Ο νέος κοροναϊός COVID-19 έχει προκαλέσει ήδη νόσηση σε περισσότερα από 75.000 άτομα παγκοσμίως, με 2.000 από αυτά τελικά να καταλήγουν. Αν και υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε για τον ιό, από τα μέχρι σήμερα δεδομένα φαίνεται ότι ο τελευταίος μπορεί να επηρεάσει αρκετά οργανικά συστήματα και όχι μόνο τους πνεύμονες.

Οι Επιδράσεις του COVID-19 στους Πνεύμονες

Αντίστοιχα με τους υπόλοιπους κοροναϊούς, όπως ο SARS, o MERS και οι ιοί του κοινού κρυολογήματος, ο COVID-19 προκαλεί συνήθως λοιμώξεις στο αναπνευστικό σύστημα, επομένως οι πνεύμονες είναι ένα από τα πρώτα όργανα που επηρεάζονται.

Τα πρώιμα συμπτώματα της νόσου περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα και δύσπνοια. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί αν εμφανιστούν σε ένα διάστημα 2-14 ημερών από την αρχική έκθεση στον ιό.

Η λοίμωξη από τον COVID-19 μπορεί να είναι από ήπια ή ασυμπτωματική μέχρι σοβαρή ή ακόμα και απειλητική για τη ζωή. Σύμφωνα με δεδομένα από την Κίνα για 17.000 περιστατικά του ιού, το 81% περίπου ήταν ήπια περιστατικά, ενώ τα υπόλοιπα ήταν σοβαρά.

Οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς με χρόνιες παθήσεις είναι αυτοί που διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρή νόσηση από τον ιό.

Διαφορές παρατηρούνται επίσης και στον τρόπο που ο ιός COVID-19 επηρεάζει τους πνεύμονες.

Ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν μόνο ήπια συμπτώματα από το αναπνευστικό, ενώ άλλοι μπορεί να εμφανίσουν πνευμονία. Ωστόσο, σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών θα εμφανιστούν σοβαρές βλάβες στους πνεύμονες.

Στους ασθενείς αυτούς μπορεί να εμφανιστεί μία κατάσταση που λέγεται σύνδρομο οξείας αναπνευστική δυσχέρειας ή ARDS.

Ωστόσο, το ARDS δεν συνδέεται αποκλειστικά με τον ιό COVID-19. Άλλες καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν ARDS περιλαμβάνουν τις λοιμώξεις, τους τραυματισμούς και τη σήψη.

Τα παραπάνω προκαλούν βλάβες στους πνεύμονες, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαρροή υγρών από τα μικρά αιμοφόρα αγγεία που βρίσκονται σε αυτούς. Το υγρό αυτό συγκεντρώνεται στις πνευμονικές κυψελίδες με αποτέλεσμα να εμποδίζει τη μεταφορά του οξυγόνου από τον εισπνεόμενο αέρα στους πνεύμονες.

Αν και προς το παρόν οι πληροφορίες σχετικά με τις βλάβες που προκαλεί ο ιός COVID-19 στους πνεύμονες είναι περιορισμένες, μία πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι είναι αντίστοιχες με αυτές που προκαλούν οι ιοί SARS και MERS.

Μία έρευνα με 138 εθελοντές διαπίστωσε ότι οι ασθενείς που νοσηλεύονται για τον COVID-19 παρουσιάζουν δύσπνοια σε 5 ημέρες μετά την αρχική εμφάνιση των συμπτωμάτων, ενώ το ARDS εμφανίζεται συνήθως την 8η ημέρα.

Η αντιμετώπιση του ARDS περιλαμβάνει χορήγηση οξυγόνου και μηχανικό αερισμό, με στόχο να διοχετευθεί περισσότερο οξυγόνο στο αίμα.

Η παραπάνω προσέγγιση δεν αποτελεί ουσιαστικά θεραπεία για το ARDS και ουσιαστικά απλά υποστηρίζει τον οργανισμό μέχρι το ανοσοποιητικό σύστημα να καταφέρει να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή.

Άλλα Όργανα που Επηρεάζονται από τον COVID-19

Αν και οι πνεύμονες είναι το κύριο όργανο που επηρεάζεται από τον ιό COVID-19, στα σοβαρά περιστατικά της νόσου μπορεί να προκληθούν βλάβες και σε άλλα όργανα.

Οι βλάβες αυτές δεν προκαλούνται από τον ίδιο τον ιό, αλλά από την απόκριση του οργανισμού στη λοίμωξη.

Γαστρεντερικό Σύστημα

Ορισμένοι ασθενείς με τον ιό COVID-19 αναφέρουν συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα, όπως ναυτία ή διάρροια, αν και τα συμπτώματα αυτά είναι λιγότερο συχνά σε σχέση με τα προβλήματα από τους πνεύμονες.

Αν και οι κοροναϊοί εισέρχονται ευκολότερα στον οργανισμό δια μέσου των πνευμόνων, η είσοδός τους στο έντερο δεν είναι αδύνατη.

Διάφορες έρευνες στο παρελθόν είχαν ανακαλύψει σωματίδια των ιών SARS και MERS σε βιοψίες εντέρου και δείγματα κοπράνων που είχαν ληφθεί από ασθενείς.

Δύο πρόσφατες έρευνες (μία στο New England Journal of Medicine και μία στο medRxiv) διαπίστωσαν ότι τα σωματίδια του COVID-19 βρίσκονται επίσης στα δείγματα κοπράνων των ασθενών.

Προς το παρόν δεν έχει επιβεβαιωθεί, ωστόσο, αν ο ιός μπορεί να μεταδοθεί μέσω αυτής της οδού.

Καρδιά και Αγγεία

Ο ιός COVID-19 μπορεί να επηρεάσει επίσης την καρδιά και τα αγγεία. Τα συμπτώματα από τα όργανα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν αρρυθμία, ανεπαρκή αιμάτωση των ιστών ή υπόταση που πρέπει να αντιμετωπιστεί με φάρμακα.

Προς το παρόν, ωστόσο, δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι ο ιός προκαλεί άμεσα βλάβες στην καρδιά.

Ήπαρ και Νεφροί

Όταν τα ηπατικά κύτταρα έχουν υποστεί βλάβες, μπορεί να απελευθερώσουν αυξημένες ποσότητες ενζύμων στην κυκλοφορία του αίματος.

Τα αυξημένα ηπατικά ένζυμα δεν αποτελούν πάντοτε ένδειξη ενός σοβαρού προβλήματος, ωστόσο το εργαστηριακό αυτό εύρημα ήταν αρκετά κοινό στους ασθενείς με λοίμωξη από τους ιούς SARS ή MERS.

Μία πρόσφατη έρευνα διαπίστωσε ενδείξεις ηπατικών βλαβών και στους ασθενείς με τον ιό COVID-19. Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, ωστόσο, δεν είναι ακόμα σαφές αν οι βλάβες είχαν προκληθεί από τον ίδιο τον ιό ή από τα φάρμακα που χορηγήθηκαν για την αντιμετώπισή του.

Ορισμένοι ασθενείς με λοίμωξη από τον COVID-19 παρουσίασαν επίσης οξεία νεφρική βλάβη με αποτέλεσμα να χρειαστούν μεταμόσχευση νεφρού. Κάτι αντίστοιχο είχε παρατηρηθεί και στους ασθενείς με SARS ή MERS.

Κατά τη διάρκεια της επιδημίας του SARS, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι ο ιός μπορεί να προκαλέσει βλάβες και στα νεφρικά σωληνάρια. Ωστόσο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) υποστήριξε τότε ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ο ιός προκάλεσε τις παραπάνω νεφρικές βλάβες.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία σήμερα, οι νεφρικές βλάβες δεν είναι άμεσο αποτέλεσμα της δραστηριότητας του ιού, αλλά προκαλούνται από άλλες αλλαγές που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της λοίμωξης.

Στην πνευμονία, για παράδειγμα, η ποσότητα του οξυγόνου που κυκλοφορεί στο αίμα περιορίζεται, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει βλάβες στους νεφρούς.

Ανοσοποιητικό Σύστημα

Όπως συμβαίνει και με κάθε άλλη λοίμωξη, το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους ιούς και τα βακτήρια που την προκαλούν. Αν και η ανοσιακή αυτή απόκριση αντιμετωπίζει τη λοίμωξη, μπορεί να προκαλέσει αρκετές παράπλευρες βλάβες στον οργανισμό.

Αυτές, είναι συνήθως αποτέλεσμα μίας έντονης φλεγμονώδους απόκρισης που λέγεται «καταιγίδα κυτταροκινών». Τα ανοσιακά κύτταρα παράγουν κυτταροκίνες για να αντιμετωπίσουν τη λοίμωξη, ωστόσο αν ο αριθμός που απελευθερώνεται είναι αρκετά υψηλός, μπορεί να είναι επιβλαβής για τον οργανισμό.

Αρκετές από τις βλάβες που συμβαίνουν στον οργανισμό κατά τη λοίμωξη από τον COVID-19 είναι αποτέλεσμα του συνδρόμου σήψης, δηλαδή συνθέτων ανοσιακών αντιδράσεων. Η λοίμωξη προκαλεί συνήθως έντονη φλεγμονώδη απόκριση στον οργανισμό η οποία επηρεάζει τη λειτουργία αρκετών οργανικών συστημάτων.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος, είναι ότι σήμερα δεν έχουν καταγραφεί ακόμα περιστατικά νόσησης από τον COVID-19 σε παιδιά ηλικίας κάτω των 9 ετών. Προς το παρόν οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν αν τα παιδιά είναι προστατευμένα από τον ιό μέσω κάποιου μηχανισμού ή αν η λοίμωξη που προκαλείται είναι ήπια με αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται συμπτώματα.

Τα παιδιά παρουσιάζουν επίσης ηπιότερη νόσηση και από άλλα είδη λοιμώξεων, όπως η ιλαρά και οι λοιμώξεις από πνευμονιόκοκκο.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα παιδιά παρουσιάζουν μία πιο απλή ανοσιακή απόκριση, ενώ στους ηλικιωμένους εμφανίζεται συχνά «υπερ-απόκριση». Η τελευταία ευθύνεται συνήθως για αρκετές από τις βλάβες που εμφανίζονται στις λοιμώξεις.

Βιβλιογραφία: Healthline