Οι ασθενείς με ανεπάρκεια βιταμίνης D διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης με τον SARS-CoV-2 συγκριτικά με αυτούς που έχουν φυσιολογικά επίπεδα της συγκεκριμένης βιταμίνης, όπως έδειξε μία νέα αναδρομική μελέτη από τις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της μελέτης, οι εθελοντές με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D είχαν σχεδόν 2 φορές αυξημένο κίνδυνο να έχουν θετικές εξετάσεις για τον ιό σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

«Οι παραπάνω παρατηρήσεις υποστηρίζουν το ρόλο της βιταμίνης D στην πρόληψη του COVID-19», τόνισαν οι επιστήμονες της έρευνας κατά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων στο JAMA Network Open.

«Η βιταμίνη D είναι σημαντική για τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα συμπληρώματα βιταμίνης D έχει αποδειχθεί ότι μποτεί να μειώσουν τον κίνδυνο λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος. Η μελέτη μας δείχνει ότι αυτό ισχύει και για τον COVID-19», υποστήριξε ο επικεφαλής της έρευνας David Meltzer, MD, PhD από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις.

Σημαντική για το Ανοσοποιητικό Σύστημα

Ο Meltzer και οι συνεργάτες του εξέτασαν 489 ασθενείς (μέση ηλικία 49 ετών, 75% γυναίκες) οι οποίοι είχαν ελέγξει τα επίπεδα της βιταμίνης D περίπου 2 μήνες πριν κάνουν εξετάσεις για COVID-19.

Ως ανεπάρκεια βιταμίνης D ορίστηκαν τα επίπεδα <20ng/mL για την 25-υδροξυχολκαλσιφερόλη ή <18pg/mL για την 1.25-διϋδροξυκαλσιφερόλη.

Οι 125 εθελοντές (25%) είχαν «μάλλον ανεπάρκεια», οι 287 (59%) είχαν «μάλλον επαρκή επίπεδα», ενώ το 16% (78 εθελοντές) ήταν άγνωστο αν είχαν επαρκή ή όχι επίπεδα της βιταμίνης.

Συνολικά 71 εθελοντές (15%) είχαν θετικές εξετάσεις για COVID-19.

Στην ανάλυση που έκαναν οι επιστήμονες, διαπιστώθηκε ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D συνδέεται με 77% αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης με COVID-19. Συγκεκριμένα, τα ποσοστά των εθελοντών με ανεπάρκεια βιταμίνης D που είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό ήταν 21.6%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους εθελοντές με φυσιολογικά επίπεδα ήταν 12.2%.

Προστατευτικές Επιδράσεις της Θεραπείας;

Οι παρατηρήσεις της έρευνας δημιουργούν επίσης ορισμένα ερωτήματα αναφορικά με την ανεπάρκεια βιταμίνης D. Συγκεκριμένα, μπορούν οι θεραπείες για την αντιμετώπιση της ανεπάρκειας να μειώσουν τον κίνδυνο COVID-19;

Όπως διαπιστώθηκε, οι ασθενείς με ανεπάρκεια που έλαβαν θεραπεία για την επαναφορά των επιπέδων σε φυσιολογικά επίπεδα, δεν είχαν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης για COVID-19.

Το γεγονός αυτό δείχνει ότι «η θεραπεία προσφέρει κάποιου βαθμού προστασία, ωστόσο το δείγμα που εξετάσαμε ήταν πολύ μικρό προκειμένου να είμαστε βέβαιοι για την παραπάνω επίδραση», είπε ο Meltzer και οι συνεργάτες του.

«Καθώς η βιταμίνη D συνδέθηκε με μειωμένα ποσοστά COVID-19 στην έρευνά μας, πιθανώς θα πρέπει να εξεταστεί αν έχει χρησιμότητα στην πρόληψη της μετάδοσης του ιού», υποστήριξαν οι επιστήμονες.

Είναι γνωστό ότι η βιταμίνη D ισχυροποιεί την απόκριση της έμφυτης ανοσίας, επομένως μπορεί να περιορίσει τα ποσοστά λοιμώξεων και μολύνσεων από SARS-CoV-2.Η βιταμίνη D επηρεάζει επίσης το μεταβολισμό του ψευδαργύρου, ο οποίος περιορίζει τον πολλαπλασιασμό τω κορονοϊών.

Μία άλλη έρευνα από το Ισραήλ, έδειξε προσφάτως ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στο πλάσμα αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για τη λοίμωξη από COVID-19 και τη νοσηλεία από τη νόσο.

Στην έρευνα αυτή διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς με θετικές εξετάσεις για COVID-19 είχαν 50% αυξημένη πιθανότητα να έχουν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D, μετά την προσαρμογή για μία σειρά παράγοντες.

Τα ποσοστά ανεπάρκειας βιταμίνης D είναι αρκετά υψηλά στο Δυτικό κόσμο και συχνά ξεπερνούν το 50%, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες.

«Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως επηρεάζεται η πιθανότητα μόλυνσης με SARS-CoV-2 από τα επίπεδα της βιταμίνης D», υποστήριξαν οι ερευνητές. «Καθώς η βιταμίνη D είναι φτηνή και ασφαλής, ίσως έχει χρησιμότητα στην πρόληψη της εξάπλωσης του ιού, τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο».

Καταλήγοντας, ο Meltzer και οι συνεργάτες του υποστήριξαν ότι θα πρέπει να γίνουν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα της μελέτης τους.

Βιβλιογραφία: Medscape