Οι ασθενείς που νοσούν από το νέο κοροναϊό (SARS-CoV-2) έχουν αυξημένη πιθανότητα να καταλήξουν αν είναι ηλικιωμένοι, αν έχουν συμπτώματα σήψης ή διαταραχές της πήξης του αίματος. Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία έρευνα που εξέτασε μία ομάδα ασθενών που νόσησαν από Covid-19 και νοσηλεύτηκαν στην Κίνα.

Στην αρχή της επιδημίας, όλοι οι ασθενείς που νόσησαν από Covid-19 νοσηλεύτηκαν σε δύο νοσοκομεία του Wuhan. Μέχρι την 1η Φεβρουαρίου, κάθε ασθενής που είχε θετική διάγνωση για τον SARS-CoV-2, μεταφερόταν σε ένα από τα παραπάνω δύο νοσοκομεία.

Μέχρι τις 31 Ιανουαρίου, 191 ενήλικες νοσηλεύτηκαν για τη λοίμωξη με τον ιό και ανάρρωσαν ή κατέληξαν στα νοσοκομεία αυτά. Ο Bin Cao και οι συνεργάτες του από το China-Japan Friendship Hospital και το Capital Medical University στο Πεκίνο, εξέτασαν τα παραπάνω περιστατικά, αναζητώντας κοινά χαρακτηριστικά σε αυτούς που επιβίωσαν από τον ιό και αυτούς που κατέληξαν από αυτόν.

Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 56 και το 62% από αυτούς ήταν άνδρες. Το 50% περίπου των ασθενών είχαν υποκείμενα νοσήματα, τα οποία ήταν συνήθως υπέρταση ή διαβήτης.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet.

Από τους 191 ασθενείς, οι 137 ανάρρωσαν από τον ιό ενώ οι 54 κατέληξαν. Ο μέσος χρόνος από την εμφάνιση των συμπτωμάτων μέχρι το εξιτήριο από το νοσοκομείο ήταν 22 ημέρες, όπως δήλωσαν οι επιστήμονες. Οι ασθενείς που δεν κατάφεραν να επιβιώσουν, κατέληξαν σε περίπου 18.5 ημέρες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Όπως διαπιστώθηκε, ο διαβήτης και η στεφανιαία νόσος συνδέονται με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Οι ηλικιωμένοι διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο θανάτου από τη νόσο, ενώ το ίδιο ισχύει και γι’ αυτούς που προσήλθαν στο νοσοκομείο με συμπτώματα σήψης ή διαταραχές της πήξης του αίματος. Συνολικά, περισσότερο από το 50% των ασθενών που νοσηλεύτηκαν με τον ιό παρουσίασαν σήψη.

«Η χειρότερη πρόγνωση στους ηλικιωμένους αποδίδεται, εν μέρει, στη σχετιζόμενη με την ηλικία έκπτωση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος και τα αυξημένα επίπεδα φλεγμονής. Τα παραπάνω ενισχύουν τον πολλαπλασιασμό του ιού και οδηγούν σε παρατεταμένη απόκριση στη φλεγμονή, γεγονός που προκαλεί μόνιμες βλάβες στην καρδιά, τον εγκέφαλο και άλλα όργανα», είπε ο Zhibo Liu από το Jinyintan Hospital στο Wuhan, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν επίσης ότι οι ασθενείς που νοσούν από Covid-19 συνεχίζουν να απελευθερώνουν σωματίδια του ιού και είναι μεταδοτικοί για περίπου 20 μέρες μετά την αρχική εμφάνιση των συμπτωμάτων ή μέχρι να καταλήξουν. «Η διάρκεια της απελευθέρωσης σωματιδίων του ιού που διαπιστώθηκε στην έρευνά μας πρέπει να επηρεάσει τη διάρκεια απομόνωσης των ασθενών αλλά και τα μέτρα που θα πρέπει να εφαρμοστούν σε όσους έχουν επιβεβαιωμένη λοίμωξη από Covid-19», είπε ο Cao.

Βιβλιογραφία: New Scientist