Σύμφωνα με το Χρήστο Μαντζώρο, MD, DSc, PhD, η μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα είναι μία επιδημία του 21ου αιώνα που μπορεί να προκαλέσει μία σειρά αντιδράσεων.

«Η συσσώρευση περισσοτέρου από το 5.8% του συνολικού λίπους στο ήπαρ καλείται μη αλκοολική λιπώδης διήθηση του ήπατος», εξήγησε ο Δρ Μαντζώρος, καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ στη Βοστόνη. «Αν παρουσιαστεί φλεγμονή για την απομάκρυνση του λίπους, τότε έχουμε μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα. Αν η κατάσταση αυτή επιδεινωθεί και παρουσιαστεί ίνωση και κίρρωση, τότε έχουμε μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα με ίνωση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ηπατική κίρρωση, ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα και ηπατική ανεπάρκεια».

Σύμφωνα με τον ίδιο, το παραπάνω πρόβλημα είναι απόρροια της συνεχούς αύξησης των ποσοστών παχυσαρκίας. Στο 75-80% των ατόμων με μεταβολικά ανθυγιεινή παχυσαρκία, ο αποθηκευτικός χώρος του λιπώδους ιστού έχει εξαντληθεί. «Ως αποτέλεσμα, το λίπος εναποτίθεται στους μύες, προκαλώντας αντίσταση στην ινσουλίνη, αλλά και στο ήπαρ», εξήγησε. «Αν το ποσοστό του λίπους στο ήπαρ υπερβαίνει το 5.8%, παρουσιάζεται μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα. Αρκετοί γιατροί δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι διαβητικοί ασθενείς έχουν επίσης λιπώδη διήθηση του ήπατος. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει κάποια απλή διαγνωστική εξέταση που μπορεί να επιβεβαιώσει την παρουσία της νόσου». Σήμερα δεν υπάρχουν φάρμακα για τη θεραπεία της λιπώδους διήθησης του ήπατος και η μοναδική θεραπεία περιλαμβάνει απώλεια βάρους, φυσική άσκηση και ρύθμιση του διαβήτη.

«Η παχυσαρκία, η λιπώδης διήθηση του ήπατος και η αντίσταση στην ινσουλίνη σχετίζονται ανεξάρτητα το καθένα με διπλάσιο κίνδυνο διαβήτη. Η παρουσία και των τριών ταυτόχρονα σε έναν ασθενή αυξάνει τον κίνδυνο 14 φορές. Η αντίσταση στην ινσουλίνη προκαλεί αύξηση στα ελεύθερα λιπαρά οξέα στο ήπαρ, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ηπατική λιποτοξικότητα. Η υπερινσουλιναιμία ενισχύει τη χρησιμοποίηση ελεύθερων λιπαρών οξέων και ενεργοποιεί την de novo λιπογένεση. Η υπεργλυκαιμία μπορεί επίσης να ενεργοποιήσει την παραπάνω διαδικασία».

Το 80% των περιστατικών λιπώδους διήθησης του ήπατος σήμερα έχουν στεάτωση, ωστόσο το υπόλοιπο 20% έχει μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα. Από αυτούς, το 20% παρουσιάζουν προχωρημένη ίνωση, η οποία οδηγεί σε ηπατική ανεπάρκεια που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο. Μία πρόσφατη μελέτη από το NHANES των ΗΠΑ διαπίστωσε ότι ο διαβήτης αποτελεί τον ισχυρότερο προγνωστικό παράγοντα για την προχωρημένη ίνωση στους ασθενείς με λιπώδη διήθηση (18.2 φορές αυξημένος κίνδυνος). Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι ο δείκτης μάζας σώματος πάνω από 30 (9.1 φορές αυξημένος κίνδυνος), η υπέρταση (1.2 φορές αυξημένος κίνδυνος) και η ηλικία (1.08 φορές αυξημένος κίνδυνος). «Οι περισσότεροι διαβητικοί ασθενείς που προσέρχονται στις κλινικές μας έχουν μη αλκοολική λιπώδη διήθηση του ήπατος (75-80%) και σχεδόν το 10% έχουν προχωρημένη ίνωση, ωστόσο οι περισσότεροι από αυτούς παραμένουν αδιάγνωστοι».

Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και λιπώδη διήθηση του ήπατος παρουσιάζουν ταχύτερη μετάβαση σε ίνωση και ηπατική νόσο τελικού σταδίου σε σχέση με αυτούς που δεν έχουν διαβήτη. Μία έρευνα με 108 ασθενείς με λιπώδη διήθηση που είχε επιβεβαιωθεί με βιοψία έδειξε ότι το 84% από αυτούς που παρουσίασαν ίνωση, είχαν επίσης διαβήτη τύπου 2. Άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο χρόνιας λιπώδους διήθησης του ήπατος και ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. «Σήμερα γίνονται περισσότερες μεταμοσχεύσεις ήπατος εξ’αιτίας της λιπώδους διήθησης και της στεατοηπατίτιδας παρά ως αποτέλεσμα της ηπατίτιδας C», είπε  ο Δρ Μαντζώρος. «Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, αν και η νοσηρότητα και θνησιμότητα από το ήπαρ είναι σημαντική, αποτελεί κομμάτι του καρδιομεταβολικού συνδρόμου. Επομένως, οι ασθενείς έχουν όλους τους παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου. Καθώς η τελευταία είναι πιο κοινή, οι ασθενείς με λιπώδη διήθηση του ήπατος καταλήγουν συχνά από καρδιαγγειακά αίτια. Όσο πιο προχωρημένη είναι η λιπώδης διήθηση του ήπατος, τόσο υψηλότερος είναι ο κίνδυνος θανάτου από καρδιαγγειακή νόσο».

Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες κινδύνου που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ταυτοποίηση των ασθενών με προχωρημένη ίνωση, όπως τα χαρακτηριστικά του μεταβολικού συνδρόμου, η ηλικία άνω των 50, τα υψηλά επίπεδα των ALT/AST, τα χαμηλά αιμοπετάλια και τα χαμηλά επίπεδα λευκωματίνης. «Τα παραπάνω μπορούν να εξεταστούν εύκολα στα επείγοντα», είπε ο Δρ Μαντζώρος. «Το πρόβλημα με την ALT είναι ότι, σε αρκετά στάδια της νόσου, η ALT μπορεί να είναι αυξημένη. Ωστόσο, μετά από ένα συγκεκριμένο στάδιο, όταν το μεγαλύτερο κομμάτι του ήπατος επηρεάζεται από ίνωση και κίρρωση, τα περισσότερα ηπατοκύτταρα έχουν καταστραφεί και δεν εκκρίνουν ALT, επομένως τα επίπεδα της είναι αυξημένα στη νεφρική νόσο τελικού σταδίου».

Οι πιο πρόσφατες οδηγίες αναγνωρίζουν τη σύνδεση ανάμεσα στο διαβήτη, τη λιπώδη διήθηση του ήπατος και τη μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα και τονίζουν ότι πρέπει να γίνονται διαγνωστικές εξετάσεις άμεσα. Σύμφωνα με τις οδηγίες από το American Association for the Study of Liver Diseases, τόσο το Fibrosis-4 index, όσο και το NAFLD Fibrosis Score είναι χρήσιμα εργαλεία για τη διάγνωση της λιπώδους διήθησης του ήπατος σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο κίρρωσης ή ίνωσης. Η MRI και η ελαστογραφία ήπατος μπορούν επίσης να βοηθήσουν στη διάγνωση.

«Σε έναν ασθενή μη πιθανή μη αλκοολική λιπώδη διήθηση του ήπατος πρέπει αρχικά να αποκλείσουμε την αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ. Ακολούθως πρέπει να προσδιορίσουμε αν ο ασθενής διατρέχει χαμηλό, μέτριο ή υψηλό κίνδυνο», είπε ο Δρ Μαντζώρος. Τόνισε, ωστόσο, ότι οι περισσότεροι ασθενείς με υψηλό κίνδυνο για στεατοηπατίτιδα δεν κάνουν βιοψία ήπατος. «Η συγκεκριμένη εξέταση έχει κίνδυνο θνησιμότητας 0.1 ανά 1000, ακόμα και όταν γίνεται από τον καλύτερο γιατρό. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 80 εκατομμύρια άτομα που κάνουν βιοψία ήπατος, οι 16.000 θα καταλήξουν εξ’αιτίας της εξέτασης. Αυτό δεν είναι αποδεκτό».

Ο Δρ Μαντζώρος και οι συνεργάτες του δημοσίευσαν προσφάτως μία νέα έρευνα που προτείνει νέα μοντέλα για τη διάγνωση της λιπώδους διήθησης και της στεατοηπατίτιδας. Τα μοντέλα αυτά χρησιμοποιούν γλυκάνες, λιπίδια και ορμόνες. «Αυτή τη στιγμή συνεργαζόμαστε με εταιρίες για να επικυρώσουμε και να ενισχύσουμε τα μοντέλα αυτά, όχι μόνο ως διαγνωστικό δείκτη, αλλά και ως προγνωστικό, με σκοπό να αρχίσουν να χρησιμοποιούνται ευρέως στο μέλλον», δήλωσε.

Οι φαρμακευτικές θεραπείες που χρησιμοποιούνται σήμερα αφορούν μόνο ασθενείς με ίνωση και στεατοηπατίτιδα που έχει επιβεβαιωθεί με βιοψία. Η θεραπεία πρώτης γραμμής είναι η πιογλιταζόνη, ενώ στους ασθενείς που δεν έχουν διαβήτη χορηγείται βιταμίνη Ε. Για τα υπόλοιπα φάρμακα του διαβήτη, όπως η μετφορμίνη, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να συνιστούν ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται στη συγκεκριμένη νόσο. Αυτή τη στιγμή εξετάζονται περισσότερα από 60 φάρμακα τα οποία βρίσκονται στις κλινικές δοκιμές φάσης 2, επομένως σύντομα θα γνωρίζουμε περισσότερα σχετικά με τη φαρμακευτική θεραπεία της νόσου, είπε ο Δρ Μαντζώρος.

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής είναι επίσης σημαντικές. «Η Μεσογειακή δίαιτα και η άσκηση αποτελούν την καλύτερη προσέγγιση για τα πρώιμα στάδια της λιπώδους διήθησης», είπε ο ίδιος. «Η απώλεια βάρος έχει μεγάλη σημασία. Αν ο ασθενής καταφέρει να χάσει το 10% του σωματικού του βάρους, η στεατοηπατίτιδα υποχωρεί στο 90% των περιπτώσεων. Το πρόβλημα είναι ότι μόλις το 10% των ασθενών μπορεί να διατηρήσει την παραπάνω απώλεια βάρους για περισσότερο από 1 χρόνο», κατέληξε.

Βιβλιογραφία: Medscape