Το ιστορικό λοίμωξης με τους κορονοϊούς που προκαλούν κοινό κρυολόγημα συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας από το Boston Medical Center και το Boston University School of Medicine. Η ίδια έρευνα έδειξε ότι η ανοσία που έχει αναπτυχθεί από προηγούμενες λοιμώξεις με κορονοϊούς δεν μπορεί να προστατεύσει τους ασθενείς από τη μόλυνση με τον SARS-CoV-2. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Clinical Investigation και προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την ανοσιακή απόκριση ενάντια στον SARS-CoV-2.

Η πανδημία του COVID-19 έχει προκαλέσει ήδη περισσότερους από 1 εκατομμύριο θανάτους παγκοσμίως. Αυτή τη στιγμή διεξάγονται αρκετές έρευνες που εξετάζουν τους μηχανισμούς του SARS-CoV-2. Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες έχουν εξερευνήσει γιατί ορισμένοι ασθενείς είναι ασυμπτωματικοί, αλλά και ποιοι είναι οι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο θανάτου. Σήμερα εξετάζονται επίσης αρκετά διαφορετικά εμβόλια και ακόμα δεν γνωρίζουμε ποιο από αυτά είναι πιο αποτελεσματικό στην πρόληψη του COVID-19.

Αν και ο SARS-CoV-2 είναι ένα σχετικά νέο παθογόνο, σήμερα κυκλοφορούν αρκετοί άλλοι κορονοϊοί οι οποίοι παρουσιάζουν εποχικότητα και προκαλούν κοινό κρυολόγημα ή πνευμονία. Ορισμένα τμήματα του γενετικού υλικού των παραπάνω ιών εμφανίζονται και στον SARS-CoV-2, με αποτέλεσμα η ανοσιακή απόκριση του οργανισμού για τους παραπάνω κορονοϊούς να παρουσιάζει κάποιου βαθμού διασταυρούμενη αντιδραστικότητα και για τον SARS-CoV-2.

Στην έρευνά τους, οι επιστήμονες εξέτασαν τα ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία ατόμων που είχαν κάνει εξετάσεις CRP-PCR από τις 18 Μαΐου 2015 μέχρι τις 11 Μαρτίου 2020.  Η παραπάνω εξέταση μπορεί να ανιχνεύσει αρκετά διαφορετικά παθογόνα του αναπνευστικού συστήματος, μεταξύ των οποίων και οι 4 ενδημικοί κορονοϊοί που προκαλούν κοινό κρυολόγημα. Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης δεδομένα από ασθενείς που έκαναν εξετάσεις για τον SARS-CoV-2 από τις 12 Μαρτίου μέχρι τις 12 Ιουνίου 2020. Μετά την προσαρμογή για το φύλο, την ηλικία, το δείκτη μάζας σώματος και το ιστορικό διάγνωσης με σακχαρώδη διαβήτη, διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς με COVID-19 που είχαν θετικές εξετάσεις για έναν από τους 4 ενδημικούς κορονοϊούς στο παρελθόν, είχαν σημαντικά μειωμένο κίνδυνο εισαγωγής στη ΜΕΘ ή διασωλήνωσης. Τα ποσοστά επιβίωσης ήταν επίσης υψηλότερα στην ίδια ομάδα. Ωστόσο, το ιστορικό λοίμωξης από έναν εκ των τεσσάρων εποχικών κορονοϊών δεν συνδέθηκε με μειωμένο κίνδυνο μόλυνσης με τον SARS-CoV-2.

Από τα αποτελέσματα της έρευνας φαίνεται ότι οι ασθενείς που έχουν ιστορικό λοίμωξης από τους κορονοϊούς που προκαλούν κοινό κρυολόγημα παρουσιάζουν ηπιότερα συμπτώματα από τον COVID-19. Μία άλλη ενδιαφέρουσα παρατήρηση της παρούσας έρευνας ήταν ότι αν και η προϋπάρχουσα ανοσία μπορεί να προστατεύσει σε κάποιο βαθμό από τη σοβαρή νόσηση, δεν προστατεύει τους ασθενείς από τη μόλυνση. Αυτό αποτυπώνεται από τη διαφορά στο ποσοστό των ασθενών που νοσηλεύτηκαν ή διασωληνώθηκαν ανάμεσα στις δύο ομάδες, παρά το γεγονός ότι το ποσοστό μολύνσεων ήταν παρόμοιο.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες της έρευνας υποστήριξαν ότι το ιστορικό λοίμωξης από κορονοϊούς του κοινού κρυολογήματος αποτελεί πιθανώς προγνωστικό παράγοντα για τη σοβαρή νόσηση από COVID-19.