Τα αποτελέσματα της τελευταίας τυχαιοποιημένης κλινικής δοκιμής για τη ρεμδεσιβίρη έδειξαν ότι το φάρμακο μπορεί να μειώσει το χρόνο ανάρρωσης στους νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19.

Οι παρατηρήσεις της κλινικής μελέτης που είχε τίτλο Adaptive COVID-19 Treatment Trial (ACCT-1) δημοσιεύτηκαν στο The New England Journal of Medicine. Πρώιμα αποτελέσματα της ίδιας μελέτης είχαν δημοσιευτεί το Μάιο, ωστόσο το FDA των ΗΠΑ είχε ήδη εγκρίνει τη χρήση του φαρμάκου βασιζόμενο σε αποτελέσματα άλλων μελετών.

Μία άλλη μελέτη που δημοσιεύτηκε την ίδια μέρα στο ίδιο επιστημονικό περιοδικό επιβεβαίωσε επίσης ότι η υδροξυχλωροκίνη δεν μπορεί να μειώσει τα ποσοστά θνησιμότητας στους νοσηλευόμενους ασθενείς.

Οι παραπάνω δύο μελέτες ουσιαστικά επιβεβαιώνουν τη χρησιμότητα της ρεμδεσιβίρης στην αντιμετώπιση του COVID-19, αλλά και τους κινδύνους από την υδροξυχλωροκίνη. Η ρεμδεσιβίρη θα πρέπει πλέον να θεωρείται “standard of care”, όπως υποστήριξε και ο Anthony Fauci.

Η ACCT-1 ήταν μία διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με placebo κλινική μελέτη. Οι ερευνητές εξέτασαν 1062 νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19 οι οποίοι χωρίστηκαν σε 2 ομάδες. Η μία ομάδα (541 ασθενείς) έλαβε 200mg ρεμδεσιβίρης την 1η ημέρα και 100mg καθημερινά για άλλες 9 ημέρες, ενώ η άλλη ομάδα (521 ασθενείς) έλαβε placebo.

Οι επιστήμονες εξέτασαν το χρόνο ανάρρωσης του κάθε ασθενούς και διαπίστωσαν ότι στους ασθενείς που έλαβαν ρεμδεσιβίρη η μέση διάρκεια ανάρρωσης ήταν 10 ημέρες, ενώ στους ασθενείς που έπαιρναν placebo 15 ημέρες.

Αν και η ρεμδεσιβίρη μείωσε το χρόνο ανάρρωσης, τα ποσοστά θνησιμότητας παρέμειναν υψηλά. Συγκεκριμένα, στους ασθενείς που έπαιρναν ρεμδεσιβίρη, τα ποσοστά θνησιμότητας ήταν 6.7% στις 15 ημέρες, ενώ στους ασθενείς που έπαιρναν placebo ήταν 11.9%. Στις 29 ημέρες, η θνησιμότητα στην ομάδα της ρεμδεσιβίρης ήταν 11.4%, ενώ στην ομάδα ελέγχου 15.2%.

Από τα παραπάνω, είναι προφανές ότι η ρεμδεσιβίρη δεν μπορεί να αποτελεί μονοθεραπεία για όλους τους ασθενείς με COVID-19.

Αυτή τη στιγμή διεξάγονται ήδη έρευνες οι οποίες εξετάζουν την αποτελεσματικότητα της ρεμδεσιβίρης σε συνδυασμό με ανοσορυθμιστικά φάρμακα, όπως η μπαρισιτινίμπη και η ιντερφερόνη βήτα-1α.

Ένας από τους περιορισμούς της παρούσας μελέτης ήταν ότι οι επιστήμονες δεν γνώριζαν τη φυσική ιστορία της νόσου στην αρχή της πανδημίας, οπότε και διεξήχθη η έρευνα (Ιανουάριο).

Η δεύτερη κλινική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο NEJM, η οποία διεξήχθη από το RECOVERY Collaborative Group, ήταν επίσης τυχαιοποιημένη και ελεγχόμενη. Η έρευνα αυτή είχε ως στόχο να εξετάσει την υδροξυχλωροκίνη και συγκεκριμένα αν το φάρμακο μπορεί να περιορίσει τη θνησιμότητα στις 28 ημέρες.

Στη μελέτη αυτή, 1561 ασθενείς έλαβαν υδροξυχλωροκίνη, ενώ 3155 πήραν placebo. Οι επιστήμονες σταμάτησαν να χορηγούν υδροξυχλωροκίνη σε περισσότερους ασθενείς εξ’ αιτίας της μειωμένης αποτελεσματικότητας του φαρμάκου.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η θνησιμότητα μέχρι την 28η ημέρα στους ασθενείς που έπαιρναν υδροξυχλωροκίνη ήταν 27%, ενώ στην ομάδα ελέγχου 25%. Επιπλέον, στους ασθενείς που δεν είχαν διασωληνωθεί, η υδροξυχλωροκίνη οδήγησε σε περισσότερες διασωληνώσεις και υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας (30.7% έναντι 26.9%).