Μετά την έγκριση και κυκλοφορία των εμβολίων της COVID-19, ένα σημαντικό ερώτημα που έχει αναδειχθεί αφορά την επίτευξη ανοσίας της αγέλης και τη διατήρησή της με σκοπό τον τερματισμό της πανδημίας. Σχεδόν 1 έτος μετά την έναρξη της πανδημίας, έχουμε πλέον μία καλύτερη εικόνα σχετικά με την ανοσιακή απόκριση στον ιό SARS-CoV-2. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, τα αντισώματα για τον SARS-CoV-2, παραμένουν στον ορό για τουλάχιστον 6-7 μήνες μετά τη λοίμωξη στο 90% περίπου των ασθενών. Οι μεταβολές στα επίπεδα των αντισωμάτων είναι αντίστοιχες με αυτές που παρατηρούνται σε άλλες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος. Τα αντισώματα φτάνουν τη μέγιστη τιμή τους περίπου 3 εβδομάδες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων, ενώ εμφανίζεται και απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα, όπως θα περιμέναμε.

Τι σημαίνουν όμως οι παραπάνω παρατηρήσεις για την πανδημία της COVID-19; Θα επιτευχθεί ανοσία της αγέλης; Θα καταφέρουν τα εμβόλια να εξαλείψουν τον SARS-CoV-2; Θα χρειαστεί να γίνονται συχνά ενισχυτικές δόσεις του εμβολίου;

Η Ανοσία στους Κορονοϊούς του Ανθρώπου

Σήμερα υπάρχουν 4 ενδημικοί κορονοϊοί οι οποίοι κυκλοφορούν στον πληθυσμό και προκαλούν ασυμπτωματική ή ήπια λοίμωξη με συμπτώματα κοινού κρυολογήματος. Οι ιοί αυτοί μπορεί να επηρεάσουν άτομα κάθε ηλικίας. Είναι επίσης δυνατό να προκαλέσουν συχνά επαναμολύνσεις με αρκετούς ασθενείς να νοσούν ξανά μέσα σε διάστημα λίγων μηνών. Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι περισσότεροι ασθενείς που μολύνονται με τον SARS-CoV-2 είναι ασυμπτωματικοί ή παρουσιάζουν ήπια συμπτώματα. Όπως έχει παρατηρηθεί και σε άλλες λοιμώξεις, η ήπια λοίμωξη οδηγεί συνήθως σε χαμηλότερα επίπεδα αντισωμάτων. Κατά συνέπεια, μπορεί να χρειαστούν περισσότερες της μίας μολύνσεις προκειμένου να αναπτυχθεί επαρκής ανοσία. Ωστόσο, αντίθετα με τους ενδημικούς κορονοϊούς ο SARS-CoV-2 μπορεί να φτάσει σε αρκετά διαφορετικά όργανα με αποτέλεσμα να εμφανιστεί συστηματική ανοσιακή απόκριση. Όπως γνωρίζουμε σήμερα, η προσβολή του κατωτέρου αναπνευστικού συστήματος από τον ιό συνδέεται με ισχυρότερη ανοσία μεγαλύτερης διάρκειας. Δεδομένα ερευνών για τους προηγούμενους ιούς SARS-CoV και MERS-CoV που είχαν την παραπάνω ικανότητα, έδειξαν ότι τα αντισώματα που παράγονται μετά τη λοίμωξη με τους ιούς αυτούς μπορεί να φτάσει τα 2-5 χρόνια.

Τα Εμβόλια θα Καταφέρουν να Σταματήσουν την Πανδημία;

Αν και ο ιός κυκλοφορεί ήδη για μόλις 1 έτος, η ανάπτυξη των εμβολίων γι’ αυτόν έχει βασιστεί σε δεκαετίες ερευνών. Σύμφωνα με τις παρούσες εκτιμήσεις, τα εμβόλια θα καταφέρουν να τερματίσουν την πανδημία της COVID-19. Αν η επίτευξη ανοσίας της αγέλης γίνει αποκλειστικά με φυσικές λοιμώξεις, ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που ανήκει σε ευπαθείς ομάδες θα εκτεθεί σε έναν αδικαιολόγητο κίνδυνο. Ένα άλλο σημαντικό ερώτημα είναι αν τα εμβόλια θα είναι αποτελεσματικά στην πρόληψη των επαναμολύνσεων ή αν θα καταφέρουν να εξαλείψουν εντελώς τον SARS-CoV-2. Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι πιθανώς όχι. Τα εμβόλια της COVID-19 έχουν εξεταστεί εκτενώς σε πειραματόζωα. Η ενδομυϊκή χορήγηση εμβολίων με εξασθενημένους ιούς μπορεί να προκαλέσει παραγωγή εξουδετερωτικών αντισωμάτων, προστατεύοντας από τη νόσηση. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους ενάντια σε ιούς που προσβάλλουν το βλεννογόνο είναι περιορισμένη και δεν έχουν την ικανότητα να περιορίζουν την ιική απέκκριση.

Κατά συνέπεια, ο SARS-CoV-2 θα συνεχίσει πιθανώς να κυκλοφορεί στον πληθυσμό. Οι 4 ενδημικοί κορονοϊοί ενδεχομένως είχαν κυκλοφορήσει επίσης αρκετά στο παρελθόν και δεν αποκλείεται να ευθύνονται για ορισμένες επιδημίες που λανθασμένα αποδόθηκαν στον ιό της γρίπης. Σύμφωνα με τις παρούσες εκτιμήσεις, η κυκλοφορία του SARS-CoV-2 αναμένεται να είναι αντίστοιχη με αυτή των εποχικών κορονοϊών, στους οποίους διατηρείται μία ανοσία περίπου 60-70% μέσω επαναμολύνσεων. Αν επιτευχθεί το ίδιο ποσοστό ανοσίας και στον SARS-CoV-2 τότε θα μπορούμε να προλάβουμε τις μεγάλες επιδημίες. Εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα θα είναι η επανεισαγωγή του ιού σε κοινότητες που δεν έχουν ανοσία. Οι λοιμώξεις σε νεαρή ηλικία και οι επαναμολύνσεις αργότερα θα είναι ικανές πιθανώς να προσφέρουν επαρκή ανοσία. Σημαντικότερα, όσοι δεν έχουν ανοσία μέσω φυσικής λοίμωξης ή εμβολιασμού θα είναι επίσης προστατευμένοι σε κάποιο βαθμό από την ανοσία της αγέλης.

Ένα σημαντικό σημείο που θα πρέπει να σταθούμε είναι ότι τα παγκόσμια προγράμματα εμβολιασμού για τον SARS-CoV-2 θα ασκήσουν πίεση στον ιό για μεταλλάξεις. Αυτό έχει παρατηρηθεί στο παρελθόν σε όλους τους κορονοϊούς που επηρεάζουν το βλεννογόνο, γεγονός που μπορεί να περιορίσει την αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Ανεξάρτητες μεταλλάξεις του ιού μπορεί επίσης να δημιουργήσουν στελέχη με ανθεκτικότητα στα εμβόλια. Το φαινόμενο αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να μας ανησυχήσει, καθώς το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει περισσότερα από 1 τμήματα του παθογόνου. Αντίθετα με τους ιούς της γρίπης, οι οποίοι παρουσιάζουν μεταλλάξεις με μεγάλη συχνότητα, μέχρι σήμερα έχουν παρατηρηθεί ελάχιστες μεταλλάξεις στον SARS-CoV-2 που οδήγησαν σε νέα στελέχη. Καθώς η συχνότητα των τελευταίων είναι σχετικά χαμηλή, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα επηρεάσουν την ανοσία της αγέλης και δεν θα χρειάζεται να γίνονται συχνά ενισχυτικές δόσεις του εμβολίου, τουλάχιστον μετά τα πρώτα χρόνια.

Το Μέλλον της Πανδημίας

Αυτή τη στιγμή δεν είναι δυνατό να κάνουμε ασφαλείς προβλέψεις για την πορεία της πανδημίας, ωστόσο τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι η συμπεριφορά του SARS-CoV-2 ομοιάζει σε μεγάλο βαθμό αυτή των υπολοίπων κορονοϊών. Η φυσική νόσηση προκαλεί συνήθως ισχυρή ανοσπαική απόκριση με παραγωγή εξουδετερωτικών αντισωμάτων, καθώς και ανοσιακή μνήμη για παρατεταμένη διάρκεια. Οι ήπιες ή ασυμπτωματικές λοιμώξεις, πιθανώς δημιουργούν χαμηλότερα επίπεδα αντισωμάτων τα οποία φθίνουν ταχύτερα.

Ένα σημαντικό σημείο που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αγνοηθεί είναι ότι η προστασία των ευπαθών ομάδων για την COVID-19 γίνεται σε πληθυσμιακό και όχι σε ατομικό επίπεδο. Τα υψηλά ποσοστά ανοσίας μπορεί να περιορίσουν τόσο την εξάπλωση του ιού όσο και το ιικό φορτίο της κοινότητας. Ωστόσο, ο SARS-CoV-2 δεν αποκλείεται να αποτελέσει τον 5ο ενδημικό κορονοϊό, ο οποίος θα συνεχίσει να κυκλοφορεί προκαλώντας ασυμπτωματικές λοιμώξεις ή συμπτώματα κοινού κρυολογήματος.

Η κυκλοφορία του SARS-CoV-2 στον πληθυσμό θα οδηγήσει σε ικανοποιητικά επίπεδα ανοσίας, τα οποία πιθανώς θα αυξηθούν στις επόμενες γενιές. Ως αποτέλεσμα, οι περισσότεροι ασθενείς θα παρουσιάζουν ήπια ή ασυμπτωματική λοίμωξη, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται και τα περιστατικά σοβαρής νόσησης, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ή ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, όπως συμβαίνει σήμερα και με τους 4 ενδημικούς κορονοϊούς. Δεν αποκλείεται επίσης να εμφανίζονται συχνά και νέα στελέχη, ωστόσο τα τελευταία σπάνια θα μπορούν να παρακάμψουν την ανοσία που προσφέρουν τα εμβόλια. Η διασταυρούμενη ανοσία, η οποία θα ενισχυθεί από τις φυσικές λοιμώξεις, θα είναι ικανή να διασφαλίσει την ανοσία της αγέλης, προστατεύοντας έτσι και από νέα στελέχη του ιού. Κατά συνέπεια, ο μαζικός εμβολιασμός του πληθυσμού θα πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να γίνει η ολοκληρωτική μετάβαση του SARS-CoV-2 σε ενδημικό ιό.