Από την αρχή της πανδημίας του COVID-19 και την καταγραφή των πρώτων περιστατικών από τη Wuhan, το Ιράν και αργότερα την Ιταλία, γνωρίζουμε ότι η απώλεια της όσφρησης (ανοσμία) αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της νόσου. Σήμερα, μετά από μήνες κυκλοφορίας του ιού στον πληθυσμό, έχουμε πλέον περισσότερα δεδομένα σχετικά με τον τρόπο που προκαλείται το σύμπτωμα αυτό από τον ιό.

Ένα από τα συχνότερα αίτια της ανοσμίας είναι οι ιογενείς λοιμώξεις, όπως για παράδειγμα το κοινό κρυολόγημα, η ιγμορίτιδα ή άλλες λοιμώξεις του ανωτέρου αναπνευστικού συστήματος. Οι 4 εποχικοί κορονοϊοί που συνδέονται με συμπτώματα κοινού κρυολογήματος, μπορεί επίσης να προκαλέσουν ανοσμία. Στις παραπάνω περιπτώσεις, η όσφρηση επανέρχεται μετά την αποδρομή των συμπτωμάτων, καθώς το σύμπτωμα αποδίδεται στη ρινική συμφόρηση, η οποία δεν επιτρέπει στα αρωματικά μόρια να φτάσουν στους υποδοχείς της όσφρησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανοσμία μπορεί να παραμείνει για μήνες ή και χρόνια.

Στον SARS-CoV-2, ωστόσο, η ανοσμία εμφανίζεται με διαφορετικό τρόπο. Αρκετοί ασθενείς με COVID-19 αναφέρουν αιφνίδια απώλεια της όσφρησης και στη συνέχεια πλήρη επαναφορά της αίσθησης αυτής μέσα σε 1 ή 2 εβδομάδες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι, στους περισσότερους από αυτούς τους ασθενείς, δεν υπήρχε ρινική συμφόρηση, επομένως η ανοσμία αποδίδεται σε άλλα αίτια. Σε άλλους ασθενείς, η ανοσμία παρέμεινε για αρκετές εβδομάδες. Οι θεωρίες σχετικά με τους μηχανισμούς του συμπτώματος αυτού στον COVID-19 θα πρέπει να μπορούν να εξηγήσουν και τις δύο παραπάνω κατηγορίες ασθενών.

Η απότομη επαναφορά της όσφρησης μάς δείχνει ότι πιθανώς η ανοσμία είναι αποτέλεσμα απόφραξης η οποία δεν επιτρέπει στα διάφορα μόρια να φτάσουν στους υποδοχείς της ρινός που σχετίζονται με την όσφρηση.

Σήμερα έχουμε πλέον δεδομένα από αξονικές τομογραφίες της ρινός σε ασθενείς με COVID-19 που παρουσίασαν ανοσμία. Όπως διαπιστώθηκε, η οσφρητική σχισμή, το τμήμα δηλαδή της ρινός που ευθύνεται για την όσφρηση, έχει φραγεί λόγω οιδήματος των μαλακών ιστών και βλέννης στη περιοχή. Η υπόλοιπη ρίνα είναι φυσιολογική και οι ασθενείς δεν έχουν δυσκολίες στην αναπνοή.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι ο ιός SARS-CoV-2 μολύνει τα κύτταρα μέσω πρόσδεσης στους ACE2 υποδοχείς, οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία του ανωτέρου αναπνευστικού συστήματος. Μία πρωτεΐνη που λέγεται TMPRSS2 βοηθά στη συνέχεια τον ιό να εισέλθει στα κύτταρα. Μόλις βρεθεί στο εσωτερικό των κυττάρων, ο ιός πολλαπλασιάζεται και προκαλεί τη φλεγμονώδη απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος. Αυτό είναι το σημείο που ξεκινούν οι καταστροφικές επιδράσεις του ιού στον οργανισμό.

Αρχικά πιστεύαμε ότι ο ιός μπορεί να μολύνει και να καταστρέψει τους οσφρητικούς νευρώνες. Αυτά είναι τα κύτταρα που μεταδίδουν τα σήματα της όσφρησης στην περιοχή του εγκεφάλου που ερμηνεύει την αίσθηση αυτή.

Ωστόσο, μία διεθνής ομάδα έδειξε προσφάτως ότι οι οσφρητικοί νευρώνες δεν φέρουν τους ACE2 υποδοχείς που χρησιμοποιεί ο ιός για να εισέλθει στα κύτταρα. Ωστόσο, τα κύτταρα που υποστηρίζουν τους οσφρητικούς νευρώνες (sustentacular cells) φέρουν τους παραπάνω υποδοχείς και ως αποτέλεσμα μπορούν να υποστούν βλάβες από τον ιό.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία σήμερα, τα υποστηρικτικά αυτά κύτταρα επηρεάζονται από τον ιό και το ανοσοποιητικό σύστημα προκαλεί οίδημα στην περιοχή αυτή, χωρίς να επηρεάζονται οι οσφρητικοί νευρώνες. Όταν το ανοσοποιητικό σύστημα καταφέρει να αντιμετωπίσει τον ιό, το οίδημα υποχωρεί και τα αρωματικά μόρια μπορούν να φτάσουν και πάλι στους άθικτους υποδοχείς της όσφρησης με αποτέλεσμα να επανέρχεται η όσφρηση.

Γιατί όμως η όσφρηση δεν επιστρέφει σε ορισμένους ασθενείς; Αν και η θεωρία αυτή ακόμα δεν έχει επιβεβαιωθεί, προς το παρόν φαίνεται ότι είναι αποτέλεσμα της φλεγμονής. Η φλεγμονή αποτελεί την απόκριση του οργανισμού στις βλάβες και προκαλεί απελευθέρωση χημικών ουσιών που καταστρέφουν τους ιστούς.

Όταν η φλεγμονή είναι σοβαρή, μπορεί να προκληθούν βλάβες και στα γειτονικά υγιή κύτταρα. Πιθανώς μέσω του παραπάνω μηχανισμού προκαλούνται βλάβες στους οσφρητικούς νευρώνες.

Στην περίπτωση αυτή, η επαναφορά της όσφρησης είναι πιο αργή καθώς οι οσφρητικοί νευρώνες χρειάζονται χρόνο προκειμένου να επανέλθουν χρησιμοποιώντας τα αρχέγονα κύτταρα της ρινός. Μετά την αρχική ανάρρωση από τον ιό, μπορεί να εμφανιστεί παροσμία, δηλαδή διαταραχή της οσμής, με αποτέλεσμα ο ασθενής να αντιλαμβάνεται διαφορετικά την κάθε οσμή.

Φυσιοθεραπεία για τη Ρίνα

Η όσφρηση αναφέρεται από αρκετούς ως «η Σταχτοπούτα των αισθήσεων», καθώς είναι η αίσθηση που αγνοείται περισσότερο από την επιστημονική κοινότητα. Ωστόσο, τους τελευταίους μήνες έχει απασχολήσει αρκετούς ερευνητές εξ’ αιτίας της πανδημίας του COVID-19. Το θετικό είναι ότι στο μέλλον θα μάθουμε αρκετά σχετικά με το ρόλο των ιών στην ανοσμία. Ωστόσο, τι γίνεται με τους ασθενείς που έχουν τώρα ανοσμία;

Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι οι οσφρητικοί νευρώνες είναι δυνατό να αναγεννηθούν. Νέοι οσφρητικοί νευρώνες αναπτύσσονται σε όλους μας, συνέχεια. Η διαδικασία αυτή μπορεί να επισπευσθεί μάλιστα μέσω της φυσιοθεραπείας της ρινός.

Η τελευταία περιλαμβάνει εκπαίδευση της ρινός για διάφορες οσμές και υπάρχουν αρκετά δεδομένα που δείχνουν ότι είναι αποτελεσματική. Προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι δεν μπορεί να βοηθήσει και τους ασθενείς με COVID-19.

Φωτογραφία: Good Free Photos