Πριν από περίπου 1 έτος ακούσαμε για πρώτη φορά σχετικά με τη μυστηριώδη -τότε- επιδημία πνευμονίας που εμφανίστηκε στην επαρχία του Wuhan της Κίνας. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αρχή της COVID-19, μίας λοίμωξης η οποία έλαβε διαστάσεις πανδημίας.

Εκείνη την εποχή, γνωρίζαμε ελάχιστα τόσο σχετικά με τη λοίμωξη, όσο και τον ιό που την προκαλεί, ωστόσο αρκετοί ειδικοί είχαν ήδη κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι άλλοι κορονοϊοί, όπως ο SARS και ο MERS είχαν εξαπλωθεί σε μεγάλο βαθμό στο παρελθόν.

Έκτοτε, η παγκόσμια προσπάθεια για την αντιμετώπιση της πανδημίας συνεχίζεται και κάθε μέρα μαθαίνουμε όλο και περισσότερα τόσο για τον SARS-CoV-2, όσο και για την COVID-19. Τι έχουμε μάθει, όμως, από το Γενάρη του 2020 μέχρι σήμερα και ποια ερωτήματα σχετικά με τον ιό παραμένουν ακόμα αναπάντητα;

Τι Μάθαμε

Αρχικά, η λοίμωξη που γνωρίζουμε σήμερα ως COVID-19 είχε περιγραφεί ως φλεγμονή των πνευμόνων ή πνευμονία που επηρεάζει τους ηλικιωμένους. Σήμερα, ωστόσο, γνωρίζουμε πλέον ότι η λοίμωξη από τον SARS-CoV-2 μπορεί να προκαλέσει ένα μεγάλο εύρος συμπτωμάτων σε άτομα όλων των ηλικιών, προκαλώντας από ασυμπτωματική μέχρι απειλητική για τη ζωή νόσηση.

Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποια συμπτώματα της νόσου μπορεί να παραμείνουν για μεγάλο διάστημα, σε μία κατάσταση γνωστή ως “long COVID”. Σήμερα, μπορούμε πλέον να διαχωρίσουμε τα διάφορα στάδια της λοίμωξης, τις βλάβες που προκαλεί στα όργανα (όπως η καρδιά και ο εγκέφαλος), καθώς και τις επιδράσεις άλλων λοιμώξεων (από βακτήρια ή μύκητες) στην πορεία της νόσου.

Τον Ιανουάριο του 2020, τα δεδομένα σχετικά με τη μετάδοση του ιού ήταν πολύ περιορισμένα. Η επικρατέστερη θεωρία υποστήριζε ότι ο ιός μεταδίδεται όπως και ο ιός SARS-CoV-1, ο οποίος είχε προκαλέσει την προηγούμενη επιδημία του SARS, δηλαδή σχετικά αργά στην πορεία της νόσου, όταν τα συμπτώματα έχουν ήδη εμφανιστεί.

Ωστόσο, πρώιμα δεδομένα έδειξαν ότι ο ιός έχει την ικανότητα να μεταδίδεται αρκετά εύκολα, ακόμα και πριν εμφανιστούν συμπτώματα. Το γεγονός αυτό κατέστησε ιδιαίτερα δύσκολο τον περιορισμό του ιού και ανέδειξε τη χρησιμότητα των διαγνωστικών εξετάσεων για την έγκαιρη διάγνωσή του, όπως για παράδειγμα η PCR.

Η κοινωνική αποστασιοποίηση, το τακτικό πλύσιμο των χεριών και η χρήση μάσκας βοήθησαν επίσης στον περιορισμό εξάπλωσης του ιού, μαζί με τα lockdown και τις καραντίνες των ασθενών.

Αρχικά, δεν υπήρχε επίσης καμία θεραπεία για την COVID-19, εκτός από τη χορήγηση οξυγόνου σε ασθενείς που παρουσίαζαν σοβαρά συμπτώματα από το αναπνευστικό, καθώς και τη χορήγηση αντιβιοτικών σε όσους παρουσίαζαν δευτερογενείς βακτηριακές λοιμώξεις.

Μέσα στο 2020, ωστόσο, εξετάστηκαν και αναδείχθηκαν μία σειρά φάρμακα για την COVID-19, μεταξύ των οποίων και η δεξαμεθαζόνη, καθώς και αρκετά ασφαλή και αποτελεσματικά εμβόλια τα οποία χρησιμοποιούνται σήμερα ευρέως.

Τι Δεν Γνωρίζουμε

Αν και καθημερινά μαθαίνουμε όλο και περισσότερα για την COVID-19, υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε τόσο για τη λοίμωξη όσο και για τον ιό που την προκαλεί. Το πρώτο και σημαντικότερο ερώτημα είναι ο τρόπος που θα εξελιχθεί ο ιός, καθώς και πως θα ανταποκριθεί στην ανοσία μέσω του εμβολιασμού.

Καθώς οι επιστήμονες συνεχίζουν να παρακολουθούν την εξέλιξη του SARS-CoV-2 καθώς και τις μεταλλάξεις που παρουσιάζει ο τελευταίος, όλα τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι οι όποιες μεταβολές στο RNA του ιού επηρεάζουν ελάχιστα ή καθόλου την αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

Ένας παράγοντας που θα πρέπει επίσης να εξετάσουμε είναι η μεταπήδηση του SARS-CoV-2 σε κάποιο άλλο είδος (όπως συνέβη για παράδειγμα με τα μινκ), καθώς αυτό μπορεί να διευκολύνει την εμφάνιση μεταλλάξεων.

Η αλληλεπίδραση του SARS-CoV-2 με άλλου ιούς που κυκλοφορούν στον άνθρωπο αποτελεί ένα  ακόμη πρόβλημα που δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Το αναπνευστικό σύστημα του ανθρώπου αποτελεί περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσονται συχνά αρκετοί διαφορετικοί ιοί.

Οι ιοί αυτοί έχουν την ικανότητα να αναστέλλουν ή να διευκολύνουν τον πολλαπλασιασμό άλλων ιών. Γνωρίζουμε σήμερα ότι χάρη στην κοινωνική αποστασιοποίηση, η εξάπλωση των περισσοτέρων ιών του αναπνευστικού συστήματος, όπως η γρίπη και ο RSV, έχει περιοριστεί σε σημαντικό βαθμό.

Τι θα συμβεί όμως με τους παραπάνω ιούς όταν σταματήσουν τα lockdown και τα παραπάνω μέτρα;

Τέλος, θα πρέπει να εξετάσουμε την προέλευση του SARS-CoV-2 προκειμένου να προληφθεί η εμφάνιση ενός παρόμοιου ιού στο μέλλον.

Τα διαθέσιμα δεδομένα σήμερα δείχνουν ότι ο ιός ξεκίνησε κατά πάσα πιθανότητα στη νοτιοανατολική Ασία από νυχτερίδες. Ωστόσο, η διαδρομή που ακολούθησε για να φτάσει τελικά στον άνθρωπο είναι ακόμα άγνωστη.

Η επίλυση του παραπάνω προβλήματος θα μας βοηθήσει να προστατευτούμε από αντίστοιχες πανδημίες στο μέλλον.

Η παρούσα πανδημία, αν μη τι άλλο, απέδειξε ότι όταν υπάρχει η κατάλληλη χρηματοδότηση και υποστήριξη, η επιστήμη έχει την ικανότητα να προσφέρει λύσεις γρήγορα. Αυτό που μένει να απαντηθεί είναι πως θα χρησιμοποιήσουμε αυτά που μάθαμε από την πανδημία της COVID-19 στην αντιμετώπιση άλλων σοβαρών υγειονομικών κρίσεων, όπως για παράδειγμα η αντιμικροβιακή αντοχή.