Η διάγνωση της πολλαπλής σκλήρυνσης συνοδεύεται από αλλαγές στην καθημερινότητα των ασθενών οι οποίες συχνά δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν. Τα συμπτώματα παρουσιάζουν εξάρσεις και υφέσεις, η ομιλία μπορεί να επηρεαστεί, ενώ μπορεί να παρουσιαστεί επίσης άλγος ή απώλεια ορισμένων αισθήσεων. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η διάγνωση της νόσου φέρνει στους ασθενείς ένα μέλλον γεμάτο αβεβαιότητα. Οι παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης, ωστόσο, προσφέρουν ένα νέο εργαλείο που μπορεί να δώσει ορισμένες απαντήσεις.

Μία ακριβής πρόγνωση σχετικά νωρίς στην πορεία της νόσου βοηθά τους ασθενείς να προετοιμαστούν καλύτερα για το μέλλον, ωστόσο σήμερα δεν υπάρχει εξέταση που να δείχνει σε ποιες θεραπείες θα ανταποκριθεί ένας ασθενής.

Μία νέα έρευνα από μία διεθνή ομάδα ερευνητών χρησιμοποίησε τεχνητή νοημοσύνη και κατάφερε να παρατηρήσει 3 διαφορετικούς τύπους ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση, ανάλογα με τα ευρήματα από απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου. Στην έρευνα εξετάστηκαν συνολικά 6.322 εθελοντές.

Ο κάθε τύπος έχει διαφορετική πρόγνωση και παρουσιάζει διαφορετική απόκριση στις θεραπείες, όπως διαπίστωσαν οι επιστήμονες παρακολουθώντας την πορεία των εθελοντών.

«Κάναμε μία νέα μελέτη παρατήρησης εξετάζοντας τα ιατρικά αρχεία των ασθενών με σκοπό να διαπιστώσουμε πως ανταποκρίνονται οι τελευταίοι στις διάφορες θεραπείες», δήλωσε ο Arman Eshaghi από το University College London.

«Αν και σίγουρα θα πρέπει να γίνουν περισσότερες μελέτες, διαπιστώσαμε μία καθαρή διαφορά ανάλογα με τον τύπο, στην απόκριση των ασθενών στις θεραπείες και την πορεία της αναπηρίας με τη χρόνο. Η έρευνά μας αποτελεί ένα μεγάλο βήμα στην αντιμετώπιση της αβεβαιότητας γι’ αυτούς τους ασθενείς, καθώς μας βοηθά να προβλέψουμε πως θα ανταποκριθούν σε κάθε θεραπεία», πρόσθεσε.

Το κυριότερο χαρακτηριστικό της πολλαπλής σκλήρυνσης είναι η προοδευτική απώλεια της μυελίνης που επικαλύπτει τα νευρικά κύτταρα. Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται στην παθολογική δράση του ανοσοποιητικού συστήματος η οποία οδηγεί σε φλεγμονή και ούλωση, επηρεάζοντας έτσι την ικανότητα των νευρικών κυττάρων να μεταφέρουν σήματα.

Αν και η απώλεια της λειτουργίας των νευρώνων εμφανίζεται σε όλους τους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση, τα νεύρα που επηρεάζονται, καθώς και η ταχύτητα που συμβαίνει αυτό, διαφέρουν σε κάθε ασθενή.

Σήμερα, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν 4 διαφορετικές μορφές πολλαπλής σκλήρυνσης ανάλογα με τα συμπτώματα, οι οποίες είναι η υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα, το κλινικά μεμονωμένο σύνδρομο, η δευτεροπαθής προϊούσα και η πρωτοπαθής προϊούσα. Κάθε μορφή έχει ξεχωριστά χαρακτηριστικά και συνδέεται με διαφορετικό κίνδυνο αναπηρίας.

Αν και οι παραπάνω μορφές μπορούν σε κάποιο βαθμό να προβλέψουν την πορεία των συμπτωμάτων ενός ασθενούς, δεν προσφέρουν πληροφορίες στους γιατρούς σχετικά με τη θεραπεία που θα πρέπει να χορηγήσουν, καθώς και αν οι ασθενείς θα ανταποκριθούν σε αυτή.

Οι νέοι τύποι που προσδιόρισε η παρούσα μελέτη αποτελούν το πρώτο βήμα για τη χαρτογράφηση των ειδικών παθολογικών βλαβών που προκαλεί η πολλαπλή σκλήρυνση, συνδέοντας το καθένα από αυτά με μία συγκεκριμένη πρόγνωση.

Για παράδειγμα, οι ασθενείς που παρουσιάζουν βλάβες άμεσα ανήκουν στον τύπο που χαρακτηρίζεται από τον υψηλότερο κίνδυνο εξάρσεων. Διατρέχουν επίσης σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσου αναπηρία σε μία μελλοντική έξαρση.

Σήμερα δεν υπάρχει οριστική θεραπεία για την πολλαπλή σκλήρυνση. Τα φάρμακα που χορηγούνται έχουν ως στόχο να επιβραδύνουν την πορεία της νόσου και να αντιμετωπίσουν τα χειρότερα συμπτώματα.

Αν αναπτυχθεί μία απλή απεικονιστική εξέταση του εγκεφάλου που θα μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε εγκαίρως τις βλάβες που προκαλεί η νόσος, θα μπορούμε να προβλέψουμε καλύτερα την πορεία της νόσου και να αναπτύξουμε κατάλληλα φάρμακα.

Ήδη έχουν ξεκινήσει νέες μελέτες για να επιβεβαιώσουν τους τύπους που παρατηρήθηκαν στην παρούσα έρευνα.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της έρευνας, ο διαχωρισμός των τύπων αυτή τη στιγμή γίνεται αποκλειστικά με τις απεικονιστικές εξετάσεις, ωστόσο ιδανικά θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τα υπόλοιπα κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα των ασθενών.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications.