Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, σήμερα δεν υπάρχει ακόμα εμβόλιο ή αποτελεσματική θεραπεία για τον COVID-19. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή διεξάγονται αρκετές έρευνες που εξετάζουν διάφορα φάρμακα για τον ιό. Ορισμένες από αυτές έχουν αναδείξει θεραπείες που μπορούν να καταστείλουν την υπερβολική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος ή να αναστείλουν τον πολλαπλασιασμό του SARS-CoV-2.

Η δεξαμεθαζόνη, ένα στεροειδές που περιορίζει την ανοσιακή απόκριση, έγινε το πρώτο φάρμακο που μπορεί αποδεδειγμένα να μειώσει τα ποσοστά θνησιμότητας στους ασθενείς με COVID-19. Η έρευνα RECOVERY, η οποία εξέτασε περισσότερους από 2000 ασθενείς διαπίστωσε ότι η χορήγηση του παραπάνω φαρμάκου μπορεί να μειώσει κατά 33% τη θνησιμότητα στους διασωληνωμένους ασθενείς και κατά 20% σε αυτούς που έλαβαν οξυγόνο χωρίς να χρειαστούν διασωλήνωση.

«Η έρευνα έδειξε ότι το φάρμακο μπορεί να προσφέρει οφέλη στους ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση», είπε ο Sheuli Porkess. Το φάρμακο έχει πλέον εγκριθεί σε αρκετές χώρες για την αντιμετώπιση του COVID-19.

Τον Ιούνιο, οι ΗΠΑ αγόρασαν σχεδόν το σύνολο των παγκοσμίων αποθεμάτων ρεμδεσιβίρης, ενός αντιιικού φαρμάκου που είχε δείξει καλά στοιχεία στην αντιμετώπιση του ιού Ebola. Η αγορά αυτή έγινε μετά τη δημοσίευση μίας έρευνας που έδειξε ότι το φάρμακο μπορεί να μειώσει το χρόνο ανάρρωσης μέχρι και κατά 4 ημέρες στους ασθενείς με COVID-19.

Ωστόσο, άλλες έρευνες που εξέτασαν την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου κατέληξαν σε διαφορετικά αποτελέσματα. Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο δεν παρατήρησε κλινικά οφέλη από τη χορήγηση του φαρμάκου, ενώ μία ανάλυση από την Gilead, την εταιρία που παρασκευάζει το φάρμακο, διαπίστωσε ότι μειώνει τον κίνδυνο θανάτου στους ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση. Η φαρμακευτική εταιρία προειδοποίησε, ωστόσο, ότι χρειάζεται να γίνουν πιο λεπτομερείς μελέτες. Το φάρμακο έχει εγκριθεί σήμερα σε αρκετές χώρες. Σύντομα θα γνωρίζουμε περισσότερα με την ολοκλήρωση της μελέτης Solidarity.

Ένα άλλο φάρμακο που εξετάζεται σήμερα είναι το αντιφλεγμονώδες τοκιλιζουμάμπη, το οποίο χρησιμοποιείται στη θεραπεία της αρθρίτιδας, με ορισμένες μελέτες να δείχνουν ότι μπορεί να προσφέρει οφέλη στην αντιμετώπιση του COVID-19.

Μία πρωτεΐνη που εξετάζεται ως προς την αποτελεσματικότητά της στην αντιμετώπιση του COVID-19 είναι η ιντερφερόνη βήτα. Η χορήγηση της πρωτεΐνης αυτής (σε μορφή inhaler) μειώνει τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης κατά 79%, σύμφωνα με μία πρόσφατη προδημοσίευση. Ωστόσο, η έρευνα που εξέτασε το παραπάνω φάρμακο ήταν σχετικά μικρή και οι παρατηρήσεις της θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μελλοντικές μελέτες.

Μία άλλη επιλογή για τη θεραπεία του COVID-19 είναι το πλάσμα αίματος από ασθενείς που έχουν αναρρώσει. Το πλάσμα περιέχει αντισώματα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του ιού. Το Μάιο αρκετές εταιρίες συνεργάστηκαν με σκοπό να εξετάσουν τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της παραπάνω θεραπείας, ωστόσο ακόμα δεν υπάρχουν δημοσιεύσεις σχετικά με αυτή.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν αρκετά άλλα φάρμακα που ήδη εξετάζονται ως προς την αποτελεσματικότητά τους στην αντιμετώπιση του COVID-19. Την προηγούμενη εβδομάδα, δημοσιεύτηκε μία ανάλυση για χιλιάδες φάρμακα που έχουν εγκριθεί για άλλες παθήσεις, από την οποία αναδείχθηκαν συνολικά 13 που μπορούν να αναστείλουν τον πολλαπλασιασμό του SARS-CoV-2 σε καλλιέργειες κυττάρων.

Εκτός από ήδη υπάρχοντα φάρμακα, αρκετές εταιρίες προσπαθούν επίσης να αναπτύξουν και εντελώς νέα.

Τέλος, υπάρχουν και φάρμακα που έχουν απορριφθεί ως μη αποτελεσματικά, όπως ο συνδυασμός λοπιναβίρης-ριτοναβίρης. Οι έρευνες που εξέτασαν τον παραπάνω συνδυασμό, κατέληξαν ότι δεν μπορεί να προσφέρει οφέλη, τουλάχιστον σε νοσηλευόμενους ασθενείς.

Ένα φάρμακο που είχε συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας στην αρχή της πανδημίας ήταν η υδροξυχλωροκίνη. Το φάρμακο αυτό, αν και είχε δείξει μεγάλη αποτελεσματικότητα στις αρχικές μελέτες, αποδείχτηκε αργότερα ότι είχε υπερκτιμηθεί. Ωστόσο, εξετάζεται ακόμα από διάφορες έρευνες, καθώς αρκετές μελέτες σχετικά με την αποτελεσματικότητά του είχαν χρησιμοποιήσει ψευδή δεδομένα.

Προς το παρόν, το ερευνητικό ενδιαφέρον έχει επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση των σοβαρών οξέων συμπτωμάτων του ιού. Ωστόσο, καθώς η έρευνα προοδεύει θα πρέπει να αναζητηθούν θεραπείες και για τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις του.

Βιβλιογραφία: New Scientist