Το γεγονός ότι σήμερα δεν υπάρχουν εμβόλια για τον SARS, το MERS και τον HIV, έχει κάνει αρκετούς να πιστεύουν ότι το εμβόλιο για τον COVID-19 ίσως δεν ανακαλυφθεί αρκετά γρήγορα. Οι παραπάνω παθήσεις εμφανίστηκαν, μάλιστα, αρκετά χρόνια νωρίτερα σε σχέση με τον COVID-19, ιδιαίτερα ο ιός HIV. Υπάρχει, επομένως, λόγος να ανησυχούμε;

Στην πραγματικότητα, το εμβόλιο για τον COVID-19 είναι ένας πιο ρεαλιστικός στόχος σε σχέση με τα εμβόλια για τις παραπάνω 3 παθήσεις.

Αρχικά, ο ιός HIV είναι ιδιαίτερα πολύπλοκος και αποτελεί σημαντική πρόκληση για τους επιστήμονες, επομένως ενδέχεται να μην αναπτυχθεί ποτέ εμβόλιο γι’ αυτόν. Καθώς ο ιός στοχεύει το ανοσοποιητικό σύστημα του ξενιστή, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αναπτυχθεί ένα αποτελεσματικό εμβόλιο. Παρουσιάζει επίσης μεταλλάξεις με ταχύτατο ρυθμό, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται αρκετά διαφορετικά στελέχη στον ίδιο ασθενή. Τα διαφορετικά στελέχη του ιού σε έναν ασθενή μάλιστα είναι περίπου τα ίδια σε αριθμό με τα διαφορετικά στελέχη της γρίπης που κυκλοφορούν κάθε χρόνο παγκοσμίως. Αντιθέτως, ο SARS-CoV-2 μεταλλάσσεται πιο αργά σε σχέση με την εποχική γρίπη, γεγονός που τον καθιστά ιδανικό στόχο για την ανάπτυξη ενός εμβολίου.

Ο επόμενος ιός, ο SARS-CoV, προκάλεσε μία μεγάλη επιδημία το 2003. Ευτυχώς, η επιδημία αυτή περιορίστηκε γρήγορα, καθώς ο ιός προκαλούσε πάντοτε σοβαρά συμπτώματα και επομένως ήταν εύκολο να απομονωθούν οι ασθενείς. Επιπλέον, δεν ήταν δυνατό να μεταδοθεί από προσυμπτωματικά ή ασυμπτωματικά άτομα. Μετά τον περιορισμό του ιού το 2003, δεν έχουν εμφανιστεί νέα περιστατικά.

Αν και αρχικά αναπτύχθηκαν αρκετά εμβόλια για τον SARS, η χρηματοδότηση μειώθηκε κατακόρυφα μετά τον περιορισμό της επιδημίας. Επιπλέον, δεν υπήρχε τρόπος να εξεταστεί η αποτελεσματικότητα των εμβολίων και να εγκριθούν. Πώς είναι δυνατόν να δοκιμαστεί ένα εμβόλιο αν δεν υπάρχουν περιστατικά του ιού; Κατά συνέπεια, τα περισσότερα από τα παραπάνω εμβόλιο σταμάτησαν στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξης.

Ο τελευταίος ιός, ο MERS εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2012. Έκτοτε, παρουσιάζονται μικρές επιδημίες κάθε φορά που ο ιός μεταπηδά από τις καμήλες στον άνθρωπο, ενώ υπάρχουν και περιορισμένα περιστατικά μετάδοσης του ιού ανάμεσα σε ανθρώπους. Ορισμένες επιδημίες του MERS εμφανίστηκαν με μεγάλη ταχύτητα, με σημαντικότερη μία που έφτασε στη Νότια Κορέα το 2015. Ωστόσο, η Σαουδική Αραβία, έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην εφαρμογή των μέτρων πρόληψης, με αποτέλεσμα οι επιδημίες του ιού να περιοριστούν σε μεγάλο βαθμό.

Οργανισμοί όπως το Coalition for Epidemic Preparedness Innovations (CEPI) χρηματοδοτούν την ανάπτυξη εμβολίων για τον MERS, ωστόσο είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα των εμβολίων αυτών. Λαμβάνοντας υπόψη το μικρό αριθμό των περιστατικών του ιού, ακόμα και στις ομάδες υψηλού κινδύνου, είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν οι 100.000 εθελοντές που χρειάζονται για τις κλινικές δοκιμές. Ως αποτέλεσμα, δεν είναι δυνατό να εξεταστεί η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολίων.

Φυσικά, αν σήμερα είχαμε εμβόλια για τους SARS και MERS, θα ήταν πολύ ευκολότερο να αναπτύξουμε ένα εμβόλιο για τον COVID-19 τροποποιώντας τα εμβόλια αυτά. Αρκετά από τα εμβόλια που είχαν αναπτυχθεί για τους παραπάνω ιούς και τελικά δεν κατάφεραν να φτάσουν στο στάδιο των κλινικών δοκιμών, εξετάζονται σήμερα σε τροποποιημένες μορφές για τον COVID-19.Το γεγονός ότι δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο για τους SARS και MERS σίγουρα δείχνει ότι υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις στην ανάπτυξη ενός νέου εμβολίου. Ωστόσο, καθώς τα περιστατικά του COVID-19 είναι αρκετά και σήμερα υπάρχει υψηλή χρηματοδότηση στο πεδίο αυτό της έρευνας, θα ξεκινήσουν σύντομα μεγάλες κλινικές δοκιμές για αρκετά διαφορετικά εμβόλια. Κατά συνέπεια, θα γνωρίζουμε σύντομα αν κάποιο από αυτά τα εμβόλια είναι αποτελεσματικό.

Βιβλιογραφία: Medscape