανακοπής και εγκεφαλικών επεισοδίων.

Ασθενείς με στεφανιαία νόσο (πχ. ιστορικό ανακοπής, στηθάγχης, εγκεφαλικού επεισοδίου ή στένωσης των εγκεφαλικών αρτηριών) ή με παράγοντες κινδύνου για τα παραπάνω, πρέπει να αποφεύγουν τη χρήση αναστολέων του COX-2.

Τα ΜΣΑΦ πρέπει να αποφεύγονται επίσης από ασθενείς με νεφρική νόσο, καρδιακή ανακοπή ή κίρρωση και να μην λαμβάνονται σε συνδυασμό με διουρητικά. Οι ασθενείς που είναι αλλεργικοί στην ασπιρίνη μπορεί να λάβουν εκλεκτικά ΜΣΑΦ μόνο μετά από συνεννόηση με τον γιατρό τους.

Δοσολογία των ΜΣΑΦ

Χαμηλές δόσεις ΜΣΑΦ είναι αρκετές να προσφέρουν αναλγησία στους περισσότερους ασθενείς. Αν η αρχική δόση δεν είναι αποτελεσματική, ο γιατρός μπορεί να αυξήσει τη δόση ή να συστήσει κάποιο άλλο φάρμακο. Ποτέ δεν πρέπει να χορηγούνται ταυτόχρονα δύο διαφορετικά ΜΣΑΦ. Αν οι χαμηλές δόσεις δεν είναι αποτελεσματικές, ο γιατρός μπορεί να προτείνει μεγαλύτερες δόσεις για αρκετές εβδομάδες προκειμένου να βελτιωθεί η αντιφλεγμονώδης δράση των φαρμάκων.

Ανεπιθύμητες ενέργειες των ΜΣΑΦ

Στους περισσότερους ασθενείς τα ΜΣΑΦ δεν προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες. Ωστόσο, όταν αυτές εμφανίζονται μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Καρδιαγγειακό σύστημα: Τα ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης καθώς και διαταραχή στη ρυθμισμένη υπέρταση.
  • Γαστρεντερικό σύστημα: Η βραχυπρόθεσμη χρήση ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει δυσπεψία, ενώ η μακροχρόνια, ιδιαίτερα σε μεγάλες δόσεις, ευθύνεται για το σχηματισμό πεπτικών ελκών και αιμορραγίας του στομάχου.
  • Ηπατοτοξικότητα: Η μακροχρόνια χρήση ΜΣΑΦ σε μεγάλες δόσεις ενδέχεται να προκαλέσει βλάβες στο ήπαρ, επομένως σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία.
  • Νεφροτοξικότητα: Η χρήση των ΜΣΑΦ, ακόμα και για μικρή διάρκεια, μπορεί να προκαλέσει νεφρικές βλάβες.Ειδικά σε ασθενείς με νεφρικές παθήσεις, η αρτηριακή πίεση και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται τουλάχιστον μία φορά ετησίως ή και συχνότερα ανάλογα με την κατάσταση της υγείας του ασθενούς.
  • Εμβοές στα ώτα: Αυτές εμφανίζονται στους ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις ασπιρίνης, ωστόσο είναι εξαιρετικά σπάνιες στα υπόλοιπα φάρμακα αυτής της κατηγορίας. Οι εμβοές υποχωρούν με τη μείωση της δόσης.

Παθήσεις που σχετίζονται με τα ΜΣΑΦ

Ορισμένες παθήσεις καθώς και συγκεκριμένα φάρμακα μπορεί να αυξήσουν την πιθανότητα επιπλοκών από τα ΜΣΑΦ. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές περιλαμβάνουν:

Υπέρταση

Όπως προαναφέρθηκε, τα ΜΣΑΦ επηρεάζουν τη δράση των αντιϋπερτασικών φαρμάκων. Αν η χορήγησή τους είναι απαραίτητη, πρέπει να χορηγηθούν στη μικρότερη δυνατή δόση και για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια. Αν πρέπει να γίνει χρόνια χορήγηση, πρέπει να προσαρμοστεί κατάλληλα και η αντιϋπερτασική αγωγή.

Καρδιαγγειακή νόσος

Οποιοσδήποτε έχει παράγοντες κινδύνου ή πάσχει από καρδιαγγειακή νόσο (στεφανιαία νόσο) διατρέχει αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος κατά τη διάρκεια λήψης των ΜΣΑΦ. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος, στηθάγχης, επεμβάσεων διάνοιξης των φραγμένων αρτηριών, εγκεφαλικού επεισοδίου ή στενώσεων των αρτηριών του εγκεφάλου. Συμπερασματικά, οι ασθενείς που πάσχουν από στεφανιαία νόσο πρέπει να αποφεύγουν τα φάρμακα αυτά ή αν αυτό είναι αδύνατο, να λαμβάνουν την ελάχιστη δυνατή δόση.

Η σύσταση αυτή ΔΕΝ ισχύει για αυτούς που λαμβάνουν χαμηλές δόσεις ασπιρίνης για την πρόληψη της καρδιακής ανακοπής και των εγκεφαλικών επεισοδίων, παρά το γεγονός ότι η ασπιρίνη θεωρείται ΜΣΑΦ. Ωστόσο, ο συνδυασμός απιρίνης σε οποιαδήποτε δόση με άλλο ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας υπάρχει επίσης όταν τα ΜΣΑΦ χορηγούνται σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που μειώνουν την πηκτικότητα, όπως αντιπηκτικά (πχ. βαρφαρίνη) ή αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες (πχ. κλοπιδογρέλη). Πιστεύεται, επίσης ότι τα μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν τα οφέλη για το καρδιαγγειακό από τη χορήγηση μικρών δόσεων ασπιρίνης.

Έλκος

Οι ασθενείς με ιστορικό έλκους στο στόμαχο ή στο έντερο διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν νέα έλκη κατά την λήψη ΜΣΑΦ. Αυτοί που λαμβάνουν θεραπεία για έλκος πρέπει να συμβουλευτούν τον γιατρό τους πριν λάβουν ΜΣΑΦ ή φάρμακα που περιέχουν ασπιρίνη. Οι ηλικιωμένοι κινδυνεύουν περισσότερο να εμφανίσουν έλκη κατά την λήψη των φαρμάκων αυτών.

Ο κίνδυνος έλκους μπορεί να μειωθεί με τη λήψη της κατάλληλης αγωγής σε συνδυασμό με τα ΜΣΑΦ. Τα φάρμακα αυτά περιλαμβάνουν συνήθως υψηλές δόσεις φαμοτιδίνης ή κανονικές δόσεις ομεπραζόλης ή λανσοπραζόλης.

Αιμορραγία

Οι ασθενείς με ιστορικό αιμορραγίας του στομάχου, του λεπτού εντέρου ή του οισοφάγου έχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας από τη χρήση ΜΣΑΦ. Τα φάρμακα αυτά πρέπει να αποφεύγονται εντελώς από ασθενείς με διαταραχές των αιμοπεταλίων, όπως η νόσος von Willebrand, η θρομβοκυτταροπενία και η ουραιμία.

Οι περισσότεροι γιατροί συνιστούν τη διακοπή των ΜΣΑΦ τουλάχιστον μία βδομάδα πριν από μία χειρουργική επέμβαση για να προληφθεί ο κίνδυνος αιμορραγίας. Απαγορεύεται η χρήση ασπιρίνης, ιβουπροφαίνης, ναπροξένης καθώς και όλων των ΜΣΑΦ που χρειάζονται ιατρική συνταγή. Συμβουλευτείτε τον χειρουργό και τον γιατρό που σας χορήγησε αρχικά τα φάρμακα.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
  • Βαρφαρίνη και Ηπαρίνη: Άτομα που παίρνουν αντιπηκτικά φάρμακα όπως η βαρφαρίνη, η ηπαρίνη, η δαβιγατράνη, η ριβαροξαμπάνη, η απιξαμπάνη, η εδοξαμπάνη ή οποιοδήποτε αντιαιμοπεταλιακό φάρμακο όπως η κλοπιδογρέλη δεν πρέπει να παίρνουν ΜΣΑΦ ή ασπιρίνη λόγω του αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας από το συνδυασμό των φαρμάκων αυτών. Η κελεκοξίμπη μπορεί να είναι ασφαλής σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο πρέπει να χορηγείται με προσοχή και πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.
  • Ασπιρίνη: Όπως προαναφέρθηκε, ο συνδυασμός χαμηλής δόσης ασπιρίνης με ένα άλλο ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Για την διατήρηση των οφελών από τις χαμηλές δόσεις ασπιρίνης για την καρδία, προτείνεται η λήψη της τουλάχιστον 2 ώρες πριν τη λήψη ενός άλλου ΜΣΑΦ.
  • Φαινυτοΐνη: Τα ΜΣΑΦ, όταν χορηγούνται σε συνδυασμό με φαινυτοΐνη, αυξάνουν τα επίπεδα της τελευταίας στο αίμα. Επομένως, οι ασθενείς που λαμβάνουν φαινυτοΐνη πρέπει να κάνουν εξετάσεις αίματος όταν ξεκινούν ή αυξάνουν τη δόση ενός ΜΣΑΦ.
  • Κυκλοσπορίνη: Οι ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη (πχ. μετά από μία μεταμόσχευση ή για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα) πρέπει να λαμβάνουν ΜΣΑΦ με προσοχή. Μερικές έρευνες έχουν δείξει ότι από τον συνδυασμό των φαρμάκων αυτών υπάρχει κίνδυνος νεφρικής βλάβης, επομένως κατά τη διάρκεια χορήγησης πρέπει να γίνονται συχνά εξετάσεις αίματος.
  • Δύο διαφορετικά ΜΣΑΦ δεν πρέπει να χορηγούνται ταυτόχρονα καθώς αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος για ανεπιθύμητες ενέργειες.
Κατακράτηση υγρών

Άτομα με παθήσεις που απαιτούν τη χορήγηση διουρητικών, όπως η καρδιακή ανακοπή, η ηπατική νόσος και η νεφρική νόσος, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο νεφρικής βλάβης όταν λαμβάνουν τόσο μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ (πχ. ιβουπροφαίνη) όσο και εκλεκτικά ΜΣΑΦ (πχ. σελεκοξίμπη).

Νεφρική νόσος

Τα ΜΣΑΦ επιδεινώνουν τη νεφρική λειτουργία στους ασθενείς με νεφρική νόσο, επομένως πρέπει να αποφεύγονται από αυτούς.

Αλλεργία στην ασπιρίνη

Ασθενείς που στο παρελθόν έχουν παρουσιάσει κνίδωση ή άλλα συμπτώματα αλλεργίας στην ασπιρίνη, πρέπει να αποφεύγουν τα ΜΣΑΦ, εκτός αν έχουν συζητήσει τις πιθανές αντιδράσεις από τη χρήση τους με έναν γιατρό. Η αλλεργία σε ένα ΜΣΑΦ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα παρουσιαστεί αλλεργία και στα υπόλοιπα, επομένως συζητήστε με έναν αλλεργιολόγο ποιο είναι το κατάλληλο για εσάς.

Η ασπιρίνη, καθώς και τα υπόλοιπα ΜΣΑΦ, μπορεί να επιδεινώσουν επίσης τα συμπτώματα του άσθματος. Το γεγονός αυτό δεν θεωρείται αλλεργική αντίδραση, ωστόσο μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε αυτούς τους ασθενείς κατά τη λήψη των φαρμάκων αυτών.

Η σελεκοξίμπη αποτελεί μία ασφαλή εναλλακτική στην ασπιρίνη, ωστόσο πρέπει να χορηγείται με προσοχή υπό την επίβλεψη ενός γιατρού.

Κύηση και θηλασμός

Τα ΜΣΑΦ δεν πρέπει να λαμβάνονται κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης καθώς υπάρχει πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών στο έμβρυο. Μπορούν να χορηγούνται με ασφάλεια κατά το θηλασμό.

Υπερβολική δόση των ΜΣΑΦ

Η κατανάλωση ΜΣΑΦ σε μεγαλύτερη δόση από την προτεινόμενη συνήθως δεν προκαλεί σοβαρές επιπλοκές. Ωστόσο, η υπερβολική δόση άλλων αναλγητικών φαρμάκων, όπως τα σαλικυλικά (πχ. ασπιρίνη) ή η ακεταμινοφαίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες, ακόμη και θάνατο. Σε περίπτωση υπερβολικής δόσης καλέστε άμεσα το 166.

Πηγή: UpToDate