Η κολχικίνη, ένα αντιφλεγμονώδες φάρμακο που χρησιμοποιείται στη θεραπεία της ουρικής και της ρευματοειδούς αρθρίτιδας έχει πιθανώς χρησιμότητα στη θεραπεία του COVID-19, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας τυχαιοποιημένης κλινικής μελέτης.

Η έρευνα προέρχεται από την Ελλάδα και είχε τίτλο “Greek Study in the Effects of Colchicine in COVID-19 Complications Prevention” ή GRECCO-19. Οι ερευνητές χώρισαν τυχαία 105 ασθενείς με COVID-19 σε δύο ομάδες εκ των οποίων η μία έλαβε την τυπική αγωγή για 3 εβδομάδες ενώ η άλλη έλαβε την τυπική αγωγή σε συνδυασμό με κολχικίνη. Όπως διαπίστωσαν οι επιστήμονες, ο χρόνος μέχρι την κλινική επιδείνωση παρουσίασε βελτίωση στην ομάδα που έπαιρνε κολχικίνη, αν και δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στους βιοδείκτες της φλεγμονής και της καρδιακής λειτουργίας.

«Η κολχικίνη είναι ένα παλιό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τις αντιφλεγμονώδεις και τις αντιμιτωτικές του ιδιότητες», είπε ο επικεφαλής της έρευνας Σπυρίδων Δευτεραίος, MD, PhD, καθηγητής καρδιολογίας στο Αττικό Νοσοκομείο και το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας.

«Αν και η έρευνά μας δεν εξέτασε το μηχανισμό δράσης, πιστεύουμε ότι οι θετικές επιδράσεις από τη χορήγηση του φαρμάκου αποδίδονται στις αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές του, καθώς και στις αντιθρομβωτικές δράσεις που παρατηρήθηκαν τόσο στον πληθυσμό της έρευνάς μας όσο και στη βιβλιογραφία», πρόσθεσε.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open.

Φλεγμονώδης Απόκριση

Ο Δευτεραίος και οι συνεργάτες του έχουν μελετήσει τη χρησιμότητα της κολχικίνης σε διάφορες περιπτώσεις την τελευταία δεκαετία. Καθώς ο επιστήμονας γνωρίζει καλά το προφίλ ασφάλειας του φαρμάκου, τους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς και τις κλινικές δράσεις του τόνισε ότι «ήταν αναπόφευκτο να εξετάσουμε αν η κολχικίνη μπορεί να προσφέρει οφέλη σε μία νόσο όπου η φλεγμονώδης απόκριση παίζει σημαντικό ρόλο».

Θέλοντας να απαντήσουν στο παραπάνω ερώτημα, οι ερευνητές έκαναν μία κλινική μελέτη διάρκειας 3 εβδομάδων (από τις 3 Απριλίου μέχρι τις 27 Απριλίου 2020).

Για την έρευνά τους χώρισαν τους 105 ασθενείς με COVID-19 (58.1% άνδρες, μέση ηλικία 64) σε δύο ομάδες εκ των οποίων η μία έλαβε χαμηλή δόση κολχικίνης (1.5 mg αρχική δόση, 0.5 mg μετά από 1 ώρα και στη συνέχεια 0.5 mg κολχικίνης κάθε μέρα) σε συνδυασμό με την τυπική θεραπεία (50 ασθενείς), ενώ η ομάδα ελέγχου έλαβε μόνο την τυπική θεραπεία (55 ασθενείς).

Οι δύο ομάδες είχαν παρόμοια δημογραφικά χαρακτηριστικά, κλινική κατάσταση και εργαστηριακές εξετάσεις στην αρχή της έρευνας. Η τυπική θεραπεία που έλαβαν οι ασθενείς ήταν χλωροκίνη ή υδροξυχλωροκίνη σε συνδυασμό με αζιθρομυκίνη.

Οι ερευνητές εξέτασαν 3 πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία (endpoints) και 3 δευτερεύοντα. Τα 3 πρώτα ήταν τα επίπεδα της καρδιακής τροπονίνης υψηλής ευαισθησίας, ο χρόνος που χρειάζεται η CRP για να φτάσει τριπλάσια τιμή σε σχέση με το ανώτατο όριο αναφοράς και η χρόνος μέχρι την επιδείνωση της νόσου κατά 2 πόντους σε μία κλίμακα με τιμές από 1 έως 7. Τα δευτερεύοντα endpoints ήταν το ποσοστό των ασθενών που χρειάστηκε διασωλήνωση, η θνησιμότητα από όλα τα αίτια και ο αριθμός, το είδος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η διάρκεια της νοσηλείας ήταν μεγαλύτερη κατά 1 ημέρα στην ομάδα ελέγχου (12 έναντι 13 ημέρες).

Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες για τα 2 πρώτα primary endpoints. Ωστόσο, στο 3ο κλινικό πρωτεύον καταληκτικό σημείο, δηλαδή στο χρόνο επιδείνωσης η ομάδα ελέγχου είχε 14% ενώ η ομάδα που έλαβε κολχικίνη είχε μόλις 1.8%.

Ο μέσος χρόνος επιβίωσης χωρίς συμβάματα ήταν 18.6 ημέρες στην ομάδα ελέγχου και 20.7 ημέρες στην ομάδα που έπαιρνε κολχικίνη. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με παρόμοια ποσοστά στις δύο ομάδες, ωστόσο η διάρροια εμφανίστηκε συχνότερα στην ομάδα που έπαιρνε κολχικίνη.

Στην τελευταία, παρατηρήθηκε επίσης μείωση στα επίπεδα των D-dimer, «γεγονός που επιβεβαιώνει τις αντιφλεγμονώδεις και αντιθρομβωτικές δράσεις του φαρμάκου», τόνισαν οι συγγραφείς.

Η βελτίωση του χρόνου μέχρι την κλινική επιδείνωση «ήταν ένα από τα πρωτεύοντα endpoints της έρευνας και, πράγματι, μόλις 1 στους 55 ασθενείς παρουσίασε σημαντική επιδείνωση στην ομάδα που έπαιρνε κολχικίνη, ενώ στην ομάδα ελέγχου η αναλογία ήταν υψηλότερη με 7 στους 50 ασθενείς να παρουσιάζουν επιδείνωση».

Από τους 8 ασθενείς που παρουσίασαν σημαντική επιδείνωση, ο 1 χρειάστηκε μηχανικό αερισμό, οι 6 διασωληνώθηκαν, ενώ ο τελευταίος παρουσίασε αιφνίδια καρδιοαναπνευστική ανακοπή.

«Κατά συνέπεια, βλέπουμε ότι η κολχικίνη μπορεί πιθανώς να προσφέρει οφέλη στους παραπάνω ασθενείς», υποστήριξε ο Δευτεραίος. Τόνισε ωστόσο ότι τα αποτελέσματα της έρευνας, αν και αποτελούν σημαντική βάση για τις μελλοντικές έρευνες, θα πρέπει να ερμηνευθούν με προσοχή.

Επείγουσα Κατάσταση

Ο Δευτεραίος υποστήριξε ότι ο COVID-19 αποτελεί μία «επείγουσα κατάσταση» η οποία «έχει αλλάξει τον τρόπο που λαμβάνονται αποφάσεις τόσο από τους γιατρούς όσο και από τους ερευνητές».

Κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος του COVID-19, οι θεραπευτικοί αλγόριθμοι περιελάμβαναν θεραπείες που δεν είχαν εξεταστεί σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες επομένως «η απόφαση για τη χορήγηση ενός φαρμάκου βασιζόταν στις οδηγίες τοπικών οργανισμών υγείας οι οποίοι είχαν βασιστεί στην εξέταση των διαθεσίμων δεδομένων εκείνη τη στιγμή».

Υποστήριξε επίσης ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν αρκετές έρευνες για την κολχικίνη που χρειάζονται εθελοντές και υπάρχουν σχέδια για να εξεταστεί το φάρμακο και σε ασθενείς με ήπιο COVID-19 που δεν χρειάζονται νοσηλεία.

«Η ιατρική βασισμένη σε αποδείξεις είναι μαραθώνιος και όχι αγώνας ταχύτητας. Στην έρευνά μας προσπαθήσαμε να ακολουθήσουμε την παραπάνω κατεύθυνση», κατέληξε ο Δευτεραίος.

Βιβλιογραφία: Medscape