Η αλκοολική ηπατίτιδα είναι μία μορφή αλκοολικής ηπατοπάθειας που είναι απειλητική για τη ζωή και εμφανίζεται μετά από χρόνια αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ. Χαρακτηρίζεται από ηπατική φλεγμονή, ίκτερο και ηπατική ανεπάρκεια. Σήμερα υπάρχουν αρκετές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της νόσου, ωστόσο η μοναδική θεραπεία είναι η μεταμόσχευση ήπατος. Στα σοβαρά περιστατικά της νόσου, πάνω από το 50% των ασθενών καταλήγει μέσα σε 60 ημέρες από τη διάγνωση.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι τα μικρόβια του εντέρου μπορεί να επηρεάσουν την πορεία της αλκοολικής νόσου του ήπατος, με τους ασθενείς που πάσχουν από αυτή να παρουσιάζουν συχνά σημαντικά αλλαγές στο εντερικό τους μικροβίωμα. Οι επιστήμονες έχουν καταφέρει επίσης να προκαλέσουν ηπατικές βλάβες σε πειραματόζωα μεταφέροντας σε αυτά εντερικά μικρόβια από ασθενείς με αλκοολική ηπατίτιδα. Η σύνδεση ανάμεσα στην αλκοολική ηπατική νόσο και το εντερικό μικροβίωμα, ωστόσο, δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως.

Μία ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τον Dr Bernd Schnabl από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια θέλησε να εξερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο συμβάλλουν τα μικρόβια του εντέρου στην εμφάνιση αλκοολικής ηπατίτιδας. Οι παρατηρήσεις τους δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν αρχικά τα βακτήρια σε δείγματα κοπράνων από ασθενείς με αλκοολισμό και αλκοολική ηπατίτιδα. Όπως διαπίστωσαν, τα δείγματα από τους ασθενείς με αλκοολική ηπατίτιδα είχαν 2.700 φορές περισσότερα βακτήρια Enterococcus faecalis, ένα κοινό βακτήριο του εντέρου σε σχέση με τους υγιείς εθελοντές. Τα βακτήρια E. faecalis ανευρέθηκαν στο 80% περίπου των εθελοντών με αλκοολική ηπατίτιδα, ωστόσο η ποσότητά τους δεν φάνηκε να συνδέεται με τη σοβαρότητα της νόσου.

Οι ερευνητές ανίχνευσαν επίσης κυτολυσίνη σε δείγματα κοπράνων από το 30% των εθελοντών με αλκοολική ηπατίτιδα. Η κυτολυσίνη είναι μία κυτταροτοξική τοξίνη που εκκρίνεται από ειδικά στελέχη του E. faecalis. Εξετάζοντας περισσότερο τα δεδομένα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς που έχουν στελέχη του E. faecalis που παράγουν τη συγκεκριμένη τοξίνη είχαν σοβαρότερη αλκοολική ηπατίτιδα και αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Συγκεκριμένα, το 89% των ασθενών με E. faecalis που παράγουν κυτολυσίνη κατέληξε μέσα σε 180 ημέρες από την εισαγωγή στο νοσοκομείο, ενώ το ίδιο ποσοστό ήταν μόλις 3.8% σε αυτούς που είχαν E. faecalis που δεν παράγουν κυτολυσίνη.

Οι ερευνητές στη συνέχεια εξέτασαν πειραματόζωα στα οποία μεταμόσχευσαν εντερικό μικροβίωμα από ασθενείς με αλκοολική ηπατίτιδα. Όπως διαπίστωσαν, τα ποντίκια που είχαν μικροβίωμα θετικό σε E. faecalis που παράγουν κυτολυσίνη, είχαν σοβαρότερη ηπατική νόσο σε σχέση με τα ποντίκια που δεν είχαν τα βακτήρια αυτά.

Ακολούθως, οι επιστήμονες εξέτασαν τη θεραπευτική χρησιμότητα των βακτηριοφάγων, δηλαδή ιών που στοχεύουν συγκεκριμένα βακτήρια, θέλοντας να αποφύγουν τα αντιβιοτικά, καθώς τα τελευταία καταστρέφουν ένα μεγάλο εύρος βακτηρίων. Κατάφεραν, έτσι, να απομονώσουν 4 βακτηριοφάγους οι οποίοι στοχεύουν ειδικά τα E. faecalis που παράγουν κυτολυσίνη.

Για το πείραμά τους αυτό, οι επιστήμονες δημιούργησαν γενετικά τροποποιημένα ποντίκια με αλκοολική ηπατική νόσο στα οποία μεταμόσχευσαν εντερικό μικροβίωμα (με E. faecalis που παράγουν κυτολυσίνη) από ασθενείς με αλκοολική ηπατίτιδα. Στη συνέχεια χορήγησαν στα ποντίκια αυτά τους παραπάνω βακτηριοφάγους οι οποίοι στοχεύουν ειδικά τα E. faecalis που παράγουν κυτολυσίνη. Όπως διαπίστωσαν, τα ποντίκια που έκαναν τη θεραπεία με τους παραπάνω φάγους, είχαν μειωμένη φλεγμονή και ηπατικές βλάβες σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Η θεραπεία αυτή περιόρισε επίσης σημαντικά τα επίπεδα της κυτολυσίνης στο ήπαρ.

Η παραπάνω έρευνα δείχνει ότι τα βακτήρια E. faecalis που παράγουν κυτολυσίνη προκαλούν σοβαρότερη αλκοολική ηπατίτιδα. Ωστόσο, η θεραπεία με βακτηριοφάγους μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ειδική στόχευση των βακτηρίων αυτών στη θεραπεία της αλκοολικής ηπατικής νόσου.

«Σίγουρα θα πρέπει να γίνει και μία κλινική μελέτη με ανθρώπους εθελοντές για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματά μας πριν αρχίσουμε να χορηγούμε τα φάρμακα αυτά στους ασθενείς με αλκοολική ηπατίτιδα», κατέληξε ο Schnabl.

Βιβλιογραφία: NIH