Τα στελέχη του νέου κοροναϊού που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή παγκοσμίως είναι δύο, σύμφωνα με μία ανάλυση 103 περιστατικών από την Κίνα. Παρά τα αποτελέσματα της παραπάνω μελέτης, ωστόσο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) επιμένει ότι «δεν υπάρχουν δεδομένα που δείχνουν ότι ο ιός έχει μεταλλαχθεί». Γιατί έχει σημασία, όμως, πόσα στελέχη του ιού κυκλοφορούν και πώς μπορεί να επηρεάσει την επιδημία το γεγονός αυτό;

Γνωρίζουμε ότι όλοι οι ιοί, και ιδιαίτερα οι RNA ιοί στους οποίους ανήκει και ο νέος κοροναϊός SARS-CoV-2, μεταλλάσσονται συνεχώς. Όταν ένας ασθενής μολύνεται με το νέο κοροναϊό, ο τελευταίος πολλαπλασιάζεται στο αναπνευστικό του σύστημα. Με κάθε κύκλο πολλαπλασιασμού του ιού, εμφανίζονται 6 νέες μεταλλάξεις, όπως δήλωσε ο Ian Jones από το Πανεπιστήμιο του Reading στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στην ανάλυση του γονιδιώματος από 103 περιστατικά της παρούσας μελέτης, ο Xiaolu Tang και οι συνεργάτες του από το Πανεπιστήμιο Peking στο Πεκίνο, παρατήρησαν χαρακτηριστικές ομάδες μεταλλάξεων σε δύο συγκεκριμένες περιοχές του γονιδιώματος. Με βάση τις διαφορές του γονιδιώματος στις δύο αυτές περιοχές, οι ερευνητές κατάφεραν να ξεχωρίσουν δύο διαφορετικούς τύπους του ιού και συγκεκριμένα τον «τύπο L» και τον «τύπο S».

Μία ξεχωριστή ανάλυση από την ίδια ομάδα ερευνητών έδειξε ότι ο τύπος L έχει προέλθει από μεταλλάξεις στον παλαιότερο τύπο S. Το πρώτο στέλεχος, σύμφωνα με τους επιστήμονες, εμφανίστηκε περίπου την ίδια περίοδο με τη μεταπήδηση του ιού από τα ζώα στον άνθρωπο, ενώ το δεύτερο εμφανίστηκε λίγο αργότερα. Όπως υποστήριξαν, αυτή τη στιγμή και οι δύο τύποι του ιού κυκλοφορούν παγκοσμίως και προκαλούν νόσηση. Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο τύπος L επηρεάζει περισσότερους ασθενείς και θεωρείται «πιο επιθετικός» σε σχέση με τον τύπο S.

«Αυτή τη στιγμή κυκλοφορούν δύο διαφορετικά στελέχη», είπε η Ravinder Kanda από το Oxford Brookes University στο Ηνωμένο Βασίλειο. «Ο τύπος L μεταδίδεται πιο επιθετικά, ωστόσο δεν γνωρίζουμε αν προκαλεί σοβαρότερη νόσηση από τον τύπο S», πρόσθεσε.

«Έχει αποδειχθεί πλέον ότι τα στελέχη που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή είναι δύο», είπε ο Erik Volz από το Imperial College London. «Είναι φυσιολογικό για τους περισσότερους ιούς να μεταλλάσσονται μετά τη μεταπήδησή τους σε ένα νέο είδος ξενιστή».

Το γεγονός ότι οι τύποι του ιού που κυκλοφορούν είναι δύο έχει ιδιαίτερη σημασία. Παγκοσμίως, αρκετές ερευνητικές ομάδες προσπαθούν να αναπτύξουν ένα εμβόλιο για τον SARS-CoV-2. Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, καταλαβαίνουμε ότι προκειμένου ένα εμβόλιο να θεωρηθεί αποτελεσματικό, θα πρέπει να στοχεύει και τους δύο τύπους του ιού.

Σύμφωνα με τον Jones, οι διαφορές ανάμεσα στους δύο τύπους είναι πολύ μικρές. Ουσιαστικά, οι δύο τύποι δεν μπορούν να θεωρηθούν ξεχωριστά στελέχη καθώς οι διαφορές στο γονιδίωμα δεν οδηγούν σε παραγωγή διαφορετικών πρωτεϊνών ούτε αλλάζουν τον τρόπο που προκαλεί νόσηση ο ιός, ενώ το ίδιο ισχύει και για τη συμπτωματολογία της νόσου. Προς το παρόν, επομένως, δεν φαίνεται ότι ο ένας τύπος είναι πιο επικίνδυνος από τον άλλο.

«Αν και θεωρητικά έχουν σημειωθεί μεταβολές στο γονιδίωμα του ιού, πρακτικά η λοίμωξη που προκαλεί δεν έχει αλλάξει από την αρχική εμφάνισή της», είπε ο Jones. «Προς το παρόν, τουλάχιστον, δεν υπάρχουν δεδομένα που δείχνουν ότι η νόσος έχει γίνει σοβαρότερη». Με την παραπάνω υπόθεση συμφωνεί και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Η ανάλυση του Tang και των συνεργατών του δείχνει ότι υπάρχουν ορισμένες γενετικές μεταβολές στο γονιδίωμα του ιού, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η λοίμωξη μεταβάλλεται, όπως δήλωσαν οι επιστήμονες.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι το δείγμα που εξέτασε η έρευνα ήταν πολύ μικρό (103 ασθενείς), επομένως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ο ιός δεν έχει μεταλλαχθεί, καθώς τα περιστατικά ξεπερνούν πλέον τα 100.000.

Ο Jones δήλωσε ότι η εμφάνιση νέων στελεχών είναι κάτι πολύ πιθανό. Οι περισσότεροι επιδημιολόγοι συμφωνούν, ωστόσο, ότι μετά την αρχική λοίμωξη με τον κοροναϊό SARS-CoV-2 η πιθανότητα μίας επόμενης λοίμωξης με τον ίδιο ιό είναι πολύ χαμηλή, εκτός αν ο ιός μεταλλαχθεί με τρόπο που του επιτρέπει να ξεπεράσει τις άμυνες του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η «εκλεκτική πίεση» αυτή μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση ενός νέου στελέχους, είπε ο Jones. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την εποχική γρίπη η οποία εμφανίζει νέα στελέχη κάθε χρόνο μέσω μεταλλάξεων τα οποία μπορούν να προκαλέσουν εκ νέου νόσηση στους ασθενείς.

«Δεν αποκλείεται να συμβεί το ίδιο και με το νεό κοροναϊό», κατέληξε ο Jones.

Βιβλιογραφία: New Scientist