Σε 4 μήνες, ο COVID-19 έχει αλλάξει τον κόσμο που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν καταλήξει, δισεκατομμύρια βρίσκονται σε καραντίνα και η παγκόσμια οικονομία έχει δεχτεί ένα ισχυρό χτύπημα. Για την αντιμετώπιση της κρίσης αυτής θα εξαρτηθεί από την ικανότητά μας να εφαρμόσουμε τα κατάλληλα μέτρα απομόνωσης, να προσφέρουμε τον κατάλληλο εξοπλισμό στα νοσοκομεία, να διατηρήσουμε τη λειτουργία του συστήματος υγείας και να αναπτύξουμε νέες θεραπείες και διαγνωστικές μεθόδους.

Ένας άλλος παράγοντας που θα επηρεάσει την πορεία της πανδημίας είναι η αποτελεσματικότητα των αντιβιοτικών στην αντιμετώπιση των βακτηριακών λοιμώξεων. Η ενασχόληση με τα αντιβιοτικά σε μία πανδημία από ιό μπορεί να ξενίζει ή να ακούγεται περιττή σε αρκετούς, ωστόσο στην πραγματικότητα οι σοβαρές λοιμώξεις από βακτήρια καθιστούν ιδιαίτερα επικίνδυνες τις ιογενείς πανδημίες. Στην πανδημία της γρίπης του 1918-1920, ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών δεν κατέληξε από τη γρίπη, αλλά από τη δευτερογενή βακτηριακή πνευμονία που εξαπλώθηκε εύκολα στα νοσοκομεία ανάμεσα σε υποσιτισμένους και ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

100 χρόνια αργότερα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία παρόμοια κατάσταση. Οι ασθενείς που εισάγονται στις ΜΕΘ διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να καταλήξουν από βακτηριακές λοιμώξεις που κυκλοφορούν εκεί. Μία έρευνα με 191 ασθενείς σε δύο νοσοκομεία του Wuhan έδειξε ότι το 50% των ασθενών που κατέληξαν από τον COVID-19 είχαν θετικές εξετάσεις για δευτερογενείς λοιμώξεις. Από τους ασθενείς που κατάφεραν να επιβιώσουν από τον ιό, μόλις 1 στους 137 παρουσίασε κάποια βακτηριακή λοίμωξη. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι τα αντιβιοτικά αποτελούν μία σημαντική δεύτερη γραμμή άμυνας. Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι σχεδόν όλοι οι ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή λοίμωξη από COVID-19 θα λάβουν κάποια στιγμή αντιβιοτικά. Ωστόσο, η αντιμικροβιακή αντοχή, την οποία ο WHO αποκάλεσε «παγκόσμια απειλή για τη δημόσια υγεία» το 2014, αποτελεί ένα σημαντικό εμπόδιο στην επίλυση του παραπάνω προβλήματος.

Η πανδημία του COVID-19 απειλεί να αποδυναμώσει ακόμα περισσότερο την αποτελεσματικότητα των αντιβιοτικών που χρησιμοποιούμε σήμερα. Στην επιδημία του H1N1 το 2009, αρκετοί μικροβιολόγοι είχαν προειδοποιήσει ότι η αύξηση στη χρήση αντιβιοτικών μπορεί να πιο ανθεκτικές βακτηριακές λοιμώξεις. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει σήμερα και με τον COVID-19 σε μεγαλύτερη κλίμακα. Όπως φαίνεται, είναι αναπόφευκτο κάποια αντιβιοτικά που χρησιμοποιούμε σήμερα να χάσουν την αποτελεσματικότητά τους μετά το πέρας της πανδημίας. Ως αποτέλεσμα, η αντιμετώπιση παθήσεων όπως η βακτηριακή πνευμονία θα υποστεί ένα ισχυρό πλήγμα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι οι επιλογές μας για τα αντιβιοτικά είναι ήδη μειωμένες. Παρά τις συνεχείς χρηματοδοτήσεις που λαμβάνει η έρευνα για νέα αντιβιοτικά, δεν έχει καταλήξει σε ικανοποιητικά αποτελέσματα, με αποτέλεσμα οι φαρμακευτικές εταιρίες να εγκαταλείπουν το πεδίο αυτό της έρευνας, αλλά και της παραγωγής φαρμάκων. Καθώς η αποτελεσματικότητα των αντιβιοτικών μειώνεται και δεν ανακαλύπτονται νέα αντιβιοτικά, είναι πολύ δύσκολο για μία εταιρία να επενδύσει και να επικεντρωθεί στη μαζική παραγωγή αντιβιοτικών, με αποτέλεσμα τα αποθέματα να μειώνονται.

Η απάντηση της επιστημονικής κοινότητας στον COVID-19 δείχνει ότι μπορεί να υπάρχει έξοδος από το παραπάνω πρόβλημα. Λιγότερο από 4 μήνες μετά τη δημοσίευση του γονιδιώματος του ιού, αρκετές επιστημονικές ομάδες παγκοσμίως ξεκίνησαν να μοιράζονται δεδομένα με σκοπό την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εμβολίου, θεραπειών και νέων διαγνωστικών εξετάσεων. Αρκετές μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες έχουν αρχίσει να μοιράζονται της βιβλιοθήκες τους για τα μοριακά σκευάσματα με σκοπό να επιταχυνθεί η ανάπτυξη των φαρμάκων. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προσπαθεί να συντονίσει τις προσπάθειες αυτές και πλέον γίνονται μεγάλες δωρεές στην έρευνα για τον COVID-19.

Η απόκριση της επιστημονικής κοινότητας στην πανδημία είναι μεν αξιοθαύμαστη, ωστόσο δείχνει ότι προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την κρίση της αντιμικροβιακής αντοχής θα πρέπει να γίνουν αντίστοιχες προσπάθειες.

Μόνο στις ΗΠΑ, η οικονομική ενίσχυση για την αντιμετώπιση της κρίσης του COVID-19 έχει ξεπεράσει τα 3 τρισεκατομμύρια δολάρια. Το ποσό αυτό είναι υπερπολλαπλάσιο σε σχέση με τα 4-5 δις που χρειάζονται για να εξαγοραστούν όλα τα δεδομένα για τα αντιβιοτικά και να ξεκινήσει η διαδικασία ανάπτυξης νέων φαρμάκων. Η επένδυση αυτή θα ενισχύσει σημαντικά το σύστημα υγείας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Η πανδημία του COVID-19 έχει δείξει ότι η αντιμετώπιση παγκοσμίων προκλήσεων για την υγεία στον 21ο αιώνα ξεπερνά τις δυνατότητες ενός κράτους. Αντίστοιχα με τον COVID-19, η παγκόσμια κρίση της ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά μπορεί να επιλυθεί μόνο μέσω μίας συλλογικής προσπάθειας. Αντί να εξετάζουμε τις δύο κρίσεις ως ανεξάρτητες η μία από την άλλη, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι τα δύο προβλήματα είναι αλληλένδετα. Αν αμελήσουμε την αντιμετώπιση της ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά, η πανδημία του COVID-19 θα γίνει πολύ χειρότερη.

Βιβλιογραφία: Scientific American