Πάνω από το 50% των περίπου 240 εκατομμύρια ασθενών παγκοσμίως που διαγνώστηκαν με COVID-19 από το Δεκέμβριο του 2019 θα παρουσιάσουν ή υποφέρουν ήδη από συμπτώματα long COVID, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης. Όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς, το σύστημα υγείας θα πρέπει να αρχίσει ήδη να προετοιμάζεται για τον τεράστιο όγκο ασθενών που θα προσέλθουν στα νοσοκομεία με διάφορα σωματικά και ψυχικά συμπτώματα, μετά την ανάρρωσή τους από την COVID-19.

Κατά τη διάρκεια της οξείας λοίμωξης, αρκετοί ασθενείς με COVID-19 παρουσιάζουν συμπτώματα όπως αίσθημα κόπωσης, δύσπνοια, θωρακικό άλγος, αρθραλγίες, ανοσμία ή αγευσία.

Σήμερα, ελάχιστες έρευνες έχουν εξετάσει τα συμπτώματα των ασθενών μετά την ανάρρωσή τους από την οξεία φάση της λοίμωξης. Θέλοντας να διευρύνουν τις γνώσεις μας στο παραπάνω πεδίο, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης εξέτασαν όλες τις έρευνες που είχαν δεδομένα για ανεμβολίαστους ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID-19. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις τους, τόσο οι ενήλικες όσο και τα παιδιά, μπορεί να παρουσιάσουν σοβαρές επιπλοκές που παραμένουν για 6 μήνες ή περισσότερο μετά την ανάρρωσή τους από την COVID-19.

Οι επιστήμονες έκαναν μία συστηματική ανάλυση στην οποία εξέτασαν 57 μελέτες με δεδομένα για 250.352 ανεμβολίαστους ενήλικες και παιδιά που διαγνώστηκαν με COVID-19 από το Δεκέμβριο του 2019 μέχρι το Μάρτιο του 2021. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 54, το 56% ήταν άνδρες, ενώ το 79% είχε νοσηλευτεί για COVID-19.

Οι επιστήμονες εξέτασαν τους εθελοντές σε 3 διαστήματα και συγκεκριμένα στον 1 μήνα, στους 2-5 μήνες και στους 6 μήνες ή περισσότερο.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της ανάλυσης, οι ασθενείς είχαν διάφορα προβλήματα υγείας που συνδέθηκαν με την COVID-19. Γενικά, οι επιπλοκές αυτές επηρέαζαν την καθημερινότητα των ασθενών, την κινητικότητά τους ή διάφορα οργανικά συστήματα. Συνολικά, 1 στους 2 ασθενείς είχε ακόμα κάποια συμπτώματα στους 6 μήνες μετά την ανάρρωση από την COVID-19. Το ποσοστό αυτό ήταν μάλιστα σταθερό στο διάστημα από τον 1ο μέχρι τον 6ο μήνα

Τα συμπτώματα που παρουσίασαν οι ασθενείς ήταν:

  • Γενικά προβλήματα υγείας. Πάνω από το 50% των ασθενών ανέφεραν απώλεια βάρους, αίσθημα κόπωσης, πυρετό ή άλγος.
  • Κινητικότητα. Σχεδόν 1 στους 5 ασθενείς είχε μείωση στην κινητικότητα.
  • Νευρολογικά προβλήματα. 1 στους 4 ασθενείς είχε δυσκολία στη συγκέντρωση.
  • Ψυχικές νόσοι. 1 στους 3 ασθενείς διαγνώστηκε με διαταραχή γενικευμένου άγχους.
  • Διαταραχές των πνευμόνων. 6 στους 10 ασθενείς είχαν παθολογικά ευρήματα στις ακτινογραφίες, ενώ πάνω από το 25% είχε ακόμα δύσπνοια.
  • Καρδιαγγειακά προβλήματα. Τα συχνότερα συμπτώματα ήταν η στηθάγχη και το αίσθημα παλμών.
  • Δερματικές διαταραχές. 1 στους 5 ασθενείς είχε τριχόπτωση ή εξανθήματα.
  • Διαταραχές του γαστρεντερικού. Τα συμπτώματα που παρουσίασαν οι ασθενείς ήταν το κοιλιακό άλγος, η μείωση της όρεξης, η διάρροια και ο έμετος.

Τα αποτελέσματα της ανάλυσης ουσιαστικά επιβεβαιώνουν αυτό που είχαν δείξει οι προηγούμενες μελέτες, δηλαδή ότι ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών που αναρρώνουν από COVID-19 θα παρουσιάσουν τελικά χρόνια συμπτώματα. Η συγκεκριμένη ανάλυση εξέτασε ένα μεγάλο δείγμα ασθενών, επομένως τα αποτελέσματά της είναι αρκετά ισχυρά, υποστήριξαν οι συγγραφείς.

Όπως φαίνεται, η επιβάρυνση της υγείας στους ασθενείς με COVID-19 είναι σοβαρή, ακόμα και μετά την ανάρρωσή τους από την οξεία λοίμωξη. Ο εμβολιασμός αποτελεί τον καλύτερο σύμμαχό μας τόσο για την πρόληψη της COVID-19, όσο και για τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές που μπορεί να προκαλέσει ο ιός, αναφέρουν οι συγγραφείς.

Οι μηχανισμοί που οδηγούν στην εμφάνιση των συμπτωμάτων της long COVID δεν είναι ακόμα πλήρως γνωστοί. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να αποδίδονται στην υπερβολική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος που προκαλεί ο ιός, σε επαναμολύνσεις ή στην παραγωγή αυτοαντισωμάτων (τα οποία στοχεύουν υγιείς ιστούς του οργανισμού). Ο ιός SARS-CoV-2 γνωρίζουμε σήμερα ότι μπορεί να προσβάλλει και να επιβιώσει στο νευρικό σύστημα. Ως αποτέλεσμα, οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν μία σειρά νευρολογικά συμπτώματα, όπως η ανοσμία και η αγευσία, οι διαταραχές της μνήμης και η έκπτωση της προσοχής ή της συγκέντρωσης.

«Η παρούσα μελέτη δεν είχε σχεδιαστεί με σκοπό να εξετάσει τα αίτια των συμπτωμάτων αυτών. Υπάρχει πιθανότητα ορισμένα από τα συμπτώματα που παρατηρήθηκαν να αποδίδονται σε άλλα αίτια εκτός της COVID-19», αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η έγκαιρη χορήγηση θεραπείας παίζει καίριο ρόλο στη βελτίωση της υγείας των ασθενών που αναρρώνουν από COVID-19. Τα επόμενα χρόνια, τα ποσοστά ασθενών με κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές ή διαταραχή μετατραυματικού στρες αναμένεται να αυξηθούν εξ’ αιτίας της πανδημίας. Με βάση τις παρατηρήσεις της έρευνας, είναι προφανές ότι οι φορείς υγείας θα πρέπει να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να είναι προετοιμασμένοι για αυτό το κύμα ασθενών.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι θα πρέπει ίσως να δημιουργηθούν ειδικές κλινικές αποκατάστασης για τους ασθενείς με long COVID, με σκοπό να αποσυμφορηθεί σε κάποιο βαθμό η επιβάρυνση στο σύστημα υγείας, αλλά και οι ασθενείς να λαμβάνουν καλύτερη και πιο εξειδικευμένη θεραπεία.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open.