Οι αγχώδεις διαταραχές, οι οποίες εμφανίζονται τυπικά νωρίς στη ζωή ενός ατόμου, επηρεάζουν σήμερα περίπου το 10% του πληθυσμού με τη συχνότητά τους να είναι σχεδόν διπλάσια στις γυναίκες. Αν και σήμερα γνωρίζουμε ότι η φυσική άσκηση μπορεί να προσφέρει οφέλη στην αντιμετώπιση του άγχους, η σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα της άσκησης, τη φυσική κατάσταση και τον κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών που σχετίζονται με άγχος, δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί.

Στο παραπάνω ερώτημα επιχείρησε να απαντήσει μία νέα έρευνα από τη Σουηδία που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Psychiatry. Η έρευνα εξέτασε σχεδόν 400.000 εθελοντές και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επιδημιολογικές μελέτες του είδους της.

Ενδιαφέρουσα Παρατήρηση για τις Αθλήτριες

«Διαπιστώσαμε ότι οι εθελοντές που έκαναν περισσότερη φυσική άσκηση στην καθημερινότητά τους είχαν σχεδόν 60% μειωμένο κίνδυνο να παρουσιάσουν αγχώδεις διαταραχές σε ένα διάστημα σχεδόν 21 ετών», αναφέρουν οι επιστήμονες στη μελέτη τους.

«Η σύνδεση ανάμεσα στη φυσική άσκηση και τον μειωμένο κίνδυνο διαταραχών που σχετίζονται με άγχος παρατηρήθηκε τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες», τόνισαν.

Ωστόσο, μία συγκεκριμένη παρατήρηση της μελέτης προκάλεσε έκπληξη στους επιστήμονες. Όπως διαπίστωσαν εξετάζοντας αθλητές του σκι που συμμετείχαν στη μελέτη, η επίδοση των αθλητών σε αυτό το σπορ συνδέθηκε διαφορετικά με τον κίνδυνο άγχους στους άνδρες και τις γυναίκες.

Συγκεκριμένα, οι επιδόσεις ενός άνδρα αθλητή δεν συνδέθηκαν με αυξημένο ή μειωμένο κίνδυνο διαταραχών άγχους. Αντίθετα, στις γυναίκες, αυτές που είχαν τις καλύτερες επιδόσεις στο σκι, είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν αγχώδεις διαταραχές συγκριτικά με αυτές που έκαναν το ίδιο σπορ, αλλά είχαν χειρότερες επιδόσεις.

«Σε κάθε περίπτωση», όπως ανέφεραν οι επιστήμονες, «ακόμα και οι γυναίκες με τις καλύτερες επιδόσεις είχαν μειωμένο κίνδυνο να παρουσιάσουν αγχώδεις διαταραχές συγκριτικά με τις γυναίκες από το γενικό πληθυσμό που δεν ασκούνται».

Οι παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς μέχρι σήμερα όλες οι προηγούμενες έρευνες είχαν επικεντρωθεί περισσότερο στην κατάθλιψη ή άλλες ψυχικές νόσους. Επιπλέον, αρκετές από αυτές τις μελέτες είχαν εξετάσει μόνο άνδρες, είχαν μικρότερο μέγεθος και δεν είχαν παρακολουθήσει την πορεία των εθελοντών για μεγάλη διάρκεια.

Τα Επόμενα Βήματα της Έρευνας

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης, οι παρατηρήσεις τους ουσιαστικά δείχνουν ότι για τις γυναίκες η σύνδεση ανάμεσα στη φυσική άσκηση και τον κίνδυνο διαταραχών του άγχους δεν είναι γραμμική.

«Προφανώς η σύνδεση επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες όπως η κληρονομικότητα, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, καθώς και άλλους παράγοντες που δεν ήταν δυνατό να εξετάσουμε στη μελέτη μας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να γίνουν και νέες μελέτες που θα εξερευνήσουν τη σύνδεση ανάμεσα στο άγχος και την έντονη άσκηση», αναφέρουν οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης.

Πρόσθεσαν επίσης ότι προκειμένου να αποδειχθεί σύνδεση θα πρέπει να γίνουν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες με μεγάλη διάρκεια. Συνέστησαν επίσης ότι οι μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εξετάσουν και άλλα αθλήματα, αν και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, τα οφέλη από την άσκηση στον περιορισμό του άγχους δεν περιορίζονται σε ένα άθλημα.