Μόλις εμφανίστηκαν τα πρώτα περιστατικά COVID-19 στις ΗΠΑ στα μέσα Μαρτίου, ο Διοικητικός Σύμβουλος της Pfizer Inc, Albert Bourla, επικοινώνησε με τους ειδικούς επιστήμονες εμβολίων της εταιρίας και τους έδωσε μία σαφή οδηγία:

«Βασικά μας είπε ότι ‘η εντολή που έχετε είναι να φτιάξετε ένα εμβόλιο. Αν χρειαστείτε χρηματοδότηση, ζητήστε τη και θα την πάρετε’», δήλωσε ο επικεφαλής της ομάδας για την ανάπτυξη εμβολίων, Philip Dormitzer.

Το εγχείρημα αυτό ήταν κάτι που δεν είχε επιτευχθεί ποτέ στο παρελθόν, δηλαδή η ανάπτυξη ενός εμβολίου για τον τερματισμό της πανδημίας σε λιγότερο από 1 έτος.

«Ο Διοικητικός Σύμβουλος δεν ήθελε να επηρεαστούμε από τα εμπόδια και τις προκλήσεις. Μας είπε ότι είναι προτιμότερο να προσπαθήσουμε ένα στόχο που μοιάζει ανέφικτος, καθώς ακόμα κι αν αποτύχουμε, θα έχουμε κάνει κάτι αξιοθαύμαστο», είπε ο Dormitzer, προσθέτοντας ότι το κόστος για την ανάπτυξη ενός εμβολίου μπορεί να φτάσει ακόμα και το 1 δις δολάρια.

Την εντολή του Διοικητικού Συμβούλου ακολούθησε μία εντατική έρευνα η οποία διεξήχθη κάτω από αυστηρά μέτρα lockdown, χρησιμοποιώντας παράλληλα αρκετά δεδομένα από έρευνες για τον καρκίνο και τη γρίπη, σύμφωνα με τους επιστήμονες των Pfizer και BioNTech. Αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής ήταν η ανακοίνωση στις 9 Νοεμβρίου των πρώτων θετικών αποτελεσμάτων από τις κλινικές δοκιμές του εμβολίου. Το εμβόλιο αναμένεται να κυκλοφορήσει ευρέως τον Απρίλιο του 2021, καθώς υπάρχουν ακόμα αρκετά εμπόδια που θα πρέπει να ξεπεραστούν.

Τη Δευτέρα που μας πέρασε, η Moderna Inc, μία εταιρία βιοτεχνολογίας που χρηματοδοτήθηκε με σχεδόν 1 δις δολάρια από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ανακοίνωσε ότι και το δικό της εμβόλιο, το οποίο χρησιμοποίησε παρόμοια τεχνολογία με αυτή της Pfizer, έχει υψηλή αποτελεσματικότητα.

Και οι δύο εταιρίες ανακοίνωσαν ότι από τα πρώιμα δεδομένα η αποτελεσματικότητα (efficacy) των εμβολίων τους είναι πάνω από 90%, ένα ποσοστό εξαιρετικά υψηλό, αναπτερώνοντας τις ελπίδες για τον άμεσο τερματισμό της πανδημίας η οποία έχει προκαλέσει ήδη πάνω από 1.3 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως, έχει καταστρέψει την οικονομία και έχει διαταράξει την καθημερινότητα δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Τα αποτελέσματα των εμβολίων από τις παραπάνω εταιρίες ουσιαστικά επιβεβαιώνουν τις προσπάθειες ετών από αρκετές μικρότερες εταιρίες βιοτεχνολογίας, οι οποίες είχαν υποστηρίξει ότι ο οργανισμός του ανθρώπου μπορεί να λειτουργήσει ως εργοστάσιο παραγωγής εμβολίων. Τα εμβόλια τόσο της Pfizer όσο και της Moderna περιέχουν τροποποιημένο γενετικό υλικό το οποίο καθοδηγεί τα κύτταρα του οργανισμού, με αποτέλεσμα τα τελευταία να παράγουν ιικές πρωτεΐνες που επάγουν μία ανοσιακή απόκριση.

Κατά την ανάπτυξη του εμβολίου των Pfizer/BioNTech, η επιλογή της έκδοσης του εμβολίου που θα εξεταστεί στην κλινική δοκιμή με τους 44.000 εθελοντές έγινε μέσα σε λίγες ημέρες, ενώ συνήθως χρειάζονται αρκετοί μήνες.

Ωστόσο, ο πόλεμος κατά της πανδημίας βρίσκεται ακόμα στην αρχή του. Οι Pfizer/BioNTech και η Moderna θα πρέπει αρχικά να επιβεβαιώσουν τα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του εμβολίου και ακολούθως θα πρέπει να τα κοινοποιήσουν στην επιστημονική κοινότητα και τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς (όπως το FDA), οι οποίοι τελικά θα αποφασίσουν αν το εμβόλιο μπορεί να πάρει επείγουσα έγκριση. Ακολούθως οι εταιρίες θα πρέπει να αυξήσουν την παραγωγή με αποτέλεσμα να προετοιμάσουν τουλάχιστον 2 δισεκατομμύρια δόσεις μέχρι το τέλος του 2021.

Χρησιμοποιώντας Δεδομένα από Έρευνες για τη Γρίπη και τον Καρκίνο

Ο Dormitzer της εταιρίας Pfizer είναι πιο έτοιμος σε σχέση με άλλους ειδικούς για την αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων, καθώς ήταν επικεφαλής στην ομάδα ανάπτυξης εμβολίων της Novartis AG στην πανδημία του Η1Ν1 το 2009. Η ομάδα αυτή έφτιαξε τελικά 3 εμβόλια στην ταχύτερη, μέχρι σήμερα, απόκριση σε μία πανδημία.

Στη Novartis AG, ο Dormitzer ξεκίνησε για πρώτη φορά να ασχολείται με την ανάπτυξη εμβολίων χρησιμοποιώντας αγγελιαφόρο ριβονουκλεϊκό οξύ ή mRNA, το οποίο περιέχει οδηγίες για τα ανθρώπινα κύτταρα. Στα εμβόλια αυτού του είδους, χορηγείται ένα τμήμα mRNA το οποίο περιέχει οδηγίες για την παραγωγή ενός τμήματος του ιού από τα ανθρώπινα κύτταρα. Το τμήμα αυτό αναγνωρίζεται ως απειλή από το ανοσοποιητικό σύστημα το οποίο εκκινεί μία προστατευτική απόκριση. Κατά συνέπεια, το εμβόλιο δεν περιέχει καθόλου ιούς.

Αντιθέτως, για την ανάπτυξη ενός τυπικού εμβολίου χρησιμοποιούνται συνήθως τμήματα κατεστραμμένων ή εξασθενημένων ιών, τα οποία συνέχεια χορηγούνται μέσω του εμβολίου, προκειμένου να προκληθεί ανοσιακή απόκριση.

Το πλεονέκτημα των mRNA εμβολίων και ο λόγος που η ανάπτυξη και παραγωγή τους είναι τόσο ταχεία, είναι ότι το μόνο που χρειάζεται να αλλάξει είναι η πληροφορία που περιέχει το mRNA. Αν ο ιός μεταλλαχθεί, τότε μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα και η παραπάνω αλληλουχία.

Μία συνεργάτης του Dormitzer στην Pfizer, η Julia Li, ξεκίνησε να ψάχνει για συνεργάτες στην ανάπτυξη εμβολίων mRNA πριν μερικά χρόνια. Η Li κατέληξε τελικά στη Γερμανική εταιρία βιοτεχνολογίας BioNTech, η οποία χρησιμοποιούσε την τεχνολογία του mRNA για την ανάπτυξη αντικαρκινικών θεραπειών. Ιδρυτές και επικεφαλής της παραπάνω εταιρίας ήταν ο Ugur Sahin και η σύζυγός του, Oezlem Tuereci.

«Αρχικά ήμουν ενάντια σε αυτή τη συνεργασία», είπε ο Dormitzer. «Γιατί να συνεργαστούμε με μία εταιρία που ασχολείται με αντικαρκινικά φάρμακα; Εμείς ασχολούμαστε με ιογενείς λοιμώξεις».

Ωστόσο, η Li είδε κάτι περισσότερο. Η BioNTech είχε μεγάλες δυνατότητες στην παραγωγή mRNA εμβολίων, μία ικανή επιστημονική ομάδα και ήθελε να ξεκινήσει να ασχολείται με λοιμώδη νοσήματα. «Αποφασίσαμε να πάμε στη Γερμανία και να συναντηθούμε με τους επιστήμονες της BioNTech», είπε ο Dormitzer. Τον Αύγουστο του 2018, οι δύο εταιρίες ξεκίνησαν τη συνεργασία τους προσπαθώντας να αναπτύξουν ένα mRNA εμβόλιο για τη γρίπη.

Από τον Ιανουάριο του 2020, ο Sahin είχε αρχίσει να ασχολείται με την ανάπτυξη ενός εμβολίου για τον SARS-CoV-2, είπε η Katalin Kariko, αντιπρόεδρος της εταιρίας και πρωτοπόρος στην τεχνολογία του mRNA. Ο Sahin σχεδίασε μάλιστα ο ίδιος αρκετά από τα πρώτα mRNA εμβόλια που δοκιμάστηκαν.

Στις αρχές Μαρτίου, οι δύο εταιρίες ξεκίνησαν μία συνεργασία με σκοπό την ανάπτυξη εμβολίου για τον SARS-CoV-2, αξίας 750 εκατομμυρίων δολαρίων.

Και οι δύο εταιρίες γνώριζαν ότι τα εμβόλια mRNA λειτουργούν διαφορετικά στα πειραματόζωα συγκριτικά με τον άνθρωπο. Για το λόγο αυτό, μετά τις πρώιμες κλινικές μελέτες που διασφάλισαν την ασφάλεια των παραπάνω, ξεκίνησαν τις κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους στις οποίες εξέτασαν περισσότερα από 1 εμβόλια.

Οι πρώτες κλινικές δοκιμές φάσης 1 ξεκίνησαν τον Απρίλιο στη Γερμανία και το Μάιο στις ΗΠΑ, οι οποίες εξέτασαν συνολικά 4 διαφορετικά εμβόλια με σκοπό να διαπιστώσουν ποιο είναι περισσότερο αποτελεσματικό στον άνθρωπο.

Την 1η Ιουλίου, οι Pfizer και BioNTech δημοσίευσαν πρώιμα δεδομένα από την κλινική δοκιμή φάσης 1 από 45 ενήλικες, από τα οποία ήταν εμφανές ότι το εμβόλιο Β1 ήταν το πιο ασφαλές. Διαπιστώθηκε επίσης ότι το εμβόλιο μπορεί να προκαλέσει υψηλότερη παραγωγή αντισωμάτων σε σχέση με αυτή που παρατηρείται σε ασθενείς που νόσησαν με φυσική λοίμωξη.

Στις 20 Ιουλίου, η κλινική δοκιμή από τη Γερμανία έδειξε για πρώτη φορά ότι το εμβόλιο μπορεί να προκαλέσει παραγωγή Τ λεμφοκυττάρων τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την ανοσιακή απόκριση στον SARS-CoV-2.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, οι εταιρίες αποφάσισαν να εξετάσουν το εμβόλιο Β1 σε 44.000 εθελοντές από τις ΗΠΑ, την Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Γερμανία, τη Νότια Αφρική και την Τουρκία.

Ωστόσο, στις 24 Ιουλίου, λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της παραπάνω κλινικής μελέτης, οι επιστήμονες των εταιριών ενημερώθηκαν σχετικά με τα αποτελέσματα του εμβολίου Β2. Το εμβόλιο αυτό ήταν ικανό να προκαλέσει εξίσου ισχυρή ανοσιακή απόκριση με το Β1, με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες στους ηλικιωμένους.

Οι επιστήμονες αποφάσισαν τότε να εξετάσουν το εμβόλιο Β2 και όχι το Β1 στη μεγάλη κλινική δοκιμή φάσης 3.

Η ανάπτυξη του εμβολίου προχώρησε με τόσο ταχύ ρυθμό που αρκετοί επιστήμονες έκαναν εβδομάδες να δουν τις οικογένειες και τα παιδιά τους. Ο ίδιος ο Dormitzer είχε να δει την οικογένειά του από το Μάρτιο, με εξαίρεση ορισμένες κλήσεις από το Zoom.

Παράλληλα, εκατοντάδες εργαζόμενοι στο ερευνητικό κέντρο της Pfizer στη Νέα Υόρκη, τηρούσαν αυστηρά τα μέτρα πρόληψης του COVID-19. Η εταιρία διατήρησε μάλιστα ανοιχτές όλες τις πόρτες στο το κεντρικό της κτίριο έτσι ώστε οι εργαζόμενοι να μην χρειάζεται να ακουμπούν τα πόμολα. Επιπλέον, κάθε εργαζόμενος θα έπρεπε να αναφέρει με ποια άτομα είχε έρθει σε επαφή κάθε μέρα, έτσι ώστε αν εμφανιστεί κάποιο κρούσμα να μπορεί να γίνει ταχεία ιχνηλάτηση.

Καθώς η δήλωση συμμετοχής από τους εθελοντές δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί, ο Bourla ανακοίνωσε ότι θα είχαμε τα πρώτα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του εμβολίου στα τέλη Οκτωβρίου.

Στις 9 Νοεμβρίου, μετά τα πρώτα 94 θετικά κρούσματα στην κλινική μελέτη, η Pfizer έκανε την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Ο Dormitzer δήλωσε ότι έμαθε τα αποτελέσματα μόλις λίγες ώρες πριν την ανακοίνωση της εταιρίας.

«Δε νομίζω κανένας από εμάς να περίμενε αποτελεσματικότητα πάνω από 90%», υποστήριξε. Ο στόχος που είχε θέσει το FDA ήταν το 50%.

Βιβλιογραφία: Medscape