Μία μόνο δόση του πειραματικού εμβολίου της Johnson & Johnson για τον COVID-19 είναι ικανή να προκαλέσει ισχυρή ανοσιακή απόκριση ενάντια στο νέο κορονοϊό, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα μίας κλινικής δοκιμής, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν την Παρασκευή.

Το εμβόλιο, γνωστό ως Ad26.COV2.S, είχε παρόμοια ανοχή σε δύο διαφορετικές δόσεις, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα. Το γεγονός ότι το εμβόλιο χρειάζεται μία μόνο δόση, αντίθετα με τα εμβόλια της Moderna Inc και της Pfizer Inc, μπορεί να διευκολύνει σημαντικά τη διανομή του εμβολίου.

Ένας παράγοντας που είναι προς το παρόν άγνωστος είναι η αποτελεσματικότητα του εμβολίου στους ηλικιωμένους. Συγκεκριμένα, ακόμα δεν είναι γνωστό αν το εμβόλιο προκαλεί εξίσου ισχυρή ανοσιακή απόκριση σε ασθενείς άνω των 65 ετών.

Η κλινική μελέτη, η οποία εξέτασε συνολικά 1000 υγιείς ενήλικες, ξεκίνησε μετά τις επιτυχείς κλινικές δοκιμές του εμβολίου σε πειραματόζωα. Στις τελευταίες, διαπιστώθηκε ότι μία μόνο δόση μπορεί να προκαλέσει ισχυρή ανοσία στους πιθήκους.

Με βάση τα δεδομένα της παρούσας μελέτης σε ανθρώπους εθελοντές, η J&J ξεκίνησε μία κλινική δοκιμή φάσης 3 με 60.000 εθελοντές την Τετάρτη, η οποία, εφόσον είναι επιτυχής, θα ανοίξει το δρόμο για την έγκριση του εμβολίου. Σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης, η παραπάνω κλινική δοκιμή αναμένεται να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2020 ή στις αρχές του 2021.

Τα πρώιμα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής φάσης 2 αναρτήθηκαν ως προδημοσίευση στην ιστοσελίδα medRxiv.

Οι επιστήμονες της Janssen Pharmaceuticals (παράρτημα της J&J), δήλωσαν ότι το 98% των εθελοντών είχαν εξουδετερωτικά αντισώματα, τα οποία μπορούν να προστατεύσουν τα κύτταρα από τα παθογόνα, 29 ημέρες μετά τον εμβολιασμό.

Ένα αρνητικό της έρευνας ήταν ότι τα δεδομένα για τους ασθενείς άνω των 65 ετών ήταν περιορισμένα. Συγκεκριμένα, στην έρευνα είχαν λάβει μέρος μόλις 15 εθελοντές αυτής της ηλικιακής ομάδας, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την ισχύ των αποτελεσμάτων γι’ αυτούς τους ασθενείς.

Στους εθελοντές άνω των 65 ετών, τα ποσοστά των ανεπιθυμήτων ενεργειών, όπως το αίσθημα κόπωσης και οι μυαλγίες, ήταν 36%, ενώ στους εθελοντές μικροτέρων ηλικιών έφταναν το 64%. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι πιθανώς η ανοσιακή απόκριση στους ηλικιωμένους δεν ήταν εξίσου ισχυρή.

Οι ερευνητές δήλωσαν ότι θα γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του εμβολίου όταν η έρευνα ολοκληρωθεί.

Προς το παρόν, πάντως, τα αποτελέσματα των κλινικών μελετών επαρκούν για να εξεταστεί το εμβόλιο σε κλινικές μελέτες μεγαλυτέρου μεγέθους. Οι τελευταίες θα μπορέσουν να διαπιστώσουν αν το εμβόλιο προκαλεί σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Βιβλιογραφία: Medscape