Ανεξάρτητα του πόσο συχνά πλένουμε τα χέρια μας, καθαρίζουμε το σπίτι ή πλένουμε τα πιάτα, είναι αδύνατο να αποφύγουμε εντελώς τα βακτήρια και τους ιούς που προκαλούν μία σειρά νοσήματα. Κατά συνέπεια, εξαρτόμαστε τελικά από το ανοσοποιητικό μας σύστημα για την προστασία από τα παραπάνω παθογόνα. Στους περισσότερους ανθρώπους, το ανοσοποιητικό σύστημα δρα ως ένας αποτελεσματικός, αν όχι τέλειος, μηχανισμός άμυνας.

Σε ορισμένους ασθενείς, ωστόσο, το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να παρεκκλίνει της φυσιολογικής λειτουργίας του με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνεται ορισμένα όργανα ή μέρη του σώματος ως απειλές. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε στόχευση των παραπάνω ιστών και κυττάρων από το ανοσοποιητικό σύστημα. Στο διαβήτη τύπου 1, το ανοσοποιητικό σύστημα στοχεύει τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα προκαλεί βλάβες στις αρθρώσεις. Οι δύο παραπάνω παθήσεις αποτελούν παραδείγματα αυτοανόσων νοσημάτων.

Σήμερα υπάρχουν περισσότερα από 80 αυτοάνοσα νοσήματα, τα οποία επηρεάζουν αρκετά εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως. Αν και υπάρχουν διαθέσιμες θεραπείες για τα συμπτώματα των παθήσεων αυτών και περιορίζουν τη συχνότητα των εξάρσεών τους, δεν υπάρχει οριστική θεραπεία γι’αυτά. Αρκετά από τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα δεν είναι επίσης αποτελεσματικά σε όλους τους ασθενείς, ενώ σε άλλους προκαλούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Είναι προφανές, επομένως, ότι προκειμένου να αναπτύξουμε νέες θεραπείες για τα αυτοάνοσα νοσήματα πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς αλλά και τα αίτιά τους.

Την τελευταία δεκαετία, αρκετές έρευνες που ασχολήθηκαν με τη γενετική της αυτοανοσίας ανακάλυψαν ένα κοινό χαρακτηριστικό ανάμεσα στα περισσότερα αυτοάνοσα νοσήματα. Ο λόγος για ένα γονίδιο και συγκεκριμένα το TYK2. Το γονίδιο αυτό έχει συνδεθεί με περισσότερα από 20 αυτοάνοσα νοσήματα μεταξύ των οποίων η πολλαπλή σκλήρυνση, ο διαβήτης τύπου 1, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η ψωρίαση.

Μετά την ανακάλυψη του παραπάνω γονιδίου, αναπτύχθηκε ένα φάρμακο που, προς το παρόν, φαίνεται πολλά υποσχόμενο για τη θεραπεία της ψωρίασης, μίας νόσου που προκαλεί επηρμένες, ερυθρές και φολιδώδεις πλάκες στο δέρμα. Η κλινική δοκιμή που εξέτασε το φάρμακο αυτό δείχνει ότι μπορεί να έχει χρησιμότητα όχι μόνο στην αντιμετώπιση της ψωρίασης, αλλά και αρκετών άλλων αυτοανόσων νοσημάτων.

Από το Γονίδιο στο Φάρμακο

Το γονίδιο TYK2 παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της δραστηριότητας του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, τα αλληλόμορφα του γονιδίου επηρεάζουν σε διαφορετικό βαθμό αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν «αυτοανοσία». Τα αλληλόμορφα του γονιδίου TYK2, δηλαδή οι διαφορετικές μορφές του, καθιστούν το ανοσοποιητικό σύστημα περισσότερο ή λιγότερο ενεργό.

Ορισμένα αλληλόμορφα που αυξάνουν τη δραστηριότητα του ανοσοποιητικού συστήματος, αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο εμφάνισης συγκεκριμένων αυτοανόσων νοσημάτων, ενώ άλλα αλληλόμορφα έχουν προστατευτική δράση ενάντια σε αυτές τις νόσους. Αν και η γενετική είναι ένας μόνο από τους αρκετούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο εμφάνισης αυτοανοσίας, η ανακάλυψη του παραπάνω γονιδίου αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα στις προσπάθειες για την αντιμετώπιση αρκετών αυτοάνοσων νοσημάτων.

Καθώς τα υψηλότερα επίπεδα δραστηριότητας του TYK2 οδηγούν συνήθως σε εμφάνιση αυτοανοσίας, μία ομάδα ερευνητών ανέπτυξε ένα νέο φάρμακο, το BMS-986165, το οποίο αναστέλλει τη δράση του παραπάνω γονιδίου. Το φάρμακο αυτό περιορίζει τη δραστηριότητα του TYK2 στο ανοσοποιητικό σύστημα. Οι πρώτες δοκιμές του φαρμάκου σε προκλινικό, αλλά και κλινικό, περιβάλλον έχουν καταλήξει σε πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα.

Αρχικά, οι επιστήμονες εξέτασαν την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου σε αιματικά κύτταρα. Αφού επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου σε καλλιέργειες κυττάρων, οι επιστήμονες προχώρησαν σε μοντέλα πειραματοζώων για να εξετάσουν τη δράση του σε ζωντανούς οργανισμούς.  Όπως διαπιστώθηκε, το φάρμακο μπορεί να προστατεύσει τα ποντίκια από αρκετά διαφορετικά αυτοάνοσα νοσήματα, μεταξύ των οποίων και ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, μία νόσος που προκαλεί χρόνια φλεγμονή στο δέρμα, τις αρθρώσεις και διάφορα όργανα. Η χορήγηση του φαρμάκου περιόρισε τον αριθμό των παθολογικών ανοσιακών κυττάρων κατά περισσότερο από 50%.

Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με τα αποτελέσματα μίας έρευνας του 2018, η οποία είχε εξετάσει το φάρμακο για τη θεραπεία της ψωρίασης. Όπως είχε διαπιστώσει εκείνη η έρευνα, το 75% των ασθενών παρουσίασε μείωση στην έκταση και τη σοβαρότητα των δερματικών βλαβών κατά 75%. Από τους ασθενείς αυτούς μάλιστα, το 25% παρουσίασε συνολικό περιορισμό των βλαβών.

Οι παραπάνω έρευνες, σε συνδυασμό με τα ήδη υπάρχοντα δεδομένα για το ρόλο του TYK2 σε άλλα 20 αυτοάνοσα νοσήματα, δείχνουν ότι το φάρμακο αυτό έχει πιθανώς χρησιμότητα στη θεραπεία και άλλων παθήσεων. Αυτή τη στιγμή, το BMS-986165 εξετάζεται σε κλινικές δοκιμές ως προς την αποτελεσματικότητά του για τη νόσο του Crohn, το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και την ψωρίαση.

Βιβλιογραφία: The Conversation