Ένας άνδρας 25 ετών από τη Νεβάδα, καθώς και ένας άνδρας 42 ετών από τη Βιρτζίνια των ΗΠΑ, νόσησαν ξανά από COVID-19 σχεδόν 2 μήνες μετά τις πρώτες θετικές εξετάσεις τους για τον ιό. Η ανάλυση γονιδιώματος του ιού και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές λοιμώξεις, καθώς καθεμία από αυτές προκλήθηκε από διαφορετικό στέλεχος του SARS-CoV-2.

Σχεδόν 30 περιστατικά επαναμολύνσεων από τον SARS-CoV-2 έχουν καταγραφεί σε όλο τον κόσμο, από το Χονγκ Κονγκ, το Βέλγιο και την Ολλανδία μέχρι την Ινδία και το Εκουαδόρ. Στις ΗΠΑ καταγράφηκε προσφάτως και 3ο περιστατικό επαναμόλυνσης στην Ουάσινγκτον, ωστόσο δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμα λεπτομέρειες σχετικά με τον 60χρονο ασθενή.

Μέχρι σήμερα, οι επαναμολύνσεις από τον SARS-CoV-2 δεν είχαν προκαλέσει ανησυχία, καθώς οι ασθενείς παρουσιάζουν συνήθως ηπιότερη νόσηση σε σχέση με την πρώτη λοίμωξη, γεγονός που δείχνει ότι το ανοσοποιητικό σύστημα κατάφερε να δημιουργήσει επαρκή ανοσία.

Αντίθετα με τα περισσότερα περιστατικά, ωστόσο, οι ασθενείς από το Ρένο, τη Νεβάδα, τη Βιρτζίνια, καθώς και ένας 46χρονος άνδρας από το Εκουαδόρ, παρουσίασαν σοβαρότερα συμπτώματα κατά τη δεύτερη μόλυνσή τους με τον ιό, γεγονός που δημιουργεί σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την ανάπτυξη των εμβολίων.

Τα δύο περιστατικά από τις ΗΠΑ δημοσιεύτηκαν στα επιστημονικά περιοδικά The Lancet και Clinical Infectious Diseases.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι οι επαναμολύνσεις από τους εποχικούς κορονοϊούς αποτελούν συχνό φαινόμενο, επομένως δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι μπορεί να συμβαίνει το ίδιο και με τον SARS-CoV-2. Ωστόσο, αυτό που προκαλεί ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα είναι το γεγονός ότι ορισμένοι ασθενείς νοσούν πιο σοβαρά τη δεύτερη φορά. Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε επίσης ποια είναι η συχνότητα του παραπάνω φαινομένου.

Ο άνδρας από τη Νεβάδα διαγνώστηκε για πρώτη φορά με COVID-19 στις 25 Μαρτίου. Παρουσίασε πονόλαιμο, βήχα, κεφαλαλγία, ναυτία και διάρροια. Στις 18 Απριλίου έκανε εξετάσεις και επιβεβαιώθηκε η λοίμωξη από COVID-19. Τα συμπτώματά του σταδιακά υποχώρησαν και ο ασθενής είχε αναρρώσει πλήρως στις 27 Απριλίου. Ακολούθως έκανε εξετάσεις για τον ιό 2 φορές, τα αποτελέσματα των οποίων ήταν αρνητικά.

Σχεδόν 1 μήνα αργότερα, ο ίδιος άνδρας επισκέφθηκε τα επείγοντα ενός νοσοκομείου με πυρετό, κεφαλαλγία, ίλιγγο, βήχα, ναυτία και διάρροια. Οι γιατροί τον έστειλαν σπίτι, ωστόσο 5 ημέρες αργότερα ο ασθενής επισκέφθηκε τον γιατρό του με δύσπνοια και χαμηλό οξυγόνο. Αυτός του είπε ότι πρέπει να πάει στα επείγοντα. Ο ασθενής έκανε εισαγωγή στο νοσοκομείο στις 5 Ιουνίου. Η ακτινογραφία που έκανε ανέδειξε χαρακτηριστικές βλάβες του COVID-19, ενώ οι εργαστηριακές εξετάσεις επιβεβαίωσαν τη νέα μόλυνση με τον SARS-CoV-2. Η γενετική ανάλυση των δειγμάτων που είχαν ληφθεί τον Απρίλιο και τον Ιούνιο έδειξαν ότι υπήρχαν μικρές διαφορές ανάμεσα στους δύο ιούς, γεγονός που ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι ο ασθενής μολύνθηκε από διαφορετικό στέλεχος τη δεύτερη φορά.

Ο άνδρας από τη Βιρτζίνια (στρατιωτικός γιατρός) μολύνθηκε με τον ιό στην εργασία του. Είχε θετικές εξετάσεις για τον ιό στα τέλη Μαρτίου αφού είχε παρουσιάσει βήχα, πυρετό και μυαλγίες. Ανάρρωσε μετά από σχεδόν 10 ημέρες και παρέμεινε υγιής για περίπου 2 μήνες. Στα τέλη Μαΐου, ωστόσο, είχε ξανά θετικές εξετάσεις για τον ιό και παρουσίασε πυρετό, βήχα, δύσπνοια και κοιλιακό άλγος. Η ακτινογραφία θώρακος επιβεβαίωσε την διάγνωση της πνευμονίας. Τα συμπτώματά του ήταν σοβαρότερα τη δεύτερη φορά. Η γονιδιακή ανάλυση των δειγμάτων από το Μάρτιο και το Μάιο, ουσιαστικά επιβεβαίωσαν ότι κι εδώ είχαμε μία νέα λοίμωξη, καθώς οι ιοί είχαν μικρές διαφορές μεταξύ τους.

Μία υπόθεση που μπορεί ίσως να εξηγήσει τα παραπάνω περιστατικά είναι ότι ο ιός μπήκε σε «λανθάνουσα» κατάσταση και στη συνέχεια ενεργοποιήθηκε εκ νέου μερικούς μήνες αργότερα. Ωστόσο, η πιθανότητα να συνέβη αυτό είναι πολύ μικρή, καθώς ο ιός που προκάλεσε τη δεύτερη λοίμωξη είχε διαφορές σε σχέση με αυτόν που προκάλεσε την πρώτη και στους δύο ασθενείς.

Ένα σημαντικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν τα σοβαρότερα συμπτώματα στους δύο άνδρες κατά τη δεύτερη λοίμωξη αποδίδονται στη δράση του ιού ή στην παθολογική απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος. Μήπως οι ασθενείς παρουσίασαν σοβαρότερη νόσηση επειδή εκτέθηκαν σε μεγαλύτερη δόση του ιού; Μήπως οι γονιδιακές αλλαγές του ιού, τον κατέστησαν πιο επικίνδυνο στη δεύτερη μόλυνση; Ή μήπως η πρώτη λοίμωξη επηρέασε τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος με αποτέλεσμα να εμφανιστεί σοβαρότερη νόσηση κατά τη δεύτερη μόλυνση;

Οι επιστήμονες προσπαθούν σήμερα να δώσουν απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, καθώς και αρκετά άλλα, όπως για παράδειγμα πόσο συχνές είναι οι επαναμολύνσεις. Αν εμφανίζονται με αυξημένη συχνότητα, τότε θα είναι πολύ πιο δύσκολο να επιτύχουμε την ανοσία της αγέλης. Επίσης, το εμβόλιο θα πρέπει να τροποποιείται συνεχώς έτσι ώστε να προσαρμόζεται στις μεταβολές του ιού, ενώ κατά πάσα πιθανότητα θα χρειάζεται και επαναληπτικές δόσεις.

Προς το παρόν το θετικό είναι ότι τα περιστατικά επαναμολύνσεων είναι πολύ περιορισμένα. Ωστόσο, μέχρι να γνωρίζουμε περισσότερα δεν θα πρέπει να αμελούμε τα μέτρα πρόληψης για τον COVID-19, ακόμη κι αν έχουμε νοσήσει από αυτόν στο παρελθόν.

Βιβλιογραφία: Medscape