Από την αρχή της πανδημίας του COVID-19 καταβάλλονται μεγάλες προσπάθειες με σκοπό την ανάπτυξη ενός εμβολίου για τον SARS-CoV-2. Εφόσον ο στόχος αυτός επιτευχθεί σχετικά γρήγορα, θα καταφέρουμε να περιορίσουμε σημαντικά τόσο την εξάπλωση του ιού όσο και τον αριθμό των θανάτων, μέσω της ανοσίας της αγέλης.

Αν και η επιστημονική κοινότητα έχει επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στον SARS-CoV-2 τους τελευταίους μήνες, υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε για την ανοσία που αναπτύσσεται μετά τη νόσηση με τον ιό, όπως για παράδειγμα ποια είναι η διάρκειά της.

Η παραπάνω πληροφορία είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ανάπτυξη πρωτοκόλλων σχετικά με τα εμβόλια του ιού.

Τι Γνωρίζουμε Σήμερα για την Ανοσία στον COVID-19;

Προς το παρόν, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν οι ασθενείς που έχουν νοσήσει από COVID-19 είναι προστατευμένοι από μελλοντικές λοιμώξεις, καθώς δεν έχουν γίνει ακόμα αρκετές έρευνες γι’ αυτό το θέμα. Η διεξαγωγή των ερευνών αυτού του είδους αποτελεί σημαντική πρόκληση καθώς θα πρέπει να ελεγχθεί ένας πολύ μεγάλος αριθμός ασθενών.

Ωστόσο, μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Immunity την Τρίτη, διαπίστωσε ότι ακόμα και οι ασθενείς που παρουσιάζουν ήπια συμπτώματα από COVID-19, παράγουν εξουδετερωτικά αντισώματα τα οποία παραμένουν για 5-7 μήνες ή περισσότερο.

Στην παραπάνω έρευνα εξετάστηκαν συνολικά 30.000 εθελοντές που νόσησαν με COVID-19 την άνοιξη. Αν και τα αποτελέσματα της έρευνας είναι θετικά, οι επιστήμονες δεν εξέτασαν αν οι ασθενείς που εξετάστηκαν είχαν εκτεθεί ξανά στον ιό και αν τα αντισώματα τους προστάτευσαν από μία νέα λοίμωξη.

Μία προηγούμενη έρευνα είχε παρατηρήσει ότι τα αντισώματα για τον SARS-CoV-2 διατηρούνται για τουλάχιστον 3 μήνες. Η προδημοσίευση αυτή είχε δείξει μάλιστα ότι ακόμα και οι ασθενείς με ήπια συμπτώματα παρουσιάζουν ανοσία.

Οι ασθενείς που εξετάστηκαν είχαν Β και Τ λεμφοκύτταρα μνήμης τα οποία ήταν «λειτουργικά» σύμφωνα με τους επιστήμονες.

Τα κύτταρα μνήμης ουσιαστικά επιτρέπουν στο ανοσοποιητικό σύστημα να εκκινήσει άμεσα μία νέα, ισχυρότερη απόκριση σε περίπτωση που κληθεί να αντιμετωπίσει εκ νέου τον ίδιο ιό.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε μία μελλοντική έκθεση στον SARS-CoV-2, τα αντισώματα σε συνδυασμό με τα Β και Τ λεμφοκύτταρα θα μπορέσουν να προστατεύσουν τον ασθενή από τα συμπτώματα, αλλά και από τη μετάδοση του ιού σε άλλα άτομα.

Η ανοσιακή μνήμη για ορισμένες νόσους, όπως η ιλαρά, διαρκεί αρκετά χρόνια. Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν συμβαίνει το ίδιο και με τον COVID-19.

Σε μία άλλη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο The New England Journal of Medicine, επιστήμονες από την Ισλανδία εξέτασαν 1107 ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID-19 και είχαν θετικές εξετάσεις για αντισώματα.

Εξετάζοντας ξανά τους ασθενείς 4 μήνες αργότερα, διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 στους παραπάνω ασθενείς δεν είχαν μειωθεί.

Σήμερα υπάρχουν, ωστόσο, αρκετά άλλα ερωτήματα σχετικά με την ανοσία που δεν έχουν ακόμα απαντηθεί. Αυτά περιλαμβάνουν:

  • Μπορούν τα αντισώματα να προστατεύσουν από μελλοντικές λοιμώξεις; Αν ναι, ποια είναι η διάρκεια της προστασίας που προσφέρουν;
  • Υπάρχουν χαρακτηριστικά του ασθενούς (όπως η ηλικία) που επηρεάζουν την ανοσία;
  • Υπάρχουν παράγοντες που σχετίζονται με τη λοίμωξη (όπως για παράδειγμα η σοβαρότητα της νόσησης) που επηρεάζουν την ανοσία;
  • Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος εκτίμησης της ανοσίας; Είναι τα επίπεδα των αντισωμάτων; Υπάρχει ένα συγκεκριμένο είδος αντισώματος που πρέπει να εξεταστεί;
  • Ποια είναι η διάρκεια της προστασίας που προσφέρει ο εμβολιασμός;

Μέχρι να έχουμε απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι σημαντικό να συνεχίσουμε ευλαβικά την τήρηση των μέτρων πρόληψης.

Οι Θετικές Εξετάσεις Αντισωμάτων Αποτελούν Ένδειξη Ανοσίας;

Αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα στο παραπάνω ερώτημα. Η παρουσία αντισωμάτων προς το παρόν απλά επιβεβαιώνει ότι ο ασθενής έχει ιστορικό έκθεσης στον ιό.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι για ορισμένες λοιμώξεις τα αντισώματα μπορούν να προστατεύσουν τον ασθενή από μελλοντικές λοιμώξεις. Σε άλλες λοιμώξεις, τα αντισώματα δεν προστατεύουν από την επαναμόλυνση, αλλά περιορίζουν σημαντικά τη συμπτωματολογία του ασθενούς αν νοσήσει ξανά. Τέλος, υπάρχουν και λοιμώξεις στις οποίες τα αντισώματα δεν προσφέρουν καμία προστασία.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ακόμη, ότι αρκετές εξετάσεις μπορεί να καταλήξουν σε «ψευδώς θετικά» αποτελέσματα. Η εξέταση μπορεί να ανιχνεύσει αντισώματα για έναν παρόμοιο ιό, τα οποία, ωστόσο, δεν προστατεύουν τον ασθενή από τον COVID-19.

Τι είναι η Ανοσία της Αγέλης και γιατί είναι Σημαντική;

Αν ο αριθμός των ατόμων που έχουν αποκτήσει ανοσία για ένα παθογόνο, είτε μέσω φυσικής λοίμωξης είτε μέσω εμβολίου, είναι αρκετά υψηλός, τότε ο κίνδυνος μόλυνσης ενός ατόμου που δεν έχει ανοσία είναι πολύ χαμηλός. Η παραπάνω πρόταση ουσιαστικά περιγράφει την ανοσία της αγέλης.

Η ανοσία της αγέλης είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα μέλη της κοινότητας που δεν μπορούν να εμβολιαστούν (όπως τα βρέφη, οι ηλικιωμένοι και οι ανοσοκατεσταλμένοι). Τα άτομα αυτά ουσιαστικά βασίζονται στον υπόλοιπο πληθυσμό προκειμένου να προστατευτούν από τις λοιμώξεις.

Ωστόσο, το να επιτρέψουμε στον ιό να κυκλοφορήσει στην κοινότητα προκειμένου να επιταχυνθεί η ανοσία της αγέλης, σίγουρα είναι μία λανθασμένη προσέγγιση.

Όπως γνωρίζουμε σήμερα, ο COVID-19 είναι δυνητικά απειλητικός για τη ζωή σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, επομένως η εσκεμμένη έκθεση του πληθυσμού στον ιό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη.

Ο ιδανικός τρόπος για την επίτευξη ανοσίας της αγέλης είναι η ανάπτυξη ενός εμβολίου.