Καθώς ο αριθμός των ασθενών που κάνουν εξετάσεις για τον COVID-19 αυξάνεται, ορισμένοι ειδικοί προειδοποιούν ότι η εξέταση για το νέο κορονοϊό μπορεί να μην έχει τόσο υψηλή ακρίβεια όσο πιστεύουμε.

Συγκεκριμένα, μία πρώιμη μελέτη από την Κίνα έδειξε ότι η συχνότερη εξέταση για τον COVID-19 καταλήγει σε «ψευδώς αρνητικά» αποτελέσματα σε ποσοστό μέχρι και 30%!

«Το σημαντικότερο πρόβλημα με την εξέταση του SARS-CoV-2 είναι ότι δεν είχαμε αρκετό χρόνο να εξετάσουμε την αποτελεσματικότητά της πριν αρχίσει να χρησιμοποιείται ευρέως στα διάφορα διαγνωστικά εργαστήρια», είπε ο Dr Gary L. LeRoy, πρόεδρος του American Academy of Family Physicians.

«Οι περισσότερες εξετάσεις PCR και αντισωμάτων τελειοποιούνται στο εργαστήριο σε μία διαδικασία που μπορεί να πάρει χρόνια, πριν αρχίσουν να χρησιμοποιούνται ευρέως. Σήμερα, λόγω της ανάγκης για διαγνώσεις άμεσα η διαδικασία αυτή επισπεύσθηκε», είπε ο LeRoy. «Το σημαντικότερο πρόβλημα με τις ψευδώς θετικές εξετάσεις είναι ότι αν κάποιος λάβει αρνητικά αποτελέσματα, πιστεύει ότι δεν έχει μολυνθεί, επομένως μπορεί να συνεχίζει να μεταδίδει τον ιό εν αγνοία του».

Γιατί Εμφανίζονται «Ψευδώς Αρνητικά» Αποτελέσματα;

Η συχνότερη διαγνωστική εξέταση για τον COVID-19 είναι μία μοριακή εξέταση γνωστή ως RT-PCR.

Για την εξέταση αυτή λαμβάνεται φαρυγγικό ή ρινικό δείγμα από τον ασθενή.

«Η θεωρία είναι ότι ο ιός εγκαθίσταται στις βλεννογόνους μεμβράνες του φάρυγγα πίσω από τη ρίνα», είπε ο Dr William Schaffner, ένας ειδικός λοιμωξιολόγος από το Vanderbilt University Medical Center στο Τένεσι. «Επομένως, το δείγμα πρέπει να λαμβάνεται όχι από το πρόσθιο, αλλά από το πίσω μέρος της ρινός, αρκετά βαθιά. Όταν ληφθεί το δείγμα αυτό στέλνεται στο εργαστήριο και εξετάζεται με μοριακή τεχνολογία για να διαπιστωθεί η παρουσία του ιού».

«Όταν η ποσότητα του ιού στο δείγμα είναι πολύ μικρή ή όταν το δείγμα δεν ελήφθη με σωστή μέθοδο, μπορεί να έχουμε ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα. Πιθανώς ο γιατρός δεν πήρε το δείγμα από την περιοχή που είχε εγκατασταθεί ο ιός και επομένως η εξέταση βγήκε αρνητική».

Ένας άλλος ειδικός, ο Dr Lee Harold Hilborne, καθηγητής παθολογοανατομίας και μικροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια του Λος Άντζελες, δήλωσε ότι δεν υπάρχει εξέταση που έχει ακρίβεια 100% και υποστήριξε ότι τα ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα αποδίδονται συνήθως σε λανθασμένες τεχνικές κατά τη λήψη του δείγματος.

«Όλες οι εξετάσεις έχουν διαφορετικού βαθμού ευαισθησία και ειδικότητα. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι δεν υπάρχει τέλεια εξέταση. Το 30% των ψευδώς θετικών εξετάσεων αποδίδεται σε σφάλματα κατά τη συλλογή του δείγματος και όχι στην ανάλυσή τους στο εργαστήριο», πρόσθεσε.

«Η πλειοψηφία των λανθασμένων αποτελεσμάτων στις διαγνωστικές εξετάσεις αποδίδεται σε λάθη που γίνονται πριν το δείγμα φτάσει στο εργαστήριο», συμπλήρωσε. «Γνωρίζουμε ότι κατά τη συλλογή του δείγματος, ο γιατρός μπορεί να μην καταφέρει να λάβει σωματίδια του ιού. Αυτό δεν είναι κάτι σπάνιο. Πρώιμες έρευνες έχουν δείξει ότι οι γιατροί λαμβάνουν σωστά δείγματα σε ποσοστό 60-75%. Αυτό σημαίνει ότι ένα δείγμα από έναν ασθενή με COVID-19 που φτάνει στο εργαστήριο, μπορεί να μην περιέχει σωματίδια του ιού στο 25-40% των περιπτώσεων».

Τι Σημαίνει Αυτό

Ο Hillborne περιέγραψε ένα υποθετικό σενάριο όπου εξετάζονται 100 ασθενείς με πιθανό COVID-19.

Οι γιατροί θα λάβουν από τους ασθενείς αυτούς δείγματα με ποσοστό επιτυχίας 65%. Από τους 100 ασθενείς που εξετάστηκαν, τελικά οι 20 έχουν θετικά αποτελέσματα.

Τι συμβαίνει όμως με αυτούς που είχαν αρνητικές εξετάσεις;

«Αν το ποσοστό επιτυχίας στη λήψη του δείγματος είναι 65%, αυτό σημαίνει ότι θα υπάρχουν περίπου 10-11 ασθενείς που πάσχουν από COVID-19 αλλά είχαν αρνητικές εξετάσεις. Αυτό σημαίνει ότι 1/3 ασθενείς που νοσούσε στο παραπάνω σενάριο θα είχε αρνητικές εξετάσεις, παρά το γεγονός ότι η ανάλυση του δείγματος στο εργαστήριο έγινε χωρίς λάθη», εξήγησε ο Hillborne.

Γιατί έχει Σημασία η Παραπάνω Διαπίστωση;

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), κάθε ασθενής που νοσεί από COVID-19 μεταδίδει τη νόσο σε τουλάχιστον 2 άλλα άτομα.

Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι ακόμα κι αν ένας συμπτωματικός ασθενής κάνει εξετάσεις και βγουν αρνητικές θα πρέπει και πάλι να μπει σε καραντίνα.

«Αν κάποιος έχει συμπτώματα του COVID-19, δηλαδή πυρετό, βήχα και δύσπνοια, αλλά οι εξετάσεις του είναι αρνητικές, πρέπει να μπει σε καραντίνα για να περιοριστεί μία πιθανή μετάδοση του ιού», είπε ο LeRoy. «Οι εξετάσεις δεν έχουν ακρίβεια 100% και μία αρνητική εξέταση δεν σημαίνει πάντοτε ότι ο ασθενής δεν έχει τη νόσο».

Αρκετοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων και το CDC, τόνισαν επίσης ότι αν κάποιος έχει αρνητικές εξετάσεις, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν θα παρουσιάσει συμπτώματα.

«Αν κάνετε εξετάσεις για COVID-19 και λάβετε αρνητικά αποτελέσματα, αυτό σημαίνει ότι πιθανώς δεν είχατε μολυνθεί όταν έγινε η λήψη του δείγματος. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα νοσήσετε. Είναι πιθανό το δείγμα να είχε ληφθεί νωρίς ή να μολυνθήκατε αργότερα. Με άλλα λόγια, μία αρνητική εξέταση δεν εγγυάται ότι δεν θα νοσήσετε», σύμφωνα με το CDC.

Τελευταία δεδομένα δείχνουν επίσης ότι τα περισσότερα περιστατικά μετάδοσης της νόσου συμβαίνουν από ασυμπτωματικούς ή προσυμπτωματικούς ασθενείς, επομένως είναι σημαντικό να τηρούμε όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση του ιού.