Την επόμενη φορά που θα πάρετε ένα χάπι θυμηθείτε ότι η πέψη του δεν γίνεται αποκλειστικά από το γαστρεντερικό σας σύστημα. Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε σήμερα ότι το τελευταίο είναι γεμάτο μικρόβια που ζουν αρμονικά με τον οργανισμό μας, βοηθώντας μας να διασπάσουμε τρόφιμα, να συνθέσουμε βιταμίνες και να αντιμετωπίσουμε παθογόνους μικροοργανισμούς μεταφέροντας, παράλληλα, μηνύματα τόσο στον εγκέφαλο όσο και στο ανοσοποιητικό σύστημα. Ένα νέο πεδίο έρευνας δείχνει, ωστόσο, ότι οι μικροσκοπικοί κάτοικοι του γαστρεντερικού μας συστήματος μπορούν να επηρεάσουν την επεξεργασία των φαρμάκων από τον οργανισμό μας.

Ας εξετάσουμε για παράδειγμα τη λεβοντόπα ή L-dopa, ένα φάρμακο για τη νόσο του Parkinson. Όταν η λεβοντόπα φτάσει στον εγκέφαλο μετατρέπεται σε ντοπαμίνη, ένα νευροδιαβιβαστή, τα ποσοστά του οποίου ίναι μειωμένα στους ασθενείς με νόσο του Parkinson. Το φάρμακο αυτό χορηγείται συνήθως σε συνδυασμό με καρβιντόπα, μία ουσία που προλαμβάνει τη διάσπαση της λεβοντόπας από τα ένζυμα του οργανισμού μέχρι τη μεταφορά της στον εγκέφαλο. Ωστόσο, η ποσότητα της λεβοντόπας που φτάνει στον εγκέφαλο διαφέρει στον κάθε ασθενή για λόγους που μόλις προσφάτως αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε. Όπως διαπιστώθηκε, ορισμένα εντερικά μικρόβια μπορούν επίσης να πέψουν το φάρμακο και η καρβιντόπα δεν μπορεί να περιορίσει το φαινόμενο αυτό. Στην πραγματικότητα, η καρβιντόπα «είναι εντελώς αναποτελεσματική» ενάντια στα μικρόβια αυτά, όπως έδειξε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2019 στο επιστημονικό περιοδικό Science. Η ποσότητα των επιβλαβών αυτών μικροβίων διαφέρει στον κάθε ασθενή και μπορεί πιθανώς να εξηγήσει γιατί η λεβοντόπα είναι λιγότερο αποτελεσματική σε κάποιους ασθενείς, τόνισε η Emily Balskus, επικεφαλής της μελέτης και καθηγήτρια χημάις στο πανεπιστήμιο του Harvard.

Τα μικρόβια μπορεί επίσης να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα της διγοξίνης, ενός φαρμάκου που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της αρρυθμιών και της καρδιακής ανεπάρκειας. Οι γιατροί γνωρίζουν εδώ και αρκετά χρόνια ότι σχεδόν το 10% των ασθενών που παίρνουν το φάρμακο δεν έχουν οφέλη από αυτό, καθώς περισσότερο από το 50% της ποσότητας του φαρμάκου αδραοποιείται από ένα βακτήριο του εντέρου, το Eggerthella lenta. Μία πιο πρόσφατη έρευνα από τον μικροβιολόγο Peter Turnbaugh στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια έδειξε ότι μόνο μερικά συγκεκριμένα στελέχη του παραπάνω βακτηρίου έχουν αυτή την ιδιότητα.

Τα εντερικά μικρόβια μπορεί, ωστόσο, να προσφέρουν και οφέλη αναφορικά με την αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων φαρμάκων. Η σουλφασαλαζίνη, για παράδειγμα, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, της νόσου του Crohn και της ελκώδους κολίτιδας, πρέπει να μεταβολιστεί από τα βακτήρια του εντέρου προκειμένου να ασκήσει τη δράση του. Το ίδιο ισχύει και για τα από του στόματος αντιβιοτικά που ανήκουν στην κατηγορία sulfa.

Ένα ακόμα φάρμακο που η δράση του ενισχύεται από τα μικρόβια του εντέρου είναι η μετφορμίνη, η πρώτης γραμμής θεραπεία για το διαβήτη τύπου 2. Στην περίπτωση του φαρμάκου αυτού, ωστόσο, υπάρχει μεγαλύτερη αλληλεπίδραση ανάμεσα στα μικρόβια και τη μετφορμίνη. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι η μετφορμίνη μπορεί να επηρεάσει τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος με τρόπο που ενισχύει την αποτελεσματικότητά της. Ωστόσο, ο τρόπος που επιτυγχάνεται αυτό προς το παρόν είναι άγνωστος.

Η πλέον ενδιαφέρουσα αλληλεπίδραση, ωστόσο, στο πεδίο αυτό αφορά την ιρινοτεκάνη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται σε ένα κοκτέιλ για την αντιμετώπιση του προσωρημένου καρκίνου του παχέος εντέρου και του παγκρέατος. Η ιρινοτεκάνη μπορεί να καταστρέψει τα νεοπλασματικά κύτταρα με μεγάλη αποτελεσματικότητα, ωστόσο προκαλεί σοβαρή διάρροια και εντερικές βλάβες, επομένως αρκετοί ασθενείς δεν μπορούν να λάβουν το φάρμακο για αρκετή διάρκεια, ένα φαινόμενο γνωστό ως δοσοεξαρτώμενη τοξικότητα. Ο Matthew Redinbo, ένας χημικός από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, διαπίστωσε ότι τα παραπάνω συμπτώματα αποδίδονται σε μία οικογένεια βακτηρίων που λέγονται Enterobacteriaceae (στην οποία ανήκουν η Salmonella και η Escherichia coli). Το φάρμακο αυτό, όταν χορηγείται ενδοφλεβίως φτάνει στον όγκο μέσω της κυκλοφορίας του αίματος και στη συνέχεια απομακρύνεται από το ήπαρ όπου καθίσταται αβλαβές μέσω της προσθήκης ενός απλού σακχάρου. Δυστυχώς, όπως εξήγησε ο Redinbo, «τα μικρόβια αγαπούν τα σάκχαρα», επομένως όταν το αδρανοποιημένο φάρμακο φτάσει στο γαστρεντερικό σωλήνα κατά τη διαδικασία της απομάκρυνσής του από τον οργανισμό, τα μικρόβια αποσπούν το μόριο του σακχάρου, ενεργοποιώντας εκ νέου τις τοξικές δράσεις του φαρμάκου.

Θέλοντας να βοηθήσει ένα συνεργάτη του που πάσχει από καρκίνο του παχέος εντέρου και λαμβάνει το παραπάνω φάρμακο, ο Redinbo ανέπτυξε ένα μικρό μόριο που αναστέλλει τη διάσπαση του σακχάρου από τα εντερικά μικρόβια με αποτέλεσμα το φάρμακο να διέρχεται ανεπηρέαστο δια μέσου του εντέρου. Η δράση αυτή έχει ήδη επιβεβαιωθεί σε πειραματόζωα και ο επιστήμονας ελπίζει να δοκιμάσει την αποτελεσματικότητα της προσέγγισής του σύντομα σε ασθενείς που κάνουν χημειοθεραπεία. Ο Redinbo σε συνεργασία με τη Symberix, μία φαρμακευτική εταιρία, προσπαθεί να αναπτύξει επίσης ένα νέο φάρμακο που προλαμβάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες των ΜΣΑΦ στο έντερο. Τα βακτήρια που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι αυτά που ενοχοποιούνται και γι’αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες στους ασθενείς που κάνουν χρόνια χρήση των ΜΣΑΦ.

Αν ο Redinbo και η ομάδα του πετύχουν το στόχο τους, θα ανοίξει ο δρόμος για μία νέα τάξη φαρμάκων που θα μπορούν να τροποποιήσουν τα εντερικά μικρόβια με μεγάλη ακρίβεια. Παράλληλα, η Balskus και η ομάδα της, εξετάζουν ένα μόριο που δεν επιτρέπει στα βακτήρια να διασπάσουν τη λεβοντόπα.

Βιβλιογραφία: Scientific American