Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας, η απώλεια της ακοής συνδέεται με την έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της άνοιας το οποίο συνήθως προηγείται της νόσου.

Η έρευνα εξέτασε δεδομένα 8 ετών από μία μελέτη με περισσότερους από 10.000 άνδρες. Οι επιστήμονες από το Birgham and Women’s Hospital και την Ιατρική σχολή του Χάρβαρντ στη Βοστόνη διαπίστωσαν ότι η απώλεια της ακοής συνδέεται με σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο υποκειμενικής γνωστικής εξασθένισης. Επιπλέον, η ανάλυση έδειξε ότι ο παραπάνω κίνδυνος ήταν ανάλογος με το βαθμό απώλειας της ακοής.

Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος υποκειμενικής γνωστικής εξασθένισης ήταν 30% αυξημένος σε άνδρες με ήπια έκπτωσης της ακοής, σε σύγκριση με αυτούς που είχαν φυσιολογική ακοή.

Για τους άνδρες με μέτρια ή σημαντική έκπτωση της ακοής, ο αντίστοιχος κίνδυνος υποκειμενικής γνωστικής εξασθένισης ήταν αυξημένος κατά 42-54%.

Η υποκειμενική γνωστική εξασθένιση ή έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών αναφέρεται στις αλλαγές της μνήμης και της σκέψης που ο ασθενής μπορεί να παρατηρήσει μόνος του. Οι αλλαγές αυτές μπορεί να αποτελούν τα πρώιμα σημεία έκπτωσης που δεν ανιχνεύονται από τις εξετάσεις.

«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η απώλεια της ακοής σχετίζεται με υποκειμενική γνωστική εξασθένιση η οποία είναι συνδέεται με τα πρώιμα στάδια της έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών», είπε η Δρ Σάτον Κουράν, επικεφαλής της έρευνας.

«Θα έχουμε έτσι την ικανότητα να ταυτοποιήσουμε τους ασθενείς που διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών», πρόσθεσε.

Άνοια και Έγκαιρη Διάγνωση

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει αναδείξει την άνοια ως μείζον πρόβλημα της δημόσιας υγείας που απαιτεί περαιτέρω έρευνα, ιδιαίτερα αναφορικά με τα αίτια και τους παράγοντες κινδύνου που μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Σήμερα, υπάρχουν σχεδόν 50 εκατομμύρια ασθενείς με άνοια παγκοσμίως και ο αριθμός αυτός αναμένεται να ξεπεράσει τα 75 εκατομμύρια μέχρι το 2030. Δεν υπάρχουν επίσης αποτελεσματικές θεραπείες για την πρόληψη ή την θεραπεία της νόσου. Ωστόσο, η έγκαιρη διάγνωση έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών με άνοια και των οικογενειών τους.

Η διάγνωση της έκπτωσης της μνήμης και της σκέψης στα πρώιμα στάδια θα μπορέσει επίσης να οδηγήσει σε θεραπείες που είναι πιο αποτελεσματικές από αυτές που στοχεύουν τα πιο προχωρημένα στάδια της άνοιας, είπαν οι ερευνητές.

Η υποκειμενική γνωστική εξασθένιση, δηλαδή οι αλλαγές στη μνήμη και τη σκέψη που οι ασθενείς μπορούν να αντιληφθούν, αποτελεί επίσης ένδειξη έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών που δεν γίνεται αντιληπτή από τις τυπικές εξετάσεις, συμπλήρωσαν οι ίδιοι.

Αυτό αποδεικνύεται από διάφορες έρευνες με απεικονίσεις του εγκεφάλου που έχουν συνδέσει την υποκειμενική γνωστική εξασθένιση με αλλαγές που προηγούνται της άνοιας.

Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν τη θεωρία ότι η υποκειμενική γνωστική εξασθένιση βρίσκεται στο ίδιο φάσμα με την ήπια έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και την προ-άνοια.

Απώλεια της Ακοής και Έκπτωση των Γνωστικών Λειτουργιών

Μία έρευνα στις ΗΠΑ, έδειξε ότι σχεδόν το 23% του πληθυσμού ηλικίας άνω των 12 ετών έχει κάποιο βαθμό έκπτωσης της ακοής. Η πλειοψηφία των ατόμων αυτών έχουν ήπια έκπτωση, ωστόσο στα άτομα ηλικίας άνω των 80, η μέτρια έκπτωση είναι πιο συχνή.

Η απώλεια της ακοής και έκπτωση των γνωστικών λειτορυγιών έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Τα αίτιά τους περιλαμβάνουν συνήθως αρκετούς παράγοντες και συνήθως παρουσιάζουν επιδείνωση με την ηλικία.

Η Δρ Κουράν και οι συνεργάτες της τονίζουν ότι αυτά τα κοινά χαρακτηριστικά παραπέμπουν σε συσσώρευση «ακουστικών και νευροεκφυλιστικών βλαβών» κατά τη διάρκεια ζωής.

Για την έρευνά τους χρησιμοποίησαν δεδομένα από το Health Professionals Follow-Up Study. Στην παραπάνω βάση δεδομένων είχαν λάβει μέρος συνολικά 51.529 άνδρες επαγγελματίες υγείας. Η ηλικία τους ήταν 40-75 ετών στην αρχή της βάσης δεδομένων, δηλαδή το 1986. Οι εθελοντές συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με τον τρόπο ζωής τους, τα φάρμακα, τη διατροφή και το ιατρικό ιστορικό κάθε 2 χρόνια.

Αποτελέσματα της Ανάλυσης

Μέχρι το 2006, πάνω από 28.000 άνδρες είχαν απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με την ακοή τους. Από αυτούς, οι 26.000 είχαν συμπληρώσει επίσης ερωτηματολόγια 6 ερωτήσεων σχετικά με την υποκειμενική γνωστική εξασθένιση. Από τον παραπάνω πληθυσμό, οι ερευνητές εξέτασαν συνολικά 10.000 άνδρες που πληρούσαν τα κριτήρια για την ανάλυσή τους. Οι άνδρες που εξαιρέθηκαν δεν είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ερωτηματολογίων, έπασχαν από σοβαρές νόσους, όπως νόσο του Parkinson ή έπαιρναν κάποιο φάρμακο που μπορεί να επηρέαζε τα αποτελέσματα.

Όταν ανέλυσαν τα δεδομένα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, σε σύγκριση με τους εθελοντές που δεν ανέφεραν απώλεια της ακοής μέχρι το 2006:

  • Αυτοί που είχαν ήπια έκπτωση της ακοής είχαν 30% αυξημένο κίνδυνο επακόλουθης υποκειμενικής γνωστικής εξασθένισης.
  • Αυτοί που είχαν μέτρια έκπτωση της ακοής είχαν 42% αυξημένο κίνδυνο.
  • Αυτοί που είχαν σοβαρή έκπτωση της ακοής (και δεν χρησιμοποιούσαν κάποιο ακουστικό βοήθημα) είχαν 54% αυξημένο κίνδυνο.

Περαιτέρω αναλύσεις έδειξαν ότι οι εθελοντές με σοβαρή απώλεια της ακοής που χρησιμοποιούσαν ακουστικά βοηθήματα είχαν 37% αυξημένο κίνδυνο επακόλουθης υποκειμενικής γνωστικής εξασθένισης.

Ωστόσο, οι επιστήμονες τονίζουν ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν ήταν στατιστικά σημαντικό. Αυτό σημαίνει ότι το μέγεθος της επίδρασης είναι μικρό ή τα νούμερα ήταν πολύ χαμηλά για να δώσουν αρκετή ισχύ στη στατιστική ανάλυση.

Η ομάδα σκοπεύει να επαναλάβει την έρευνα σε μεγαλύτερο αριθμό εθελοντών και να χρησιμοποιήσει επιπλέον εργαλεία και μέτρα.

Προς το παρόν, σύμφωνα με την Δρ Κουράν, δεν είναι σαφές αν υπάρχει σχέση αιτίας-αποτελέσματος μεταξύ της απώλειας της ακοής και της έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών.