Οι επιδράσεις του COVID-19 στους πνεύμονες είναι γνωστές από την αρχή της πανδημίας. Οι ασθενείς που νοσούν σοβαρά από τη νόσο καταλήγουν συχνά με χρόνιες βλάβες στους πνεύμονες και δυσκολίες στην αναπνοή μετά την αποδρομή της νόσου.

Γνωρίζουμε επίσης ότι ο COVID-19 μπορεί να επηρεάσει και την καρδιά των ασθενών. Νέα δεδομένα που δημοσιεύτηκαν τις τελευταίες εβδομάδες δείχνουν μάλιστα ότι ο ιός μπορεί να προκαλέσει καρδιακές βλάβες ακόμα και σε ασυμπτωματικούς ασθενείς με COVID-19. Τα παραπάνω ανησυχητικά ευρήματα έχουν κάνει αρκετούς γιατρούς επιφυλακτικούς αναφορικά με την επανέναρξη της άσκησης σε ασθενείς τους οι οποίοι είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό στο παρελθόν.

Οι καρδιακές βλάβες που προκαλεί ο COVID-19 είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει αρκετά και τους αθλητικούς οργανισμούς. Ένας αθλητής ράγκμπι από το Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα στις ΗΠΑ αρνήθηκε να επιστρέψει στην ενεργό δράση εξ’ αιτίας καρδιακών βλαβών από τον ιό, ενώ το ίδιο παρατηρήθηκε και σε έναν αθλητή από το Πανεπιστήμιο του Χιούστον ο οποίος ανέφερε «καρδιακές επιπλοκές». Πάνω από 12 αθλητές στις σχολές Power Five των ΗΠΑ παρουσίασαν σημαντικές βλάβες στο μυοκάρδιο μετά τη λοίμωξη με COVID-19, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί αναστολή των αγώνων μέχρι το 2021. Αθλητές άλλων σπορ στις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων και το baseball, είχαν επίσης αντίστοιχα περιστατικά, με αποτέλεσμα με τερματιστεί πρόωρα η σεζόν.

Γιατί όμως οι αθλητές (και οι λίγκες) παίρνουν τόσο ακραία μέτρα; Η απάντηση είναι ότι το διακύβευμα είναι πολύ υψηλό. Αν και συνήθως υποχωρεί χωρίς προβλήματα, η μυοκαρδίτιδα μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές όπως αρρυθμίες, χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ή ακόμα και αιφνίδιο θάνατο. Πριν λίγες εβδομάδες, ένας πρώην καλαθοσφαιριστής, ο Michael Ojo, κατέληξε από καρδιακές επιπλοκές λίγο μετά την ανάρρωσή του από COVID-19 στη Σερβία.

Πώς επηρεάζεται, άρα, η καρδιά από τον ιό; Η μυοκαρδίτιδα είναι αποτέλεσμα της λοίμωξης που προκαλεί ο ιός στην καρδιά ή συνέπεια της φλεγμονής από την ανεξέλεγκτη ανοσιακή απόκριση. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να παρατηρηθεί σε όλες τις ηλικίες. Σε μία πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο The Lancet, παρουσιάστηκε το περιστατικό ενός 11χρονου παιδιού με MIS-C (multisystem inflammatory syndrome) που κατέληξε από μυοκαρδίτιδα και καρδιακή ανεπάρκεια. Στην αυτοψία, οι γιατροί βρήκαν σωματίδια του ιού στους καρδιακούς ιστούς του παιδιού, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο ιός έπαιξε σημαντικό ρόλο στο θάνατο του τελευταίου. Μία άλλη μελέτη διαπίστωσε την παρουσία ιικών πρωτεϊνών στο μυοκάρδιο 6 ασθενών που κατέληξαν από τον ιό. Ο θάνατος των ασθενών αυτών αποδόθηκε σε πνευμονική ανεπάρκεια, καθώς κανένας από αυτούς δεν είχε κλινικά συμπτώματα από την καρδιά, ούτε ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου.

Ο Ossama Samuel, επικεφαλής στο τμήμα καρδιολογίας του Mount Sinai Beth Israel της Νέας Υόρκης αναφέρθηκε προσφάτως σε μία μικρή ομάδα νεαρών ενηλίκων ασθενών οι οποίοι παρουσίασαν μυοκαρδίτιδα περίπου 1 μήνα μετά την ανάρρωσή τους από COVID-19. Ένας από τους παραπάνω ασθενείς παρουσίασε μυοκαρδίτιδα περίπου 4 εβδομάδες μετά την ανάρρωσή του από τον ιό. Οι γιατροί ακολούθως χορήγησαν στεροειδή και ο ασθενής παρουσίασε περικαρδίτιδα. Μία άλλη ασθενής 40 ετών έχει πλέον μειωμένη καρδιακή λειτουργία εξ’ αιτίας της μυοκαρδίτιδας που προκάλεσε ο ιός, ενώ ένας άνδρας αθλητής ίδιας ηλικίας παρουσιάζει υποτροπιάζουσες και επικίνδυνες κοιλιακές αρρυθμίες, με αποτέλεσμα να φορά πλέον απινιδωτή για προληπτικούς λόγους. Η MRI που έκανε ο ασθενής ανέδειξε ίνωση και ούλωση του μυοκαρδίου, η οποία ενδεχομένως είναι μόνιμη.

Η διάγνωση της μυοκαρδίτιδας αποτελεί συχνά πρόκληση για τους γιατρούς. Εμφανίζεται συνήθως με συμπτώματα όπως δύσπνοια, στηθάγχη, πυρετό και αίσθημα κόπωσης, ενώ ορισμένοι ασθενείς είναι εντελώς ασυμπτωματικοί.

Ένας 34χρονος άνδρας διαγνώστηκε με μυοκαρδίτιδα από COVID-19 και σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί στη ΜΕΘ και να λάβει καρδιακή υποστήριξη εξ’ αιτίας της σημαντικής έκπτωσης στην καρδιακή λειτουργία. Ο ασθενής παρέμεινε για 2 εβδομάδες στο νοσοκομείο, ωστόσο παρουσίασε επιδείνωση μετά το εξιτήριο που έλαβε. Καθώς οι βλάβες στην καρδιά δεν έχουν υποχωρήσει, ο ασθενής δεν έχει επιστρέψει στην εργασία του από το Μάρτιο.

Σύμφωνα με ορισμένες έρευνες, περίπου το 7% των θανάτων του COVID-19 αποδίδονται στη μυοκαρδίτιδα. Η αρρυθμία που συχνά συνοδεύει τη μυοκαρδίτιδα είναι επίσης ανησυχητική και εμφανίζεται σε αρκετούς ασθενείς με COVID-19. Αν και η συχνότητα των αρρυθμιών σε ασθενείς που αναρρώνουν από ιογενείς λοιμώξεις δεν είναι γνωστή, μία μελέτη διαπίστωσε ότι το 78% περίπου των ασθενών παρουσιάζουν κοιλιακή αρρυθμία, ενώ στο 30% εξελίσσεται σε σοβαρή αρρυθμία 27 μήνες αργότερα.

Αν και οι περισσότεροι ειδικοί πιστεύουν ότι το 50% περίπου των περιστατικών μυοκαρδίτιδας υποχωρούν χωρίς χρόνιες επιπλοκές, ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι αρκετοί ασθενείς με COVID-19 έχουν βλάβες που σχετίζονται με μυοκαρδίτιδα αρκετούς μήνες μετά τη λοίμωξη με τον ιό. Μία προδημοσίευση που εξέτασε 139 επαγγελματίες υγείας που νόσησαν και ανάρρωσαν από COVID-19, διαπίστωσε ότι 10 εβδομάδες μετά την αρχική εμφάνιση των συμπτωμάτων, το 37% διαγνώστηκε με μυοκαρδίτιδα ή μυοπερικαρδίτιδα.

Οι καρδιακές βλάβες που παραμένουν για εβδομάδες ή ακόμα και μήνες σίγουρα προκαλούν ανησυχία και είναι κάτι που θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Μια έρευνα από τη Γερμανία διαπίστωσε ότι το 78% των ασθενών που ανάρρωσαν από COVID-19 (η πλειοψηφία εκ των οποίων είχε ήπια συμπτώματα) παρουσίασαν καρδιακές βλάβες περισσότερο από 2 μήνες μετά την αρχική διάγνωση της νόσου. Το 60% είχε μάλιστα ακόμα φλεγμονή στο μυοκάρδιο. Η επικεφαλής της παραπάνω έρευνας, Elike Nagel, υποστήριξε ότι αν και οι παρατηρήσεις της έρευνας δεν πρέπει να προκαλέσουν ανησυχία στους ασθενείς, «τα ποσοστά της καρδιακής ανεπάρκειας θα αυξηθούν τις επόμενες δεκαετίες εξ’ αιτίας του COVID-19».

Η αντιμετώπιση της μυοκαρδίτιδας μπορεί επίσης να είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Ευτυχώς, σε ένα σημαντικό αριθμό περιστατικών, η νόσος υποχωρεί χωρίς θεραπεία. Γνωρίζουμε σήμερα ότι τα στεροειδή και οι ανοσοσφαιρίνες δεν προσφέρουν οφέλη στην αντιμετώπιση της οξείας ιογενούς μυοκαρδίτιδας, ωστόσο πιθανώς τα στεροειδή έχουν χρησιμότητα σε ασθενείς νεαρής ηλικίας που παρουσιάζουν αυτοάνοσες μορφές της νόσου. Επίσης, είναι προφανές ότι ένα εμβόλιο θα βοηθήσει σημαντικά στην πρόληψη των παραπάνω περιστατικών.

Μέχρι τότε, θα πρέπει να φοράμε μάσκα, να τηρούμε τα μέτρα της κοινωνικής αποστασιοποίησης και να περνάμε περισσότερο χρόνο στο σπίτι. Προς το παρόν, το καλύτερο όπλο μας είναι η πρόληψη.

Βιβλιογραφία: Scientific American