Μία έρευνα που αναμένεται να παρουσιαστεί σε λίγες ημέρες στο ESCMID Conference on Coronavirus Disease (ECCVID), το οποίο θα διεξαχθεί από τις 23 μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου, δείχνει ότι πάνω από το 50% των ασθενών που αναρρώνουν από COVID-19 παρουσιάζουν χρόνια κόπωση, ανεξαρτήτως πόσο σοβαρά νόσησαν από τον ιό. Η έρευνα διεξήχθη από επιστήμονες στο Trinity College του Δουβλίνου.

Καθώς η πανδημία του COVID-19 συνεχίζει να εξαπλώνεται παγκοσμίως, ο αριθμός των ασθενών που αναρρώνουν, καθώς και ο αριθμός των ασθενών που παρουσιάζουν επιπλοκές μετά την αποδρομή της λοίμωξης, αυξάνεται σταθερά. «Το αίσθημα κόπωσης αποτελεί συχνό σύμπτωμα στους ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτωματική λοίμωξη από COVID-19. Αν και τα χαρακτηριστικά συμπτώματα του COVID-19 έχουν προσδιοριστεί σήμερα, οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις της λοίμωξης είναι άγνωστες», εξήγησε ο Dr Liam Townsend, επικεφαλής της έρευνας.

«Τελευταία υπάρχει μεγάλη ανησυχία σχετικά με τη χρόνια κόπωση που έχουν αναφέρει ορισμένοι ασθενείς, ακόμα και μετά την ανάρρωσή τους από τον ιό. Στη μελέτη μας εξετάσαμε αν οι ασθενείς που αναρρώνουν από COVID-19 συνεχίζουν να παρουσιάζουν αίσθημα κόπωσης, ακόμα και μετά την αποδρομή των τυπικών συμπτωμάτων του ιού. Θέλαμε επίσης να διαπιστώσουμε αν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στο έντονο αίσθημα κόπωσης και διάφορες κλινικές παραμέτρους».

Οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν μία γνωστή κλίμακα για να εκτιμήσουν το αίσθημα κόπωσης των ασθενών, την Chalder Fatigue Score (CFQ-11). Εξέτασαν επίσης τη σοβαρότητα της λοίμωξης των ασθενών, καθώς και το ιστορικό χρονίων νόσων, όπως για παράδειγμα η κατάθλιψη. Τέλος, εξέτασαν τις τιμές των δεικτών ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού (αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων, C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, ιντερλευκίνη-6 και sCD25).

Η έρευνα εξέτασε συνολικά 128 εθελοντές (μέση ηλικία 50, 54% γυναίκες) και οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία τους για 10 εβδομάδες μετά την ανάρρωση από COVID-19. Πάνω από το 50% των εθελοντών ανέφερε ότι είχε ακόμα αίσθημα κόπωσης μετά τις 10 εβδομάδες.

Από το σύνολο των ασθενών που εξετάστηκαν, το 55.5% (71/128) νοσηλεύτηκε ενώ το 44.5% (57/128) δεν χρειάστηκε νοσηλεία. «Το αίσθημα κόπωσης εμφανίστηκε ανεξαρτήτως αν ο ασθενής νοσηλεύτηκε ή όχι. Τα ποσοστά του συμπτώματος αυτού ήταν τα ίδια και στις δύο ομάδες», εξήγησε ο Townsend.

Δεν παρατηρήθηκε σύνδεση ανάμεσα στη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19 και την πιθανότητα εμφάνισης αισθήματος κόπωσης μετά την αποδρομή της λοίμωξης. Επιπλέον, δεν παρατηρήθηκε σύνδεση ανάμεσα στους εργαστηριακούς δείκτες φλεγμονής και κυτταρικού θανάτου ή των προφλεγμονωδών μορίων και του αισθήματος κόπωσης μετά την αποδρομή του COVID-19. Στην ομάδα των ασθενών που παρουσίασαν αίσθημα κόπωσης υπήρχαν περισσότερες γυναίκες, ενώ αρκετοί ασθενείς είχαν ιστορικό κατάθλιψης ή άγχους. Συγκεκριμένα, αν και οι γυναίκες ήταν το 54% του συνολικού δείγματος, στην ομάδα που εμφάνισε χρόνια κόπωση, το ποσοστό των γυναικών ήταν 67%. Αντίστοιχα, στην ομάδα που δεν παρουσίασε χρόνια κόπωση, μόλις 1 ασθενής από τους 61 (1.6%) είχε ιστορικό άγχους ή κατάθλιψης, ενώ στην ομάδα που παρουσίασε την παραπάνω επιπλοκή το ποσοστό ήταν 13.4% (9/67).

«Οι παρατηρήσεις μας ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών παρουσιάζει χρόνια κόπωσης μετά την αποδρομή της λοίμωξης από COVID-19. Είναι σημαντικό να εξετάζουμε κάθε ασθενή που νόσησε από COVID-19 για χρόνια κόπωση, ανεξαρτήτως αν νόσησε σοβαρά ή όχι. Οι παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση του συμπτώματος αυτού θα πρέπει να είναι εξατομικευμένες για τον κάθε ασθενή», κατέληξαν οι επιστήμονες.